Ο άκαρδος Αύγουστος

Αργυρώ Πιπίνη
199
Ο άκαρδος Αύγουστος, Αργυρώ Πιπίνη

Την πονάγανε τα πόδια της. Απ’ το πρωί. Ξύπνησε απ’ τον πόνο. Το δεξί γόνατο την πέθαινε. Ήπιε σιρόπι απ’ το μπουκάλι και ξανακοιμήθηκε. Δευτέρα. Πέρασε η ώρα. Απόγευμα κιόλας. Και δεν είχε τίποτα. Έπρεπε να βγει στη γύρα. Νηστική από προχτές. Τις μέρες που ήταν κλειστά τα μαγαζιά έβρισκε πολλά. Καλούδια. Τι να ’κανε με τα πράγματα; Δεν ήθελε να τα κουβαλάει μαζί της, αλλά είχε χάσει την καλή καβάντζα και φοβόταν να τ’ αφήσει στην πόρτα της μονοκατοικίας.

Τα ζαλώθηκε και ξεκίνησε για την πλατεία. Στα μισά της ήρθε ζαλάδα. Σταμάτησε να πάρει ανάσα. Από τον Νέο Κόσμο στη Νέα Σμύρνη με τα πόδια. Όλοι την κοίταζαν. Δεν ήταν η ιδέα της ― όλοι την κοίταζαν. Μαζεύτηκε. να μη φαίνονται οι λεκέδες στην μπλούζα, το χαλάρωμα στη μέση του παντελονιού. Το χειρότερο ήταν τα παπούτσια τα είχε καθαρίσει, είχε βάλει μέσα καινούριο χαρτόνι, απορροφητικό. Αλλά για τις μύτες και τα τακούνια δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Τα πόδια της έτρεμαν. Συννεφιά, ζέστη, υγρασία. Η άσφαλτος ανάσαινε. Άκαρδος ο Αύγουστος. Κι άμα είσαι φτωχός, αληθινός δολοφόνος.

Να εδώ, θα καθίσω. Άμα καθίσω ήσυχη, μπορεί και να τη βγάλω καθαρή. Εκεί έξω τριγυρνάνε οι λύκοι, όχι, όχι οι λύκοι, οι λύκοι είναι περήφανα ζώα. Ύαινες τριγυρνάνε, ύαινες που τους βοηθάνε τα όρνια.

Ακούμπησε τα πράγματα στη μάντρα του πάρκου. Κοίταξε τον ουρανό, τα δέντρα, τον κόσμο. Μετά έβγαλε το παιχνίδι απ’ την τσέπη αργά, διστακτικά, και το έσφιξε με δύναμη. Το περιεργαζόταν σαν να μην ήξερε τι ήταν, πώς είχε βρεθεί στα χέρια της, τι έπρεπε να το κάνει. Το κουδουνάκι χτύπησε και μύρισε κάτι γαλάζιο. Ταλκ και παιδική κρέμα και μωρουδίλα. Το ακούμπησε στο μάγουλό της· ντιν, ντιν, το κουδουνάκι. Έσφιξε τα δάχτυλά της, τα άνοιξε, τα έσφιξε και πάλι. Κι άρχισε να μιλάει. Μην κλαις, μωρό μου, μην κλαις. Θα σε πάω σ’ ένα ωραίο μέρος στην εξοχή. Ξέρω πού είναι αυτό το μέρος. Σε μια καλύβα στο βουνό. Σε έναν βράχο στην παραλία. Και τα πουλιά θα τραγουδούν και τα κύματα θα μουρμουρίζουν.

Τα σύννεφα έτρεχαν, έτρεχαν. Ντι, ντιν, ντιν, ντιν. Άρχισε να ψιχαλίζει. Πιο πολύ ράντισμα παρά βροχή. Ξάπλωσε στον μαντρότοιχο με το παιχνίδι στα χέρια. Ντιν ντιν, το κουδουνάκι. Μην κλαις, μωρό μου, μην κλαις. Το καλοκαίρι θα πάμε στο βουνό, στη θάλασσα. Της φάνηκε πως δρόσισε. Ένα αεράκι φύσηξε ξαφνικά. Κάντε κάτι για να το σώσετε, είπε στους γιατρούς. Κάντε κάτι, σας παρακαλώ.

Χτες είδε πάλι το όνειρο. Κολύμπαγε λέει σε κατακάθαρα νερά κι άκουγε ένα θόρυβο. Νερό που πάφλαζε, σαν να έπεφτε από ψηλά. Και φοβόταν αλλά συνέχιζε το κολύμπι. Τι είναι ο θάνατος; Ύπνος; Σκέτο σκοτάδι; Ο θάνατος είναι αποκούμπι. Βαθύς ύπνος χωρίς όνειρα. Κι έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη έπιασε το τραγούδι:

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά,
 έλα πάρε και τούτο,
 μικρό μικρό σου το ‘δωσα
 μεγάλο φέρε μου το.
 Μεγάλο σαν ψηλό βουνό,
 ψηλό σαν κυπαρίσσι,
 ν’ απλώνονται οι κλώνοι του
 σ’ ανατολή και δύση.

Φωτογραφία: Sally Mann