Η τηλεοπτική μας δημοκρατία

Σταύρος Λυγερός
3

του Σταύρου Λυγερού  – 

Τη δεκαετία του 1980 η πολιτική οξύτητα είχε ονοματεπώνυμα: Ανδρέας Παπανδρέου και Κώστας Μητσοτάκης. Σύμφωνα με τη μοδάτη ερμηνεία εκείνης της εποχής, το πρόβλημα ήταν οι λεγόμενοι δεινόσαυροι της πολιτικής σκηνής και η λύση ήταν η αποστρατεία τους. Υποτίθεται ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα έπαυαν να δηλητηριάζουν την τότε πολιτική ζωή με το νοσηρό κλίμα του 1965.

Ακολουθώντας τη μοίρα των εύκολων ερμηνειών, η θεωρία των δεινοσαύρων διαψεύστηκε από τα γεγονότα. Όταν οι δύο άσπονδοι αντίπαλοι έπαψαν να πρωταγωνιστούν, δεν ανέτειλε ένας νέος πολιτικός πολιτισμός. Η ρητορική της ατάκας και η –κατά κανόνα χωρίς πολιτικό αντίκρισμα– οξύτητα παραμένουν με διακυμάνσεις και παραλλαγές αναλλοίωτες αξίες και στις κοινοβουλευτικές και στις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις. Πάγιος στόχος είναι η νίκη στη μάχη των πολιτικών εντυπώσεων.

Για τον ίδιο λόγο οι πολιτικοί αρχηγοί κάνουν συστηματικά επιλεκτική χρήση της αλήθειας. Την τεμαχίζουν και ο καθένας αποσπά και προβάλλει μόνο το κομμάτι που τον συμφέρει. Προβάλλει διογκωμένα όσα γεγονότα και στοιχεία είναι υπέρ του ή εναντίον του αντιπάλου του. Και αντιστρόφως, αποσιωπά ή διαστρεβλώνει όσα δεν χωρούν στη δική του ιδιοτελή εκδοχή για την πραγματικότητα. Με την παλιά και δοκιμασμένη αυτή συνταγή χανόταν η ουσία, δηλαδή η αντιπαράθεση για πολιτικές.

Παλαιότερα, η τακτική αυτή καλλιεργούσε μια μονομέρεια, η οποία αναπαρήγε τα παραδοσιακά κομματικά στερεότυπα και τις αντίστοιχες διαχωριστικές γραμμές. Σταδιακά, όμως, η τακτική του μικροκομματικού καβγά, της ρητορικής οξύτητας και της πόλωσης άρχισε να προκαλεί άπωση στην κοινή γνώμη. Μια ολοένα και μεγαλύτερη μερίδα ψηφοφόρων δυσφορούσε μ’ αυτόν τον κατακλυσμό του κακοπαιγμένου πολιτικού κιτς.

Το ραβδάκι της Κίρκης

Οι πολιτικοί αρχηγοί πήραν το μήνυμα και άρχισαν να δίνουν έμφαση περισσότερο στην απαξίωση του αντιπάλου τους και λιγότερο στην υπεράσπιση των δικών τους πεπραγμένων. Το έκαναν, μάλιστα, κατά τρόπο που θύμιζε διαγωνισμό όχι για το ποιος είναι καλύτερος, αλλά για το ποιος είναι λιγότερο διεφθαρμένος και βλαβερός για τον τόπο. Η κατάρρευση του μοντέλου πλασματικής ανάπτυξης και η συνεπακόλουθη ακύρωση του συναρτημένου ανομολόγητου κοινωνικού συμβολαίου άλλαξε ποιοτικά το κλίμα, αλλά όχι και τις πολιτικές συμπεριφορές.

Η τακτική των πολιτικών αρχηγών δεν είναι προσωπικό στυλ. Είναι απόρροια της περιρρέουσας ατμόσφαιρας εντός των κομμάτων εξουσίας, παλιότερα του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, τα τελευταία χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ. Η μεγάλη πλειονότητα των βουλευτών αυτών των κομμάτων αντιλαμβάνονται την άσκηση της πολιτικής με όρους στρατού, ο οποίος ή αγωνίζεται να κρατήσει το οχυρό της εξουσίας ή επιχειρεί να το εκπορθήσει.

