Τα ανθρώπινα γένη σύμφωνα με τις αρχαίες δοξασίες
01/01/2026
Κάποτε ο Ζωροάστρης (ή Ζαρατούστρας) ζήτησε από τον θεό Ωρομάσδη να του χαρίσει παντογνωσία. Ο θεός του πρόσφερε ένα ποτήρι νερό και μόλις ο προφήτης το ήπιε, αντίκρυσε σαν σε όραμα ένα δέντρο με τέσσερα κλαδιά (χρυσό, αργυρό, χάλκινο, σιδερένιο).
Τότε ο Ωρομάσδης άρχισε να του εξηγεί ότι οι ρίζες του δέντρου αποτελούν τον αόρατο κόσμο, που έχει δημιουργήσει, ενώ τα τέσσερα κλαδιά αντιπροσωπεύουν τα τέσσερα ανθρώπινα γένη, τα οποία αρχίζουν με τον Ζωροάστρη και φτάνουν ως το τέλος του κόσμου. Κάθε γενιά είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Στην πρώτη γενιά οι άνθρωποι συνομιλούν απευθείας με τον θεό. Στην τελευταία γενιά η κακία θεριεύει, η γονιμότητα της γης μειώνεται, ενώ οι άνθρωποι γίνονται μικρότεροι. Η θρησκευτική και ηθική παρακμή φέρνει την ανατροπή των πάντων και τότε θα εμφανισθεί ο Λυτρωτής. Το όραμα του Ζωροάστρη υπήρχε σε δύο χαμένα βιβλία της Αβέστα. Σήμερα σώζεται παραφρασμένο (βλ. E. W. West, Pahlavi Texts, i 191 κ.ε.).
Στον Δανιήλ της Παλαιάς Διαθήκης (2.31 κ.ε.), ο βασιλιάς της Βαβυλώνας Ναβουχοδονόσορ (6ος αι. π.Χ.) βλέπει στο όνειρό του ένα τεράστιο άγαλμα, του οποίου το κεφάλι είναι από χρυσό, το στήθος και τα χέρια από ασήμι, η κοιλιά και οι μηροί από χαλκό, οι κνήμες από σίδηρο, ενώ τα πόδια εν μέρει από σίδηρο και εν μέρει από πηλό. Ο προφήτης Δανιήλ εξηγεί στον βασιλιά ότι τα πέντε κομμάτια του αγάλματος παραπέμπουν σε πέντε διαδοχικές παγκόσμιες αυτοκρατορίες, στις οποίες η επόμενη είναι κατώτερη από την προηγούμενη. Μετά την πέμπτη αυτοκρατορία, ο Θεός θα εγκαθιδρύσει μία νέα τάξη πραγμάτων που θα διαρκέσει επ’ άπειρον. Ο Δανιήλ γράφτηκε γύρω στο 166 π.Χ.
Σύμφωνα με την ινδική Μαχαμπαράτα (3.11.234 κ.ε.), η ιστορία του ανθρωπίνου γένους χωρίζεται σε τέσσερις περιόδους. Στην πρώτη περίοδο, όπου ζει το γένος Κρίτα (= Πράξη) επικρατεί η δικαιοσύνη, αγοραπωλησίες δεν γίνονται, ενώ είναι άγνωστες οι αρρώστιες, ο φόβος, το μίσος. Ο θεός και οι ψυχές των ανθρώπων αποτελούνται από φως. Στο δεύτερο γένος, το Τρήτα, η δικαιοσύνη εφαρμόζεται κατά τα ¾ και ο θεός γίνεται κόκκινος. Οι άνθρωποι δεν παραμελούν τη θρησκεία, αλλά δεν είναι το ίδιο άριστοι όπως στην πρώτη περίοδο. Στο τρίτο γένος, το Ντβαπάρα, το δίκαιο επικρατεί κατά τα 2/4.
