Το αντίδοτο στην παρακμή και το έλλειμμα της Αριστεράς

Λαοκράτης Βάσσης697


Στις δύσκολες περιόδους της κοινωνικής αποσάρθρωσης και γενικότερης παρακμής που διανύει ο τόπος μας, υπάρχει μεγάλη ανάγκη επαναπροσδιορισμού των πολιτιστικών-ταυτοτικών στοιχείων που αποτελούν τη συγκολλητική ουσία του κοινωνικού ιστού. Δυστυχώς, εκ των πραγμάτων, αποκαλύπτεται ένα γενικότερο έλλειμμα σε αυτό το πεδίο απ’ τη μεριά της Πολιτείας, αλλά και ειδικότερα απ’ τη μεριά της Αριστεράς.

Όταν μιλώ για έλλειμμα πολιτιστικής πολιτικής στον τόπο μας, δεν εννοώ πως μας λείπει ένα ιδεολογικό σύστημα πολιτιστικών αξιών, συνήθως θεωρούμενων αναλλοίωτων, ένα κλειστό δηλαδή αξιακό σύστημα, ένα πολιτιστικό δόγμα. Εννοώ ότι μας λείπουν γενικές πολιτιστικές συντεταγμένες και μακράς πνοής πολιτιστικές κατευθύνσεις, που θα μας επιτρέψουν να συνεχίσουμε το πολιτιστικό μας ταξίδι ως ελληνική συλλογικότητα:

  • Ξετυλίγοντας και εμπλουτίζοντας διαρκώς την πολιτιστική μας ιδιαιτερότητα, με τον οικουμενικής ακτινοβολίας αξιακό της πυρήνα και με βαθιά πάντοτε συνείδηση πως άλλο διαβατήριο προς το μέλλον από την ποιοτική πολιτιστική δημιουργία του λαού μας δεν υπάρχει.
  • Προσθέτοντας το όποιο ιδιαίτερο πολιτιστικό μας χρώμα στο οικουμενικό πολιτιστικό ουράνιο τόξο και στην πολύχρωμη ομορφιά της πλανητικής μας πατρίδας, κατά πως μας δίδαξε και ο Διονύσιος Σολωμός: Κάθε μικρός τόπος, για να καταθέσω μια διασταλτική ερμηνεία γνωστής θέσης του εθνικού μας ποιητή, πρέπει να κοιτάζει προς το «παγκόσμιο σύστημα», να στυλώνεται στο κέντρο της εθνικότητας και να υψώνεται κάθετα (Στοχασμοί-Ελεύθεροι Πολιορκημένοι).

Πολιτιστικό έλλειμμα

Περνώντας απ’ το έλλειμμα πολιτιστικής πολιτικής στο πολιτιστικό μας έλλειμμα καθαυτό, θα σημειώσω τα εξής:

  • Απ’ την αρχή της Μεταπολίτευσης, οπότε και αρχίσαμε να ξεφεύγουμε απ’ τη χρόνια παγίδευσή μας στον προγονολατρικό εθνοκεντρισμό, είμαστε ως ελληνική κοινωνία σε κατάσταση παρατεταμένης πολιτιστικής αμηχανίας. Αμηχανίας επικαλυπτόμενης, όμως, όλο και περισσότερο από μια εσπεριόπληκτη εκδοχή εκσυγχρονισμού, αρκούντως αποδομητική παντός του ελληνικού.
  • Μαζί με τα παρελθοντοκεντρικά απόνερα, πετάει και το «παιδί». Μαζί με την αρχαιολατρία πετάει και τους αρχαίους. Μαζί με την ελληνολατρία πετάει και τους Έλληνες. Μαζί με την απλοϊκή (γραμμική) εκδοχή της ιστορικής μας συνέχειας πετάει και την ίδια την ιστορική μας συνέχεια. Διακινεί προοδευτικοφανώς τη θεωρία πως ούτε λίγο ούτε πολύ η σημερινή Ελλάδα είναι ένα κατασκευασμένο (από το κράτος) εθνικό μόρφωμα, που προέκυψε από τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Κι αυτό κατά «αναμηρυκαστική» μεταφορά στα καθ’ ημάς της νεωτερικής ιστοριογραφίας, που, αγνοώντας το ελληνικό παράδειγμα και όχι μόνο, αποφαίνεται αυθεντικά πως «το κράτος κατασκευάζει το έθνος».