Οι φορείς αυτής της αντίληψης δυσκολεύονταν να αναγνωρίσουν ως βασικό κίνητρο πολιτικές απόψεις και πολιτικές αγωνίες. Σταδιακά, στους μηχανισμούς του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ έμειναν άτομα, τα οποία αντιλαμβάνονται την κομματική τους ιδιότητα σαν ένα είδος επιταγής προς εξαργύρωση. Στον ίδιο δρόμο έχει εισέλθει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί ακόμα πολλά στελέχη του να μην το ομολογούν ούτε στον εαυτό τους, αλλά η εξουσία έχει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό έχει λειτουργήσει σαν το ραβδάκι της Κίρκης.

Πρόσημο ρόλου και όχι ιδεολογίας

Πριν την εκδήλωση της κρίσης, η σύγκλιση του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στο ίδιο μοντέλο πλασματικής ανάπτυξης είχε συρρικνώσει τόσο πολύ τις μεταξύ τους πραγματικές διαφορές, ώστε αυτό είχε σφραγίσει και τον πολιτικό τους λόγο. Από ένα σημείο και πέρα, η κυρίαρχη διάκριση δεν ήταν ανάμεσα στον πολιτικό λόγο των “πρασίνων” και των “γαλάζιων”, αλλά ανάμεσα στον πολιτικό λόγο της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης.

Είναι αξιοσημείωτο ότι σταδιακά ακόμα και έμπειροι πολιτικοί παρατηρητές δυσκολεύονταν να ξεχωρίσουν εάν μια δήλωση είχε βγει από “πράσινα” ή “γαλάζια” χείλη. Ήταν ξεκάθαρο, όμως, ότι είχε γίνει από συμπολιτευόμενο ή από αντιπολιτευόμενο. Τα ηγετικά στελέχη των τότε δύο μεγάλων κομμάτων είχαν φτάσει στο σημείο να χρησιμοποιούν σχεδόν πανομοιότυπες εκφράσεις με τους αντιπάλους τους όταν βρίσκονταν στην εξουσία. Το ίδιο και όταν βρίσκονταν στην αξιωματική αντιπολίτευση! Με άλλα λόγια, ο πολιτικός λόγος δεν είχε ιδεολογικό-κομματικό πρόσημο, αλλά πρόσημο ρόλου.

Η εκάστοτε κυβέρνηση μιλούσε για υπευθυνότητα, δημόσιο συμφέρον, συναίνεση κτλ. Αντιθέτως, η αξιωματική αντιπολίτευση προσπαθούσε να εισπράξει την κοινωνική δυσαρέσκεια που παρήγαγε η κυβερνητική πολιτική, αλλά χωρίς να δυσαρεστήσει καμία επαγγελματική ομάδα. Αντί να επιδοθεί σε μια προγραμματική αντιπολίτευση, επιδιδόταν περισσότερο σε μια “αντιπολίτευση πινγκ πονγκ”. Με άλλα λόγια, είχε την τάση να παίρνει την αντίθετη θέση απ’ αυτήν της κυβέρνησης.

Κοινός παρονομαστής των δύο κομμάτων εξουσίας ήταν η τάση τους στις γενικόλογες και στρογγυλεμένες διατυπώσεις, που χαρακτηρίζουν τη μικροπολιτική και το πολιτικό life style. Έγκυρος πολιτικός λόγος, όμως, είναι αυτός που έχει γωνίες. Πολιτική με πι κεφαλαίο σημαίνει συγκεκριμένες δεσμευτικές ρεαλιστικές θέσεις που προκαλούν αντιδράσεις και φτιάχνουν μέτωπα.

“Καθεστωτικού” χαρακτήρα αντιθέσεις

Όταν μετά τις εκλογές του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση η εικόνα αυτή άλλαξε. Στην πολιτική σκηνή συγκρούονταν δύο κόσμοι, ανεξαρτήτως πως κανείς τους αξιολογούσε. Αυτό συνεχίσθηκε και στο πρώτο εξάμηνο του 2015, όταν πλέον στο τιμόνι ήταν η κυβέρνηση Τσίπρα. Αποκορύφωμα της σύγκρουσης των δύο κόσμων ήταν το δημοψήφισμα.

