Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να «συνταγματοποιήσει» την απλή αναλογική

Σταύρος Λυγερός
2278
Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να

Μπορεί ο Τσίπρας το καλοκαίρι του 2016 να μην τα κατάφερε να συγκεντρώσει την αναγκαία πλειοψηφία των 200 εδρών για να μπορέσει η απλή αναλογική να εφαρμοστεί στις επόμενες εκλογές, αλλά επαναφέρει την πρότασή του με σκοπό να την κατοχυρώσει συνταγματικά. Οι πιθανότητες να το επιτύχει είναι αμελητέες, δεδομένου ότι η ΝΔ είναι παγίως υπέρ της ενισχυμένης αναλογικής. Με άλλα λόγια θα καταψηφίσει, όπως είχε καταψηφίσει και το 2016 το σχετικό νομοσχέδιο. Από τότε, άλλωστε, οι δημοσκοπήσεις την έδειχναν πρώτο κόμμα. Ως εκ τούτου είχε και έχει συμφέρον να παραμείνει το μπόνους των 50 εδρών.

Αν και το ΠΑΣΟΚ, ως μικρομεσαίο πλέον κόμμα, θα ευνοείτο από την άμεση εφαρμογή της απλής αναλογικής, η Γεννηματά είχε τότε επιλέξει την καταψήφιση. Αποφασιστικό ρόλο είχε παίξει ο Βενιζέλος, ο οποίος όχι μόνο είχε δηλώσει σαφώς ότι είναι εναντίον της απλής αναλογικής, αλλά και -σύμφωνα με πληροφορίες- είχε θέσει βέτο στην αρχηγό του. Σαφή αρνητική στάση είχε λάβει και το Ποτάμι του Θεοδωράκη.

Μπορεί παραδοσιακά ο ΣΥΡΙΖΑ να είχε σημαία του την απλή αναλογική, αλλά το Μαξίμου δεν είχε φθάσει χωρίς προβληματισμό στο να προτείνει την απλή αναλογική. Ο τότε υπουργός Εσωτερικών Κουρουμπλής είχε εισηγηθεί ένα αναλογικότερο εκλογικό σύστημα, με σημαντική μείωση του μπόνους των 50 εδρών. Η αιτία που η κυβέρνηση τελικώς έφερε προς ψήφιση την απλή αναλογική οφειλόταν και στους τότε πολιτικούς σχεδιασμούς της.

Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν από τότε πως ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο βρισκόταν στη δεύτερη θέση, αλλά και έχανε σταθερά έδαφος. Ο Τσίπρας είχε ζωτική ανάγκη από κινήσεις με αριστερό πρόσημο και κυρίως από κινήσεις που θα αποδείκνυαν πολιτική συνέπεια για να διασκεδάσει τη διάχυτη εντύπωση ότι είναι ο πρωταθλητής της πολιτικής κωλοτούμπας. Εκτός αυτού, όμως, το Μαξίμου θεωρούσε την απλή αναλογική μέσο για να σπάσει την πολιτική απομόνωση, την οποία δημιουργούσε η αντιπολιτευτική σύμπλευση κυρίως της ΝΔ και του κόμματος της Γεννηματά, και να οικοδομήσει τις προϋποθέσεις για μελλοντικές κυβερνητικές συνεργασίες με το ΠΑΣΟΚ.

Χωρίς πλειοψηφική προοπτική

Στο Μαξίμου είχαν από τότε συνείδηση πως η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, πέρα από τις εγγενείς αντιφάσεις της, δεν είχε από μόνη της πλειοψηφική προοπτική. Γι’ αυτό και έστρεφαν το βλέμμα προς τη ΠΑΣΟΚ-Δημοκρατική Συμπαράταξη και δευτερευόντως προς την Ένωση Κεντρώων, με σκοπό τη συγκρότηση ενός αντιδεξιού μετώπου για τη διεκδίκηση μίας νέας τετραετίας.

Ο Τσίπρας ήθελε να παραμείνει στην εξουσία και για να το καταφέρει δεν είχε άλλη επιλογή από το να ανοίξει το παιχνίδι. Με την απλή αναλογική τα μικρά κόμματα του ενδιάμεσου χώρου, ναι μεν θα εξασφάλιζαν περισσότερους βουλευτές, αλλά θα ήταν υποχρεωμένα να επιλέξουν αν θα συνεργάζονταν για τον σχηματισμό κυβέρνησης με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με τη ΝΔ. Το δίλημμα αυτό από τότε δίχαζε τον ενδιάμεσο χώρο. Απειλούσε όχι μόνο να τινάξει στον αέρα τις προσπάθειες της Γεννηματά για ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς, αλλά και την ενότητα του ίδιου του ΠΑΣΟΚ.

