Η χελώνα και το φάντασμα του σχολείου
30/08/2025
Χαίρετε και καλημέρα τσ’ αφεντιά σας, όπως έλεγαν κάποτε οι ταπεινοί… Θεωρώ απαραίτητο ένα ιδιαίτερο προοίμιο, για τη σημερινή ιστορία, η οποία είναι προσωπική, από τα παιδικά μου χρόνια. Όπως θα έχετε παρατηρήσει (οι τακτικοί αναγνώστες) δημοσιεύω στο φιλόξενο Sl-press μερικές ιστορίες, που κάποιοι από σας, μού τις έχετε χαρακτηρίσει ως «λαογραφικές» (καταγραφή γεγονότων εκ του παρελθόντος) και ότι θα έχουν ενδιαφέρον για κάποιον που θα τις διαβάσει στο μέλλον!
Το ωραίο είναι ότι 3-4 φίλοι που ζούνε στην επαρχία, με αφορμή ακριβώς αυτά τα κείμενα, άρχισαν να καταγράφουν δικές τους παλιές ιστορίες, δημοσιεύοντάς τες στον τοπικό τύπο! Η πλάκα είναι που κάποιος εκδότης, που με διαβάζει …πιστά, πρότεινε να κάνουμε ένα βιβλίο με τα «λαογραφικά» κείμενα που αναρτήθηκαν στο Slpress, κυρίως για κάποιους νεότερους, με ενδιαφέροντα και εκτός από το κινητό τους! Η ιστορία που θα Σας διηγηθώ, συνέβη στο χωριό μας, τα Σιταράλωνα Τριχωνίδας, όταν εγώ ήμουν 11 ή 12 ετών.
Το χωριό έχει μία εκκλησία, τον Άγιο Παντελεήμονα, που για να αποπερατωθεί, συνέδραμε πολύ ο πατέρας μου Αλέξανδρος, όχι τόσο με χρήματα (ένεκα τέσσερα παιδιά, που όλα τα …έστειλε σε ανώτατες σχολές), αλλά βοηθώντας με ενέργειες, για αναζήτηση χρημάτων από δωρεές, κυρίως οργανώσεων ομογενών στην Αμερική. Ο Άγιος Παντελεήμονας γιορτάζεται στις 27 Ιουλίου. Υπάρχει κι ένα μικρό εκκλησάκι στο νεκροταφείο του χωριού, που είναι στο όνομα της Αγίας Παρασκευής, η οποία γιορτάζει στις 26 Ιουλίου. Έτσι κάθε χρόνο, το χωριό είχε ένα πανηγύρι τριών ημερών, από την παραμονή 25 Ιουλίου, ως στις 27, τη νύχτα.
Τα τρία καφενεία που υπήρχαν τότε στο χωριό, καλούσαν (από κοινού) μία παραδοσιακή ορχήστρα, η οποία έστηνε το πάλκο της, ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι του σπιτιού, του παππούλη μου Γιώργου, πατέρα της μητέρας μου Ελένης. (Χωρίς σκυλάδικα μικρόφωνα…) Οι γονείς μας κι εμείς τα παιδιά κατεβαίναμε στην πλατεία. Οι ανύπαντρες θείες μου Θωμαΐς και Χαρίκλεια, με την γιαγιά την Κατερίνη και την βάβα, την μάνα της, καθόντουσαν με καμιά γειτόνισσα στο μπαλκόνι χωρίς φως και πίσω απ’ τα φύλλα μίας κληματαριάς, βλέπανε κρυφά τους άλλους να διασκεδάζουν, γιατί τα αδέρφια τους που ήταν αυστηροί (και ανόητοι) θεολόγοι, δεν τις επέτρεπαν να διασκεδάσουν στην πλατεία… (Α! Τότε ήταν μόδα η μπίρα, για ποτό…) Προς το τέλος του χωριού, πηγαίνοντας προς το Θέρμο, ήταν το τοπικό Δημοτικό Σχολείο, με δύο αίθουσες.
