Η φωτογραφία

Αργυρώ Πιπίνη
10

Σ’ όσους είναι ακόμα εδώ.

Σ’ όσους δε βρίσκονται πια κοντά μας

αλλά είναι πάντα δίπλα μας.

Στους μπαμπάδες.

 

Δεν ήταν σίγουρος αν τα ’χε πάρει όλα. Κάνα δυο αλλαξιές, το παλιό παντελόνι που φόραγε τις καθημερινές, τις παντόφλες. Είχε πάρει και τον φακό. Αν ήθελε κάτι άλλο θα του το ’φερναν, θα το αγόραζαν, βρε παιδί μου. Το ζήτημα ήταν να πάει. Και να βολευτεί, να μείνει. Είχε πάρει και τρία κουτιά μπισκότα, από κείνα τα μαλακά που έλιωναν στο στόμα. Σε περίπτωση που… Εντάξει, δεν έπρεπε να σκέφτεται έτσι. Θα πήγαινε και θα ’βλεπε.

Θα κάνεις παρέες, φίλους. Θα δεις”. “Έχω φίλους. Κάποιοι πέθαναν, αλλά μερικοί ζουν. Έχω φίλους, όσους χρειάζομαι.

Σ’ όλη τη διαδρομή είχε το δεξί του χέρι χωμένο στην τσέπη. Κρατούσε το κρύο κινητό. Του το ’χαν πάρει δώρο. Τι να το κάνει το καινούριο κινητό; Είχε κουραστεί να μάθει το παλιό και τώρα πάλι απ’ την αρχή.

Θα μας παίρνεις όποτε θες, θα βγάζεις και φωτογραφίες”.

Την είχε πάρει τη φωτογραφία; Ναι, την είχε βάλει στο φάκελο και την είχε χώσει ανάμεσα στα πουκάμισα. Πού να το ’ξερε πως δεν θα τα χρειαζόταν τα πουκάμισα. Με πιτζάμες και ρόμπες. Όλοι έτσι τριγύριζαν. Με πιτζάμες και ρόμπες. Στην τηλεόραση, στο δωμάτιο αναψυχής, στην τραπεζαρία, όσοι πήγαιναν στην τραπεζαρία και δεν έπαιρναν τον δίσκο με το φαγητό στο δωμάτιο.

Όσοι είχαν δικό τους δωμάτιο αυτό έκαναν. Αλί στους υπόλοιπους. Στα δωμάτια με τρεις φιλοξενούμενους, έτσι τους αποκαλούσε το προσωπικό, δεν ήξερες από πού να φυλαχτείς. Ένας μίλαγε μόνος του. Πολλές ώρες. Ακόμα και το βράδυ. Μίλαγε, μίλαγε. Τι να του πεις; Δεν το ’θελε ο καημένος, άρρωστος ήταν.

Στην επίσκεψη, είπε στον Αντρέα να ζητήσει να του αλλάξουν δωμάτιο. Αν γινόταν. Δεν γινόταν. Τα μονόκλινα κόστιζαν πολύ ακριβά και η σύνταξή του δεν έφτανε. Τόσα χρόνια που δούλευε. Άχρηστα. Όλα άχρηστα. Κι εκείνοι δεν μπορούσαν να τσοντάρουν. Δεν το είπε, αλλά φαίνεται πως ο Αντρέας διάβασε τη σκέψη του.

Αργότερα, πατέρα. Όταν θα φτιάξουν τα πράγματα”. Έτσι είπε ο γιος του. “Μέχρι τότε εγώ θα ’χω πεθάνει. Ούτε αυτό το είπε, κι αυτή τη φορά ο Αντρέας δεν διάβασε τη σκέψη του.

Περίμενε το βράδυ. Όλη μέρα το βράδυ περίμενε. Και όταν έκλειναν τα φώτα και ησύχαζε ο κοιτώνας, και κοιμόταν ο συγκάτοικος, και άκουγε το κοφτό ροχαλητό του, τότε τραβούσε τον φάκελο κάτω από το μαξιλάρι, τον άνοιγε και έβγαζε τη φωτογραφία. “Αχ, κόρη μου.

Κουκουλωνόταν με το πάπλωμα σαν να ’ταν σε σκηνή κι έπαιζαν τους Ινδιάνους, άναβε τον φακό, φακός στο ένα χέρι, φωτογραφία στο άλλο, και γέλαγε και έκλαιγε, “Παιδί μου, παιδί μου”, και τη φιλούσε και της μιλούσε και την κοίταζε μέχρι να τον πάρει ο ύπνος.