Καμιά φορά και μεγάλοι ιστορικοί, όπως ο Έρικ Χομπσμπάουμ, λένε απλοϊκές ή και ανιστόρητες -ας μου επιτραπεί- απολυτότητες. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (27.3.1995) διατύπωνε απόψεις του είδους: «Το ελληνικό έθνος δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα. Στον πόλεμο της ανεξαρτησίας οι  Έλληνες δεν πολέμησαν εναντίον των Τούρκων ως Έλληνες. Πολέμησαν ως Χριστιανοί εναντίον Μουσουλμάνων».

Μ’ αυτές, όμως, τις δήθεν εκσυγχρονιστικές απόψεις μετακινηθήκαμε απ’ τα στερεότυπα της πάντοτε προβληματικής εθνικής μας ιδεολογίας, όπως αυτή θεμελιώθηκε κατά την οθωνική περίοδο (Βαυαροκρατία), στον αντίποδά τους. Απ’ την ακρότητα του νοσηρού ελληνοκεντρισμού μετακινηθήκαμε προς την ακρότητα του εξίσου νοσηρού αντιελληνοκεντρικού «εκσυγχρονισμού».

Αυτός, μαζί με έναν μιμητικό «ευρωπαϊσμό», στον οποίο άρχισαν να προστίθενται και μεγάλες δόσεις «νεοταξικής» μετανεωτερικής σύγχυσης, προβλήθηκε (με κορύφωση στην περίοδο Σημίτη) περίπου ως προανάκρουσμα της νέας εθνικής μας ιδεολογίας. Χωρίς όμως να υπάρξει κατάθεση συγκεκριμένης πρότασης εθνικής και ειδικότερα πολιτιστικής «εκσυγχρονιστικής» στρατηγικής, που, αν μη τι άλλο, θα συνιστούσε και ανάληψη ευθύνης για τη σηματοδοτούμενη γραμμή πλεύσης του τόπου μας.

Ταλανιζόμαστε απ’ τις νοσηρές ακρότητες του δίπολου: «παράδοση» – «εκσυγχρονισμός», που στην πιο συνήθη εκδοχή του μεταμορφώνεται σε δίπολο: «εθνικισμός» – «αποεθνοποίηση» (και όχι «αντιεθνικισμός», όπως προβάλλεται, γιατί βολεύει!). Σερνόμαστε προς το μέλλον:

  • Χωρίς πολιτική πολιτισμού εντός των ορίων μας.
  • Χωρίς πολιτική πολιτισμού στην Ευρώπη.
  • Χωρίς πολιτική πολιτισμού στο παγκοσμιοποιούμενο διεθνές περιβάλλον.
  • Χωρίς πολιτική στήριξης της πολιτιστικής μας ιδιαιτερότητας στην Ευρώπη και στο σύγχρονο κόσμο.
  • Χωρίς πολιτική στήριξης των εκτός Ελλάδος προαιώνιων εστιών του ελληνικού πολιτισμού.
  • Χωρίς πολιτική πολιτιστικής στήριξης της ανά τον κόσμο ελληνικής ομογένειας.
  • Χωρίς πολιτιστική πολιτική για τους μετανάστες.
  • Χωρίς -που είναι και το μείζον- στέρεη πολιτιστική βάση στην παιδεία μας, που αυτή πρωτίστως διαμορφώνει την ελληνική συνείδηση στα παιδιά μας.
  • Χωρίς, εν τέλει, πυξίδα προσανατολισμού στο θολό ωκεανό της παγκοσμιοποίησης, που θα καταπιεί όσες πολιτιστικές ιδιαιτερότητες δεν είναι προετοιμασμένες να αντέξουν τα ισοπεδωτικά του κύματα.

Έλλειμμα αριστερής πολιτιστικής πολιτικής

Θα προτάξω μια πρώτη αφοριστική θέση, προέκταση της αυτονόητης παραδοχής πως δεν υπάρχει ο τόπος για την Αριστερά, αλλά η Αριστερά για τον τόπο. Ο προβληματισμός μου θα εστιαστεί σε τρία αλληλοπροσδιοριζόμενα θέματα:

  • Αριστερά και πολιτιστική «καθοδήγηση».
  • Αριστερά και πολιτιστική ιθαγένεια.
  • Αριστερά και πολιτιστική ποιότητα.

