ΣΙΝΕΜΑ

Γιατί ο “Καποδίστριας” συγκινεί παρά τις ατέλειες του

Γιατί ο "Καποδίστριας" συγκινεί παρά τις ατέλειες του, Χρήστος Ξένος
ΑΠΕ-ΜΠΕ/NOVA TELECOMMUNICATIONS/Leonidas Zarkos

O σκηνοθέτης των ιστορικών βιογραφιών επιστρέφει με ένα εγχείρημα που έχει διχάσει κοινό και κριτικούς σε βαθμό που ο καθένας πλέον στέκεται ιδεολογικά με τη μία ή την άλλη πλευρά. Ο “Καποδίστριας” του Γιάννη Σμαραγδή, σκηνοθέτη πολλών εμβληματικών Eλλήνων που ξέφυγε η φήμη τους από το εσωτερικό (Καζαντζάκης, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Καβάφης, κ.ά.), γίνεται αφορμή να διχάσει.

Καλώς ή κακώς, αυτός ο άτυπος διχασμός έχει ξεκινήσει πριν καν βγει στις αίθουσες η ταινία, ήδη με τον τρόπο που ο σκηνοθέτης παρουσίασε τηλεοπτικά την πορεία της μέχρι να ολοκληρωθεί, εγχείρημα που υποστηρίζει ότι εξετελέσθη με εμπόδια και οικονομικές δυσκολίες, χωρίς βοήθεια από την πολιτεία. Όπως και να έχει, εμείς δεν κρίνουμε τη φτώχεια ή μη μιας παραγωγής, αλλά αυτό που βλέπουμε στην οθόνη, ακόμα και αν στοίχισε πολλά ή λίγα ευρώ.

Μπορούμε να διαχωρίσουμε την ταινία σε δύο πλευρές και σημασίες. Η μία πλευρά αφορά την καλλιτεχνική της διάσταση, πως δηλαδή ο σκηνοθέτης προσεγγίζει το θέμα του, σκηνοθετικά, αφηγηματικά, ερμηνευτικά, σκηνογραφικά, κλπ. Η δεύτερη πλευρά αφορά το θέμα το ίδιο, η προσωπικότητα του Καποδίστρια, ως στοιχείο που επικεντρώνει το ενδιαφέρον του κοινού να το παρακολουθήσει ακόμα και αν διαβάζει αρνητικές κριτικές – δεν τον ενδιαφέρουν, τον ενδιαφέρει η προσωπικότητα αυτού του πολιτικού, σημαντικού διπλωμάτη και πρώτου κυβερνήτη του νέου ελληνικού κράτους.

Η καλλιτεχνική πλευρά της ταινίας μοιάζει ελλιπής σε σημείο μεταξύ προχειρότητας και ακατανόητων επιλογών. Για παράδειγμα, ο καλόγερος Νικόδημος δεν φαίνεται να εξυπηρετεί τίποτε το ουσιαστικό δραματουργικά. Ακατανόητος ο ρόλος του στην ταινία. Δε μαθαίνουμε τίποτε σοβαρό από αυτόν, λίγες αρχικές πληροφορίες που χρωματίζουν με υπερβολές την προσωπικότητα του πολιτικού. Εμφανίζεται και εξαφανίζεται ακατανόητα, ενώ η ίδια η ερμηνεία του ηθοποιού αγγίζει το προσποιητό και γλυκερό.

Ακατανόητες μοιάζουν και κάποιες επιλογές ηθοποιών στο κάστινγκ, όπως εκείνη του Κολοκοτρώνη, παντελώς έξω από το φιζίκ του διάσημου οπλαρχηγού, ενώ το μακιγιάζ (με τα εμφανή ψεύτικα και ογκώδη φρύδια) να κάνουν μεγαλύτερη εντύπωση από τον ίδιο τον ηθοποιό, που χάνεται σε, επίσης, ακατανόητα πήγαινε-έλα πίσω από τον κυβερνήτη (οι σκηνές που παρευρίσκεται ο οπλαρχηγός δεν βοηθούν ιδιαίτερα δραματουργικά, ούτε δικαιολογείται η παρουσία του απαραίτητα, απλά υπάρχει και αυτός εκεί). Γενικότερα το μακιγιάζ δείχνει μία μορφής έντονης προχειρότητας: Οι πεινασμένοι εξεγερμένοι έλληνες είναι όλοι τους με πρόχειρα μουτζουρωμένα πρόσωπα, γιατί;