Επειδή, τα πολύ παλιά χρόνια, κανένας δεν έδινε ένα μέρος από τη γη του, για να χτιστεί σχολείο μέσα στο χωριό, αποφασίσανε και το χτίσανε στην πλαγιά ενός λόφου, με κάμποσα μέτρα ανήφορο… Έβγαινε η γλώσσα, μαθητών τε και διδασκόντων… Πάντως, το σχολείο φαινόταν από όλο το χωριό. Στην άλλη άκρη του χωριού υπήρχε ένα (ει)κόνισμα δίπλα στο ρέμα, πάνω από το οποίο περνούσε ένα γεφύρι… Για το ρέμα, ακούγονταν διάφορες ανατριχιαστικές ιστορίες με φαντάσματα και σατανάδες που χόρευαν τη νύχτα, εκεί, ακριβώς κάτω από το γιοφύρι, και μάλιστα ξύνανε με πέτρες τα μακριά τους νύχια και έβγαζαν ανατριχιαστικούς θορύβους, κριτς-κρατς-κριτς-κρατς!
Αυτή είναι η περιγραφή του …σκηνικού της σημερινής ιστορίας. Η οικογένειά μας έφευγε από την Πάτρα για τα Σιταράλωνα, κάνα μήνα μετά που έκλειναν τα σχολεία και λίγες μέρες πριν το Πανηγύρι. Μετά, πηγαίναμε στον Δρυμώνα, έξω από το Θέρμο, για παραθέρισμα, όπου είχαμε ένα απλό σπιτάκι δύο …δωματιακίων. Κάποια χρονιά, λοιπόν, θυμάμαι ότι από την πρώτη κιόλας βραδιά του πανηγυριού, εγώ βαριόμουνα, γιατί η φασαρία με τον κόσμο, την ορχήστρα με την τραγουδίστρια (βαφτισιμιά του μπαμπά μου) τα σούρτα-φέρτα…, χαλάγανε τα παιχνίδια που έκανα με κάποια φιλαράκια στο χωριό. Έτσι, τη δεύτερη μέρα του πανηγυριού, έβαλα στο μυαλό μου σχέδιο …φοβεγό και τγομεγό, που έλεγε ο Χατζιδάκις!
Πήγα στην εκκλησία, που ήταν ανοιχτή όλη μέρα (ένεκα εορτασμός) και πήρα ένα κερί χοντρό, χρησιμοποιημένο. Έπειτα επισκέφτηκα το σχολείο, το οποίο ήταν βέβαια κλειστό. Πηγαίνοντας στο πίσω μέρος του, είδα ότι το κατηφορικό έδαφος, εκεί, ήταν μισό(;) μέτρο από τα παράθυρα. Τα οποία παράθυρα ήταν κλειστά και τα έσπρωχνα προς τα μέσα μην τυχόν και κάποιο ανοίξει, αφού ήταν παλιά και ξεχαρβαλωμένα… Τελικά, άνοιξε ένα κι εγώ το επανέφερα, για να φαίνεται κλειστό και έφυγα.
Η ιστορία με την χελώνα του χωριού
Κατηφορίζοντας και περνώντας μέσα από ένα χωράφι, είδα ένα ζωάκι να περπατάει πάνω στο χώμα και τότε πήδηξα από τη χαρά μου, γιατί το σχέδιο που είχα στο μυαλό μου έπαιρνε διαστάσεις… Το ζωάκι ήταν μία χελώνα, ένα ζωντανό που μου άρεσε πάρα πολύ και στον Δρυμώνα βρίσκαμε συχνά γύρω από το σπίτι χελώνες, που δεν τις πειράζαμε, τις παρατηρούσαμε να πηγαίνουν σιγά-σιγά και θυμόμασταν τον μύθο του Αισώπου, το πώς μία χελώνα νίκησε στο τρέξιμο έναν νάρκισσο λαγό! (Οι μερακλήδες, ας ψάξουν για την αισώπεια παροιμία με «τον αετό, τη χελώνα και το λαγό». Δεν σας τη γράφω, γιατί είναι αναισχύντως αθυρόστομη κι αν την «στρογγυλέψω»-«λειάνω», θα θυμίζει τις δικαιολογίες του Μητσοτάκη για την κατάντια μας, αλλά και γενικότερα των πολιτικών εξουσιαστών! Βρίσκουν και κάνουν, βεβαίως-βεβαίως, Τσαγανέα μου!)