Ο θεός γίνεται κίτρινος και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να γνωρίσουν τη σοφία του. Εμφανίζονται κάποια πάθη, ορισμένες αρρώστιες, η πλάνη και ο πόνος. Στο τέταρτο γένος, το Κάλι, το δίκαιο επικρατεί κατά το ¼ και ο θεός γίνεται μαύρος. Αρρώστιες, δυστυχίες, φόβος και πείνα κυριαρχούν. Όταν ο κύκλος της ζωής αρχίσει από την αρχή, το δίκαιο θα επικρατήσει στο ακέραιο και νέοι άνθρωποι θα φανούν. Οι ρίζες της παραπάνω δοξασίας ανάγονται μεταξύ 500-100 π.Χ.. Ίσως πέρασε στην Ινδία από τη Δύση.
Στις προαναφερθείσες κοσμογονίες απαντούν τέσσερα γένη, περίοδοι ή βασιλείες συμβολισμένες με τέσσερα μέταλλα (ελληνική και περσική δοξασία) ή χρώματα (ινδική). Για τέσσερις περιόδους κάνουν λόγο οι θεογονίες του Περού και του Μεξικού. Επομένως, πρόκειται για έναν σταθερό αριθμό, που απορρέει προφανώς από πανανθρώπινες αρχές σκέψης. Ας θυμηθούμε ακόμη τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ή τις τέσσερις εποχές.
Ο ησιόδειος μύθος και τα πέντε γένη
Στα καθ’ ημάς τώρα, ο μύθος του Ησιόδου για τα πέντε ανθρώπινα γένη αποτελεί την αρχαιότερη ελληνική εκδοχή (Ἔργα καὶ Ἡμέραι στ. 106-201). Ο ποιητής ακμάζει γύρω στο 700 π.Χ., δηλαδή πολύ νωρίτερα από τα προηγούμενα ανατολικά κείμενα. Όμως, επειδή τόσο τα ανατολικά κείμενα περιέχουν υλικό πολύ παλαιότερο από την καταγραφή τους, όσο ο ησιόδειος μύθος φέρει αρκετά μη ελληνικά στοιχεία, οι μελετητές υποθέτουν ότι οι αρχές του μύθου πρέπει να βρίσκονται στη Μεσοποταμία.
Καινοτομία του Ησιόδου αποτελεί η αύξηση των γενών από τέσσερα σε πέντε, με την παρεμβολή του ηρωικού γένους μεταξύ του χάλκινου και του σιδερένιου. Ζώντας και δημιουργώντας ο ποιητής την εποχή του ηρωικού έπους, δεν μπορούσε να παραβλέψει τους λαοφιλείς και χιλιοτραγουδισμένους ήρωες της Μυκηναϊκής εποχής. Εισάγοντας το γένος των ηρώων, διασπά τη φθίνουσα κλίμακα. Ο Ησίοδος έχει ακόμη συμπεριλάβει την ελληνική λαϊκή δοξασία ότι οι άνθρωποι του χρυσού γένους δεν χάθηκαν εντελώς, αλλά μετά θάνατον εξακολουθούσαν να ενεργούν ως αγαθοί δαίμονες, βοηθώντας και προστατεύοντας τους θνητούς.
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: τον καιρό της βασιλείας του Κρόνου, πλάστηκε το χρυσό γένος των ανθρώπων. Αυτοί ζούσαν όπως οι θεοί, με ειρήνη και πραότητα, χωρίς μόχθους ή βάσανα και χωρίς να γνωρίσουν γηρατειά. Αιώνια νέοι, απολάμβαναν σε γιορτές και συμπόσια όσα άφθονα πρόσφερε από μόνη της η γη. Πέθαιναν σαν να έγερναν να κοιμηθούν σε γλυκό ύπνο και ο Δίας αποφάσισε να γίνουν μετά θάνατον αγαθοί φύλακες των επόμενων ανθρώπων. Την εποχή του χρυσού γένους δεν υπήρχε κοινωνική οργάνωση, η φωτιά και οι τέχνες ήταν άγνωστες. Οι άνθρωποι ζούσαν σε μία ειδυλλιακή φύση και συναναστρέφονταν άμεσα τους θεούς. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις των αρχαίων, ο χρυσός ως άφθαρτο και ακριβό μέταλλο εθεωρείτο θεϊκός.