Και τα τρία συνδέονται με χρόνιες αδυναμίες της Αριστεράς, που βραχυκυκλώνουν την πολιτιστική της λογική και συνακολούθως την όποια πολιτιστική της παρέμβαση.

Η συντελούμενη παγκοσμιοποίηση, με το γκρίζο πολιτιστικό της «πρόσωπο» και τα «λύματα» της διακινούμενης υποκουλτούρας, αναδεικνύει ως πρώτη προτεραιότητα, ως στρατηγική προτεραιότητα, την πολιτική πολιτισμού των εθνικών συλλογικοτήτων. Δι’ αυτής και η σωστή άμυνα, πέρα από αφελείς λογικές αμυντικής περιχαράκωσης, στην επελαύνουσα πολιτιστική ισοπέδωση.

Που σημαίνει πως στην ομιχλώδη τροχιά της, η πολιτιστική πρωτοπορία είναι η βαθύτερη ουσία της πολιτικής πρωτοπορίας και συνακόλουθα ο πρωταρχικός όρος της ιδεολογικής ηγεμονίας κάθε αληθινά ελπιδοφόρας πολιτικής δύναμης. Όμως, κι αυτό θα το πούμε αναλυτικά πιο κάτω, πολιτιστική πρωτοπορία δεν μπορεί να είσαι, αν δεν πατάς γερά και σωστά στον τόπο σου.

Αριστερά και πολιτιστική «καθοδήγηση»

Θα ήταν άδικο να προσάψει κανείς στη σύγχρονη Αριστερά την παλαιοκομμουνιστικώ τω τρόπω αντίληψη του «καθοδηγείν», με την ιστορικά βεβαρημένη πολιτική του έννοια. Μία έννοια που αναπέμπει στην αμαρτωλή σχέση: «καθοδηγητές» (ως πεφωτισμένα υποκείμενα της ιστορίας τους) – «καθοδηγούμενοι» (ως αντικείμενα της ιστορίας τους), στην πολιτική της φιλοσοφία και στα μοιραία συνακόλουθά της.

Αυτό, όμως, καθόλου δεν σημαίνει πως εξέλιπαν παντελώς λογικές και πρακτικές του είδους, ή πολύ περισσότερο πως η Αριστερά έχει ήδη κατακτήσει μιαν άλλη ποιότητα πολιτικής παρέμβασης στον πολιτισμό.

Είναι ως προς αυτό αρκούντως αμήχανη, με όλες τις καλές προθέσεις της, όπως δείχνει και η όποια ως τώρα πολιτιστική της δραστηριότητα. Που σημαίνει πως πρέπει, ως ιδεολογική επιλογή, αφενός να αφήσει πίσω το κάθε υπόλειμμα «καθοδηγητικής» πολιτιστικής πολιτικής και αφετέρου να βρει το ποιοτικό «αλλιώς» στην άσκηση της πολιτιστικής της πολιτικής. Το νέο τρόπο της ιδεολογικά αποβραχυκυκλωμένης πολιτιστικής της παρέμβασης.

Αφήνοντας ανοιχτό το θέμα αυτής της άλλης πολιτιστικής λειτουργίας, αυτού του ποιοτικού «αλλιώς», περνώ δι’ ολίγων στο χαρακτήρα μιας σύγχρονης αριστερής πολιτικής πολιτισμού, στις βασικές της κατευθύνσεις. Και αυτό, αν όχι κυρίως αυτό, είναι το μεγάλο και δύσκολο ζητούμενο, καθώς λιγοστεύουν πολύ τα αυτονόητα στις γραμμές της Αριστεράς.

Θα προσπαθήσω απλώς να δώσω το στίγμα μιας σύγχρονης αριστερής πολιτικής πολιτισμού, που, μαζί με το «καθοδηγείν», αφήνει πίσω της συνολικά την παλιά «ιδεολογικοποίησή» της με όλα τα περί την «γραμμή», την «ταξικότητα» και τη «στράτευση» συμπαρομαρτούντα. Θα τονίσω πως δεν μπορεί παρά να προσδιορίζεται:

  • Από μια γενικότερη ποιοτική αντίληψη για τον πολιτισμό ως υπέρτατο αγαθό όλων των ανθρώπων και για όλους τους ανθρώπους.
  • Από μια ειδικότερη ποιοτική αντίληψη, σε διαλεκτική σχέση με τη γενικότερη, για τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική πολιτιστική ιδιαιτερότητα στο παγκοσμιοποιούμενο διεθνές περιβάλλον.

