Το "Πολυτεχνείο" του χαράκτη Α. Τάσσου

Παυλόπουλος Δημήτρης
1194
Το Πολυτεχνείο του χαράκτη Α. Τάσσου, Δημήτρης Παυλόπουλος

Η λαϊκή εξέγερση στο Πολυτεχνείο το Νοέμβρη του 1973 δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους Έλληνες εικαστικούς καλλιτέχνες. Συγκλονισμένος, ο χαράκτης Α. Τάσσος (1914-1985), τρεις μέρες μετά την εξέγερση, στις 20 Νοεμβρίου 1973, άρχισε στο σπίτι-εργαστήριό του, στο Μετς, να χαράζει τη μνημειακών διαστάσεων (90×528 εκ.) επιτοίχια ξυλογραφία του «17 Νοέμβρη 1973», όπως θυμόταν ο φίλος του, δημοκράτης δημοσιογράφος Κώστας Νίτσος (1920-2015).

Ο Α. Τάσσος δουλεύει το κεντρικό τμήμα της ξυλογραφίας «17 Νοέμβρη 1973», 1974 (φωτ. Σπύρος Καραχρήστος).

Νεανικές αγωνιστικές μνήμες αναδύονταν κάθε στιγμή από τη νύχτα των άγραφων και αχάρακτων ξύλων. Πρόσωπα-μάρτυρες της απριλιανής δικτατορίας, όπως ο πρώτος νεκρός του Πολυτεχνείου Διομήδης Κομνηνός (1956-1973), ο ανάπηρος από τα απάνθρωπα βασανιστήρια ηρωικός αξιωματικός Σπύρος Μουστακλής (1926-1986), ο πρώτος δολοφονημένος πολιτικός κρατούμενος Παναγιώτης Ελής (1922-1967), πρωταγωνιστούν στις ξυλογραφίες. Τα χαραγμένα ξύλα μεταφέρονταν και αποθηκεύονταν μυστικά σε ισόγειο διαμέρισμα της οδού Δεινοκράτους 21, στο Κολωνάκι.

Α. Τάσσου, «Μνήμη Παναγιώτη Ελή», 1973, ξυλογραφία (φωτ. Σπύρος Καραχρήστος).

Ένα μελαγχολικό απόγευμα του 1973 ο ίδιος ο χαράκτης λέει ότι βρέθηκε σε ερημική αμμουδιά του μεσσηνιακού κόλπου μπροστά στο έναυσμα για την ξυλογραφία του "Απροσδόκητη Συνάντηση". Στο έργο απεικονίζονται δύο κρανία κριαριών, ειρωνική αναφορά στη ματαιότητα για τα πολιτικά πράγματα και για την καθημερινή ζωή. Ο γεννημένος στη μεσσηνιακή γη Α. Τάσσος από το 1972 είχε αποκτήσει οικόπεδο στο Πεταλίδι, όπου, με την αγαπημένη σύντροφό του, ζωγράφο-χαράκτρια Λουκία Μαγγιώρου (1914-2008), έφτιαξε σπίτι.

Χωρίς αλαζονεία και έπαρση

Α. Τάσσου, «Απροσδόκητη Συνάντηση», 1973, ξυλογραφία (φωτ. Σπύρος Καραχρήστος).

Τις ξυλογραφίες του από την περίοδο 1967-72, συμπληρωμένες από άλλες της διετίας 1972-74, τις τύπωσε ο πιστός μαθητής και βοηθός του Σπύρος Καραχρήστος (1945). Εκτέθηκαν με τίτλο «Μαύρο-Άσπρο 2» στην Εθνική Πινακοθήκη Αθήνας το 1975, και στο φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, στο Δημαρχείο Βόλου και στα Παπαστράτεια Αγρινίου το 1976.

Λεπτομέρεια της ξυλογραφίας του Α. Τάσσου «17 Νοέμβρη 1973», 1975 (φωτ. Σπύρος Καραχρήστος).

Ο χαράκτης συνέχιζε με την ενότητα των έργων του αυτή την προηγούμενη ενότητά του (Μαύρο-Άσπρο 1), του 1961-66. Και οι δύο συμβολικές ενότητες, με την ασπρόμαυρη πένθιμη αυστηρότητά τους, τερμάτιζαν αλληγορικά την περίοδο των έγχρωμων ξυλογραφιών των χρόνων 1947-60. Παράλληλα συνιστούσαν εύγλωττο πολιτικό σχολιασμό των ιστορικών συμβάντων. Ασκητικές, ιερατικές μορφές ανδρών και γυναικών με έντονα βλέμματα στέκονται σιωπηλές αλλά αποφασισμένες!

Η έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης, η οποία εγκαινιάστηκε στις 28 Νοεμβρίου 1975 και έληξε στις 19 Ιανουαρίου 1976, είχε πάνδημη προσέλευση. Ο χαράκτης ξεναγούσε τα πλήθη των επισκεπτών, που θεωρούσαν ένα είδος μέθεξης την παρουσία τους. Συγκινημένος, έμοιαζε σαν να μιλούσε σε καθέναν από τους απλούς ανθρώπους. Γιατί ο Α. Τάσσος προσέγγιζε τους άλλους έτσι, χωρίς ίχνος αλαζονείας και έπαρσης…

Ο Α. Τάσσος μιλάει σε πλήθος κόσμου μπροστά από την ξυλογραφία του «17 Νοέμβρη 1973» στην Εθνική Πινακοθήκη, στις 19 Ιανουαρίου 1976, τελευταία μέρα της έκθεσής του (φωτ. Σπύρος Καραχρήστος).
  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.