Το δεύτερο γένος, το αργυρό, υπολειπόταν κατά πολύ από το πρώτο ως προς τις πνευματικές και σωματικές ικανότητες. Επί εκατό χρόνια ανέτρεφαν οι μανάδες τα παιδιά, τα οποία παρέμεναν ευήθη μέχρι το τέλος της ζωής τους. Όταν έφταναν στην εφηβεία ζούσαν για λίγο και μετά πέθαιναν μέσα σε βάσανα, καθώς ήταν άμυαλα. Οι άνθρωποι του αργυρού γένους ούτε τους θεούς τιμούσαν, ούτε ήταν ικανοί να αποβάλουν την έμφυτη καταστροφική μανία τους. Παρ’ όλα αυτά, ο Δίας τους μετέτρεψε μετά θάνατον σε υποχθόνιους, μακάριους θνητούς. Το αργυρό γένος παραπέμπει στην εποχή της μητριαρχίας. Φιλόσοφοι όπως ο Πλάτων καταδίκαζαν την παρατεταμένη ανατροφή ενός αρσενικού παιδιού από τις γυναίκες του σπιτιού, επειδή γίνεται μαλθακό και όχι ανδρείο (Νόμοι 694c-695e).
Το τρίτο γένος που έπλασαν οι θεοί, το χάλκινο, ήταν άγριο, σκληρό και φιλοπόλεμο. Σπίτια και όπλα ήταν φτιαγμένα από χαλκό καθώς οι άνθρωποι δεν γνώριζαν ακόμη τον σίδερο. Αφανίστηκαν, εξοντώνοντας ο ένας τον άλλον. Το τέταρτο γένος ήταν το θεϊκό γένος των ηρώων. Πιο δίκαιο και γενναίο από το προηγούμενο και επόμενο γένος, αφανίστηκε εξαιτίας δύο μεγάλων πολέμων: του Θηβαϊκού και του Τρωικού. Μετά θάνατον ο Δίας όρισε να ζουν κάποιοι ήρωες στα νησιά των Μακάρων, όπου η γη παράγει τρεις φορές τον χρόνο γλυκούς καρπούς.
Στο πέμπτο γένος, το σιδερένιο, όπου ανήκει ο ποιητής, οι έγνοιες και ο αγώνας για την επιβίωση ταλανίζουν τους ολιγόζωους ανθρώπους. Το καλό είναι ανάμικτο με το κακό. Οι θεσμοί της οικογένειας, φιλίας και φιλοξενίας έχουν κλονιστεί. Τα παιδιά δεν σέβονται, ούτε φροντίζουν τους γέροντες γονείς. Δεν προκόβει ο δίκαιος, αλλά ο ανήθικος. Η δολιότητα νικά την εντιμότητα, η Έριδα συντροφεύει τους ανθρώπους, ενώ η Αιδώς και η Νέμεσις έχουν φύγει μακριά στον Όλυμπο. Ο Δίας θα τελειώσει το πέμπτο γένος, όταν φτάσουν να γεννιούνται παιδιά με άσπρα μαλλιά. Εν συνεχεία ο ποιητής προσδοκά μία καλύτερη εποχή (Ἔργα στ. 175).
Ο ησιόδειος μύθος των πέντε γενών κυριαρχείται από τη γενική ιδέα ότι η ζωή είναι άθλια τόσο ηθικώς, όσο υλικώς. Η ρίζα του κακού βρίσκεται στον ξεπεσμό του ανθρώπου από μία εξιδανικευμένη, αρχική κατάσταση. Ο μύθος του Ησιόδου υιοθετήθηκε από τη μεταγενέστερη ελληνορωμαϊκή λογοτεχνία και φιλοσοφία. Το χρυσό γένος αποτέλεσε το πρότυπο κάθε πολιτικής ουτοπίας. Π.χ. οι κυνικοί θεωρούσαν ιδεώδη την επιστροφή στη φύση και υπογράμμιζαν ότι σωστά ο Δίας τιμώρησε τον Προμηθέα, γιατί με τη φωτιά έφερε το κακό στους ανθρώπους. Ο Πλάτων ταύτιζε τη χρυσή εποχή με το ιδανικό κράτος, ενώ ο Δημόκριτος, οι Σοφιστές και ο Αριστοτέλης δεν θεωρούσαν διόλου ιδανική την αρχική κατάσταση των ανθρώπων πάνω στη γη.