Και με δεδομένο πάντοτε πως ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός είναι μια απ’ τις σύμφυτες διαστάσεις της συγκεκριμένης παγκοσμιοποιητικής επέλασης. Που σημαίνει πως δεν νοείται αριστερή πολιτιστική πολιτική χωρίς ανοιχτό μέτωπο κατά του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της «παγκοσμιοποίησης». Οπότε και ανακύπτει ως μείζον ζήτημα η σχέση της σύγχρονης Αριστεράς με την πολιτιστική ιθαγένεια, στην προσέγγιση της οποίας και περνώ.

Αριστερά και πολιτιστική ιθαγένεια

Έχω πλήρη συνείδηση πως πρόκειται για ένα απ’ τα πλέον ναρκοθετημένα ζητήματα, απ’ αυτά που τα συνοδεύουν απίθανες συγχύσεις, αλλά και αμφίθυμες, δύσθυμες, έως και αλλεργικές αντιδράσεις στο άγγιγμά του. Προτρέχω να τονίσω όσο πιο καθαρά μπορώ πως οι «ρίζες», το «εθνικό», το «εθνο/πολιτιστικό» και το «ελληνικό», η ελληνική δηλαδή πολιτιστική ιθαγένεια, καλώς εννοούμενα, όχι μόνο δεν είναι ασύμβατα μεγέθη με την ελληνική Αριστερά, αλλά απολύτως αλληλοπροσδιοριζόμενες διαστάσεις της ταυτότητάς της.

Γιατί; Επειδή ο ελληνικός λαός, όπως και κάθε λαός, δεν είναι μια αφηρημένη συλλογικότητα με «φαντασιακά» κατασκευασμένη την πολιτιστική και εθνική του ταυτότητα. Είναι μια συγκεκριμένη, ιστορική και δρώσα συλλογικότητα, με αδιαμφισβήτητο το υπερτρισχιλιετές πολιτιστικό της βάθος, με ανεκτίμητα πολιτιστικά φορτία και εξαιρετικό αγωνιστικό ήθος ζωής σε κρίσιμες στιγμές της ιστορικής της διαδρομής. Κατά τον Σβορώνο έχει την αντίσταση στο ιστορικο/πολιτισμικό της κύτταρο.

Αλίμονο αν η ελληνική Αριστερά αρνείται την ελληνική πολιτιστική ιθαγένεια, αν αποχρωματίζει εθνο/πολιτισμικά την κοινωνική της διάσταση, αν δεν εκφράζει καθολικά την «ψυχή» της ελληνικής συλλογικότητας. Με ανοιχτές πάντοτε όλες τις «πόρτες» κι όλα τα «παράθυρά» μας στον κόσμο, έτσι που το «εθνικό» (ελληνικό) να αναπέμπει στο «ευρωπαϊκό» και τα δυο μαζί στο «οικουμενικό». Στο πολύχρωμο οικουμενικό μέλλον της εναρμονισμένης συνύπαρξης όλων των εθνο/πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων του κόσμου μας.

Ως προς αυτά, είναι αρκούντως διδακτικός ο Εντγκάρ Μορέν, που μόνο αμφίθυμος, δύσθυμος και αλλεργικός δεν είναι με τις γαλλικές «ρίζες». Γράφει, λοιπόν, ο Μορέν (Η πολιτική πολιτισμού, εκδ. Λιβάνη):

«Η ομογενοποίηση, η τυποποίηση, η ανωνυμία, τείνουν να καταστρέψουν τους ποικίλους πολιτισμούς και οδηγούν στην απώλεια των ριζών… Πρέπει να κατανοήσουμε ότι είναι αναγκαίο να ανατρέξουμε ξανά στις πηγές, στις ρίζες… Η επιστροφή στις πηγές, την οποία προτείνουμε, συνδυάζει την επιστροφή στη γαλλική πηγή, στην ευρωπαϊκή και στην πηγή της Γης… Υπάρχουν δυο τρόποι να ξαναβρούμε την πίστη του έθνους στον εαυτό του. Ο ένας είναι το εθνικιστικό κλείσιμο, ο άλλος είναι ο πατριωτισμός και το άνοιγμα… Δεν πρέπει να αποβάλλουμε τη γαλλική μας ταυτότητα, αλλά πάντοτε να εντασσόμαστε και τοποθετούμαστε στο παγκόσμιο».