Στο Μαξίμου είχαν δρομολογήσει την ψήφιση της απλής αναλογικής, επειδή θεωρούσαν ότι με την εφαρμογή της θα χαρασσόταν η νέα διαχωριστική γραμμή. Εάν τα μικρά κόμματα συνεργάζονταν με τον ΣΥΡΙΖΑ θα συγκροτείτο πλειοψηφική προοπτική. Εάν προσκολλούνταν στη ΝΔ ναι μεν θα της έδιναν τη δυνατότητα -μετά τις επόμενες εκλογές- να σχηματίσει κυβέρνηση, αλλά θα είχαν αφήσει εκλογικά ελεύθερο στον ΣΥΡΙΖΑ τον χώρο της κεντροαριστεράς. Εάν πάλι αρνούνταν τις αναγκαίες συνεργασίες και προέκυπτε ακυβερνησία αναπόφευκτα το πολιτικό σύστημα θα παλινδρομούσε στον δικομματισμό με πρωταγωνιστές τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Έπεσαν στο κενό

Με την αποτυχία συγκέντρωσης των 200 βουλευτικών ψήφων οι κυβερνητικοί αυτοί σχεδιασμοί έπεσαν στο κενό. Οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με το σύστημα που δίνει στο πρώτο κόμμα πριμ 50 εδρών. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ΝΔ, η οποία -με βάση όλες τις δημοσκοπήσεις- θα είναι άνετα πρώτο κόμμα, θα εξασφαλίσει το πριμ των 50 εδρών και κατά συνέπεια θα είναι ο κορμός της επόμενης κυβέρνησης, ακόμα και στην πιθανή περίπτωση που δεν εξασφαλίσει αυτοδυναμία.

Τα όσα μεσολάβησαν από το καλοκαίρι του 2016 ενίσχυσαν την απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να παίξει το χαρτί της απλής αναλογικής. Από τότε, άλλωστε, ο Τσίπρας είχε προτείνει τη συνταγματική κατοχύρωσή της και η ίδια πρόταση συμπεριλαμβάνεται στο πακέτο της συνταγματικής αναθεώρησης που θα συζητηθεί το επόμενο διάστημα στη Βουλή.

Όσο λάθος είναι κάθε κυβέρνηση να αλλάζει το εκλογικό σύστημα ανάλογα με τις ανάγκες της, άλλο τόσο λάθος είναι να καθιερωθεί συνταγματικά η απλή αναλογική και οποιοδήποτε άλλο εκλογικό σύστημα. Πολύ περισσότερο, όταν ο ένας από τους δύο πυλώνες του πολιτικού συστήματος (εν προκειμένω η ΝΔ) είναι κατηγορηματικά αντίθετη. Το Σύνταγμα οφείλει να είναι ο κοινός παρονομαστής και όχι η επιβολή της όποιας περιστασιακής πλειοψηφίας επί της μειοψηφίας.

Δυσανάλογος ρόλος ρυθμιστή

Το επιχείρημα αυτό έχει ισχύ και για όσους θεωρούν την απλή αναλογική το ενδεδειγμένο εκλογικό σύστημα. Πολύ περισσότερο όταν υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις. Στην Ελλάδα, η Χρυσή Αυγή και το ΚΚΕ είναι από χέρι έξω από τις ζυμώσεις για σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας. Το ίδιο και εάν καταφέρουν και εισέλθουν στη Βουλή μικρά αριστερά κόμματα, όπως π.χ. η ΛΑΕ του Λαφαζάνη.

Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, αυτό σημαίνει ότι μόνο το ΚΙΝΑΛ (ίσως και η Ένωση Κεντρώων και οι ΑΝΕΛ αν καταφέρουν και επιβιώσουν κοινοβουλευτικά) θα πρέπει να συμμαχούν με τη ΝΔ ή με τον ΣΥΡΙΖΑ για να σχηματισθεί κυβέρνηση. Και πάλι είναι αμφίβολο εάν θα είναι δυνατή η συγκρότηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, πάντα στην περίπτωση που έχει ισχύσει η απλή αναλογική.

Ακόμα και εάν παρακάμψουμε τον κίνδυνο ακυβερνησίας, εγείρεται ένα άλλο πρόβλημα. Η συνταγματική κατοχύρωση της απλής αναλογικής, όπως προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα δώσει ένα δυσανάλογα αποφασιστικό πολιτικό ρόλο ρυθμιστή στο ΚΙΝΑΛ (και σε όποια μικρό κόμμα του ενδιάμεσου χώρου επιβιώσει). Κι αυτό, επειδή η εναλλακτική λύση της κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού στην Ελλάδα (ΣΥΡΙΖΑ με ΝΔ) και μοιάζει ανέφικτη και δεν είναι προς όφελος του πολιτικού συστήματος.