Μετά την υπογραφή και ψήφιση του 3ου Μνημονίου, ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να κάνει όλα εκείνα που προηγουμένως κατηγορούσε. Όλες σχεδόν οι σημαντικές πολιτικές της κυβέρνησης Τσίπρα υπαγορεύονταν από τις μνημονιακές δεσμεύσεις, όπως ακριβώς συνέβη και με τις κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Σαμαρά. Με αυτή την έννοια, το Μνημόνιο επέβαλε στην πράξη κάτι περισσότερο από σύγκλιση του ΣΥΡΙΖΑ με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν οδήγησε σε άμβλυνση της μεταξύ τους αντιπαράθεσης. Αν και τα τρία αυτά κόμματα εξουσίας είχαν αποδεχθεί σαν αναγκαίες τις μνημονιακές δεσμεύσεις και σε διαφορετικό χρόνο τις είχαν εφαρμόσει, συνέχισαν και συνεχίζουν να συγκρούονται και μάλιστα με ακραίους τόνους. Δεν πρόκειται για πολιτικό θέατρο. Μπορεί στην πράξη και τα τρία κόμματα να είναι δεσμευμένα και να βαδίζουν στο ίδιο μνημονιακό μονοπάτι, αλλά τα χωρίζουν άλλου είδους οξείες αντιθέσεις.

Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως περίπου είχε αντιμετωπίσει η ΝΔ το ΠΑΣΟΚ το 1981. Έστω κι αν δεν το ομολογούν, ουσιαστικά θεωρούν τον ΣΥΡΙΖΑ περιθώριο που για συγκυριακούς λόγους βρέθηκε, «ως μη όφειλε», στην εξουσία.  Κατά μία έννοια, λοιπόν, τον θεωρούν ένα είδος “σφετεριστή” της εξουσίας, ο οποίος, μάλιστα, ταρακούνησε κάπως τα λιμνάζοντα ύδατα στο επίπεδο των αρχουσών ελίτ. Με άλλα λόγια, οι αντιθέσεις που δημιουργούν όλη αυτή την περίοδο ένα σχεδόν “εμφυλιοπολεμικό” κλίμα είναι “καθεστωτικού” χαρακτήρα.

Από τη Βουλή στα τηλεοπτικά παράθυρα

Η μετατόπιση του κέντρου βάρους της πολιτικής αντιπαράθεσης από το Κοινοβούλιο στα ραδιοτηλεοπτικά κανάλια δεν αφήνει περιθώριο για τέτοιο πολιτικό λόγο. Από τη στιγμή που η δημόσια εικόνα των κομμάτων και των πολιτικών διαμορφώνεται πλέον στα κανάλια, η πολιτική ρητορική προσαρμόζεται στις προδιαγραφές του τηλεοπτικού λόγου, ο οποίος δεν ευνοεί την έκθεση επεξεργασμένων πολιτικών θέσεων. Αντιθέτως, ευνοεί τους αφορισμούς.

Είναι γεγονός ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους της πολιτικής από τους θεσμούς στα ΜΜΕ έχει οδηγήσει στην υποκατάσταση του πολιτικού λόγου από τη ρητορική της ατάκας και την πολιτική διαφήμιση. Στα χέρια των διαφημιστών ο πολιτικός λόγος εκφυλίσθηκε σε εύληπτα μηνύματα, που δεν διαφέρουν και πολύ από τα αντίστοιχα για τα απορρυπαντικά! Δυστυχώς, αυτό δεν άλλαξε ούτε με την εκδήλωση της κρίσης.

Στην τηλεοπτική μας δημοκρατία τα πολιτικά ζητήματα συνεχίζουν να εκπίπτουν σε φθηνή εντυπωσιοθηρία, η οποία λειτουργεί σαν ναρκωτικό, που εθίζει την κοινή γνώμη στην παραπολιτική. Τα λεγόμενα ψυχαγωγικά προγράμματα τις τελευταίες δεκαετίες –κάθε χρόνο και χειρότερα– έσπρωξαν την κοινωνία στον νεοπλουτισμό και στην κακογουστιά, με αποτέλεσμα την επιβολή ξιπασμένων κοινωνικών συμπεριφορών. Δεν είναι υπερβολή η διαπίστωση ότι τα ιδιωτικά κανάλια έχουν κατά κάποιον τρόπο διαβρώσει την ψυχή της ελληνικής κοινωνίας και ως εκ τούτου συνέβαλαν αποφασιστικά στο να πέσει η Ελλάδα στα βράχια.