Αριστερά και πολιτιστική ποιότητα

Αφήνοντας πίσω αρνητικά φορτία, όπως η «καθοδήγηση», η «γραμμή», η «ταξικότητα», η «στράτευση», αλλά και το περί «δικών» μας, άλλη αμαρτωλή ιστορία κι αυτή, θα πρέπει να υπάρξει αριστερή συνεννόηση τουλάχιστον σε τρία κρίσιμα ζητήματα:

Πρώτον: Ο πολιτισμός στο βαθύτερό του περιεχόμενο είναι κοινό κτήμα όλων των ανθρώπων. Που σημαίνει πως το «αριστερό» και το «δεξιό» στα ανοιχτά του πεδία δεν είναι αυτονόητα δεδομένο δίπολο. Όχι πως δεν υπάρχουν γενικά κριτήρια αριστερής ή δεξιάς πολιτικής στον πολιτισμό.

Ένα παράδειγμα είναι, ας πούμε, το δικαίωμα πρόσβασης όλων στα αγαθά του πολιτισμού και σε συνδυασμό με τη διασφάλιση αισθητικής παιδείας για όλους ή η εμπορευματοποίησή του;

Τέτοια κριτήρια προφανώς και υπάρχουν, που όμως δεν αναιρούν το ότι ο πολιτισμός στο βαθύτερό του περιεχόμενο δεν χωράει στα όποια «αριστερά» ή «δεξιά» πολιτικά κουτάκια.

Δεύτερον: Η ποιότητα είναι το υπέρτατο κριτήριο μιας σωστής αριστερής πολιτικής για τον πολιτισμό, που είναι πάντοτε το διαλεκτικό ισοδύναμο της σχέσης του με την ελευθερία αλλά και η δικαίωσή της. Το πώς ορίζεται η ποιότητα είναι ένα τεράστιο θέμα, που προϋποθέτει, αλλά και αναδεικνύει την ποιότητα του κρίνοντος. Σε κάθε όμως περίπτωση, όσο κι αν είναι δυσκολοπροσδιόριστο, δεν υπάρχει άλλο αριστερό κριτήριο για τον πολιτισμό (σαν αυτά, ας πούμε, που δεν θέλουμε να τα θυμόμαστε!) απ’ την ποιότητά του.

Τρίτον: Στα του πολιτισμού και της ποιότητάς του «νομοθετούν» οι ίδιοι του οι δημιουργοί. Και «νομοθετούν» με αισθητικά και όχι με πολιτικά κριτήρια. Που σημαίνει, διδαγμένοι κι απ’ τις αμαρτωλές πλευρές του αριστερού παρελθόντος, καμιά «καθοδηγητική» παρέμβαση σε θέματα δημιουργίας δεν είναι συμβατή με την Αριστερά, που συνυφαίνει την ύπαρξή της και το ρόλο της με την ελευθερία και την ποιότητα της ανθρώπινης δημιουργίας. Που είναι αφιερωμένη στην πολύχρωμη άνθιση της ανθρώπινης δημιουργίας και του πολιτισμού, ως μόνου διαβατηρίου που αναγνωρίζουν οι δρόμοι προς το καλύτερο μέλλον.

Κλείνω, παραθέτοντας μια δεύτερη αφοριστική θέση, συνέχεια της πρώτης:

Η σύγχρονη Αριστερά, για να μπορεί να διεκδικεί ρόλο πολιτικής και πολιτιστικής πρωτοπορίας, άρα την ιδεολογική της ηγεμονία, με την γκραμσιανή έννοια, πρέπει να έχει τόπο, αλλά και να πατάει γερά και σωστά στον τόπο της. Απ’ τον τόπο της θα ανυψωθεί στο υπερτοπικό και στη συνάντηση με όλους τους τόπους του κόσμου. Γιατί, εντέλει, μια Αριστερά χωρίς τόπο είναι μια ανέστια και καθ’ όλα άτοπη Αριστερά, που δεν μπορεί να αγναντέψει το πολύχρωμο μέλλον της πλανητικής πατρίδας των πατρίδων.

bookmark icon
error: Content is protected !!