Πήρα τη χελώνα στα χέρια μου, προχωρούσα και την έκρυβα στην… πλάτη μου, ώσπου έφτασα στο σπίτι και την έβαλα σ’ ένα άδειο κοφίνι, που ήταν στο ισόγειο βοηθητικό οίκημα του παππούλη μου, με διάφορα γεωργικά εργαλεία, καθώς και τον κάδο που πατούσαν τα σταφύλια τον Σεπτέμβριο! Έριξα και 2-3 φύλλα από τη μουριά της πέτρινης αυλής, γιατί θυμόμουνα ότι οι χελώνες τρώνε χόρτα και δεν πάνε σε εστιατόρια και ταβέρνες, δήθεν ξεχωριστές…
Όταν ήρθε το βράδυ κι άρχισε το πανηγύρι, εγώ μαζί με δύο χωριατόπαιδα (που πριν, τα κέρασα λουκουμάκι σ’ ένα καφενείο), πήραμε τη χελώνα, το κερί, σπίρτα και τραβήξαμε για το σχολείο. Πήγαμε κατευθείαν στο παράθυρο που ήταν ξεκλείδωτο και μπήκαμε μέσα. Άναψα το κερί κι αφού μεγάλωσε η φλόγα του, έσταξα λιωμένο κερί πάνω στο καύκαλο της χελώνας ώστε να στερεωθεί σίγουρα. (Το καύκαλο είναι πολύ σκληρό, φτιάχνουν και όργανα μ’ αυτό στη Λατινική Αμερική, π.χ. το «τσαράνγκο» και σίγουρα δεν πόνεσε το ζωάκι). Έβαλα, για δοκιμή, τη χελώνα με το αναμμένο κερί πάνω στο τραπέζι της έδρας του δάσκαλου κι η χελώνα άρχισε να περπατάει! Το θέαμα ήταν καταπληκτικό…
Μετά, έβαλα τη χελώνα στο περβάζι ενός από τα μπροστινά παράθυρα τα οποία έβλεπαν στο χωριό. Τα παιδιά έφεραν κάμποσες πέτρες μεγέθους πορτοκαλιού και τις έβαλα στην ελεύθερη πλευρά από το περβάζι, για να μην πέσει κάτω η χελώνη! Τότε τα πέτρινα κτίρια είχαν πολύ χονδρούς τοίχους (έφταναν μέχρι 60 και 70 πόντους), οπότε τα περβάζια ήταν σίγουρα 40 πόντους, άρα η χελώνη μπορούσε να κάνει ελεύθερα τις τσάρκες της με το κεράκι πάνω της…
Αφού κατεβήκαμε από το σχολείο και φτάσαμε τρέχοντας στην πλατεία, πλησιάζαμε γέρους και γριές που δε μας γνώριζαν (και που στέκονταν γύρω-γύρω στην πλατεία αλλά δεν ήταν μέσα στα φώτα, ένεκα φτώχειας -άτιμε καπιταλισμέ, γεια σου Λένιν υποσχεσιάκια…) και τούς λέγαμε ότι στο σχολείο υπάρχουν φαντάσματα και σαητάνηδες από το ρέμα, που από το στόμα τους βγάζουν φωτιά και πήγαν να κάψουν το σχολείο… Να, να, να, δείτε εκεί τη φωτιά που την κουνάει ο Βελζεβούλης (προφανώς, δε θυμάμαι …φράσεις, αλλά η «ουσία» είναι ακριβής!)
«Θαύμα», «θαύμα»!
Να μην τα πολυλογώ, μέσα σε λίγα λεπτά διαδόθηκε το «γεγονός» κι όλοι κοίταζαν το σχολείο… Η ορχήστρα σταμάτησε, βγήκε μπροστά ο πρόεδρος, ο δάσκαλος, ένας χωροφύλακας και κάποιοι… άλλοι κι αποφάσισαν να πάνε στο σχολείο, για να δουν τι συμβαίνει. Ειδοποίησαν και τον παπά, ο οποίος πήρε το πετραχήλι του κι ένα θυμιατό για να… διώξει τα φαντάσματα! Ο νεωκόρος, ο Αλέκος Σκαναβής (και κουμπάρος μας) βαρούσε συνέχεια την καμπάνα του Αγίου Παντελεήμονα
Πίσω από τον παπά και τους…επίσημους, πήγαινε κόσμος περίεργος και το θέαμα μου έφερνε στο μυαλό Επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής. Μερικοί έλεγαν «θαύμα», «θαύμα»… Κι εγώ μέσα στο πλήθος, από τους πρώτους μάλιστα, κάπου είδα τον μπαμπά μου και πήγα, δίπλα του… Τον ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε «θα δούμε…». Ένας ντόπιος, που βάδιζε πλάι στον μπαμπά μου, είπε ότι μπορεί να είναι η ψυχή ενός εργάτη, που κύλησε και σκοτώθηκε, όταν χτιζόταν το σχολείο κι από τότε δε βρίσκει ησυχία, η ψυχή του, και ότι θέλει να σκοτωθεί ένας ακόμα, για… πάτσι!
Ειπώθηκαν πολλά… Ο παπάς έψελνε με τον ψάλτη διάφορες «αλληλούιες», αλλά και το λυτρωτικό «σώσον Κύριε τον λαγόν σου»… Ανέβηκαν στο λόφο του σχολείου, οπότε ο δάσκαλος και διευθυντής του, ο Χαρίλαος ο χονδρός, που επέρδετο δημοσίως, άνοιξε την πόρτα, μπήκαν μέσα και βγάλανε τη χελώνα-φάντασμα έξω, μαζί με το κερί. Την κρατούσε μάλιστα ο πρόεδρος του χωριού (μπορεί να ήταν και ο Αχιλλέας Σπαθιάς) και προσπαθούσε να μην του σβήσει το κερί… Ύστερα, στην πλατεία, έβγαλε λόγο ο παπάς και είπε ότι δεν ήταν φάντασμα και να μη φοβούνται, γιατί τους προστατεύει όλους ο Άγιος Παντελεήμονας, ο μεγαλομάρτυς και ιαματικός, που όταν τον αποκεφάλισαν δεν έτρεξε αίμα, αλλά γάλα (και… ουίσκι)!
Το γλέντι συνεχίστηκε… Εμείς όμως τα τρία διαολόπαιδα, πηγαίναμε σε άτομα μεγάλα στην ηλικία και ρωτούσαμε τι έγινε… «Ήταν πραγματικά ένα φάντασμα με λαμπάδα στο σχολείο; Αλήθεια;» Τα γερόντια λέγανε «ο παπάς είπε πως δεν ήταν τίποτε… Αλλά εμάς δεν μας γελάνε και ότι ήταν πραγματικό φάντασμα» και κάνανε το σταυρό τους… Ε ρε γέλια… Και τις επόμενες μέρες αυτό κουβέντιαζαν… Φυσικά οι ένοχοι δεν …συνελήφθησαν ποτέ!
Επίλογος με τσιπλάκη…
Τα επόμενα χρόνια που επισκεπτόμαστε το χωριό για τους παππούδες και το πανηγύρι, δεν εχάρην έτερα «ανδραγαθήματα», αφού πλέον ενδιαφερόμουνα για άγρα πτηνών με ξόβεργα και για να μάθω πώς να φτιάχνω «σφεντόνα» και να τη χρησιμοποιώ για πτηνά και αν ήθελα, για καμπάνα εκκλησίας, σχολείου, τζάμια «σκατιάρηδων», λάμπες, «νώτα» τεράτων… Επικεφαλής των 2-3 «καθηγητών», ήταν ο συνομήλικός μου Βασίλης, βαφτιστικός ο μπαμπά μου, τον οποίον όλοι αποκαλούσαν «η Βασσσλάϊτς»! Ήταν πολύ ζωηρό παιδί, φτωχής οικογένειας, που έκλεβε κότες τους και τις πήγαινε με τα πόδια στο Θέρμο (καμιά ώρα δρόμος), να τις πουλήσει στο παζάρι που γινόταν εκεί, με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να πάρει φάρμακα για την άρρωστη μάνα του…
Μια φορά, πήγε να πουλήσει τη γίδα τους, τον «τσίμπησε» ο χωροφύλακας κι ο πατέρας του (άγιος…) τον κρέμασε ανάποδα στη μουριά της αυλής. Σαν χωριατόπαιδο που ήταν, ήθελε να κάνει το… κομμάτι του, σε μένα τον… Πατρινό. Έτσι, προσπάθησε να μου πουλήσει… μαγκιά, λέγοντάς μου, ότι αυτός έκανε το φάντασμα στο σχολείο, γιατί τον έβαλε ο παπάς (μαζί με μία κότα…) ώστε να φέρει κόσμο στην εκκλησία! Του είπα μόνο «δε σε πιστεύω, λες ψέματα…» και με κοίταξε κάπως στενοχωρημένα…
Υ.Γ.-1 Αφιερωμένο στον πατέρα μου Αλέξανδρο Σαββόπουλο, μαχητή με τραύματα, στην Μ. Ασία!
Υ.Γ.-2 Ο ελέγχων ai, του Β.Φ., «σχολίασε» «Πάντως η χελώνα μπορεί να ζει ακόμα»