Κενά σημεία έχει ο “Καποδίστριας” 

Η αφήγηση έχει γενικά εμφανή κενά, επίσης οριακά ακατανόητα, όπως η αναφορά στον εμφύλιο που ξεσπά στην Ελλάδα μετά την επανάσταση. Αμέσως μετά καλούν τον Καποδίστρια για κυβερνήτη στο νεοσύστατο κρατίδιο, αλλά χωρίς ακριβώς να μας εξηγείτε πώς και γιατί τον επιλέγουν, απλά ανακοινώνεται. Η ροή της αφήγησης εξελίσσεται με όχι απαραίτητη συνοχή.

Γενικότερα ο ρυθμός της ταινίας μοιάζει σε αρκετά σημεία της προβληματικός: Στη μία σκηνή συναντά μετά από καιρό συντετριμμένος το μεγάλο του έρωτα και καημό του, την Ρωξάνδρα Στρούτζα, και σε μισή σκηνή αμέσως μετά, τη ξανασυναντά με την ίδια πλανοθεσία για να την αποχαιρετήσει αφού αποδέχτηκε να κυβερνήσει την Ελλάδα. Οριακά αχρείαστη επιλογή στη σειρά σκηνών και άκομψη. Γενικά η κίνηση της κάμερας και η μιζανσέν της ταινίας λειτουργούν προβληματικά με χαρακτηριστικά στατικότητας και επαναληπτικότητας, ενώ οι επιλογές των χώρων μοιάζουν εξίσου αόριστες…

Επιπλέον, η εμφάνιση της Παναγίας, σκηνή που επαναλαμβάνεται χωρίς απαραίτητα να δικαιολογείται πάντα, μεταξύ οράματος και ονείρου, που απεικονίζεται ως μορφή παντελώς έξω από ό,τι μας προσφέρουν τόσες και τόσες εικόνες, γιατί; Η θρησκευτικότητα του κυβερνήτη-διπλωμάτη και πολιτικού, παρότι είναι γνωστή, δε μας εξηγεί (μάλλον μας ξενίζει) που ακριβώς κολλάει η επίσκεψή του σε κάποιον μάγο (;) για να τον ρωτήσει αν θα ξαναδεί την αγαπημένη του (;), παρότι μαίνεται ο “πόλεμος” ανάμεσα σε αυτόν και των κοτζαμπάσηδων. Παντελώς αντιφατικά στοιχεία και δραματουργικά αχρείαστα.

Πού έχει πετύχει ο Σμαραγδής

Δεν είναι, όμως, όλα άστοχα. Ο σκηνοθέτης έχει πετύχει τρία βασικά στοιχεία. Το πρώτο είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, που κλέβει την παράσταση. Παρότι στην υπερβολή του ο σκηνοθέτης αγιοποιεί με τον τρόπο του τον διπλωμάτη-πολιτικό, ηθικά και πολιτικά, ο πρωταγωνιστής ερμηνεύει εξαιρετικά τον Καποδίστρια και κρατά την ταινία σε ένα σημείο. Χωρίς να ξεφεύγει από τη μετριότητα συνολικά η ταινία, την προστατεύει από το να καταλήξει στο απόλυτα γκροτέσκο.

Το δεύτερο στοιχείο είναι οι ερμηνείες κάποιων δευτεραγωνιστών, όπως ο (κάπως μονοκόμματος και οξύμωρος) ρόλος του Φον Μέτερνιχ (Φίνμπαρ Λιντς), ή του Μιχάλη Ιατρόπουλου ερμηνεύοντας τον Μαυρομιχάλη, που ισορροπούν κάπως τις υπόλοιπες αστοχίες στο κάστινγκ. Και το τρίτο στοιχείο, σημαντικό, ότι καταφέρνει να εγείρει το συναίσθημα, μίας εποχής, το κλίμα της, εν μέσω ίντριγκας, πολέμου, σκληρότητας, φατριών και αδικιών, συνομωσιών και εν τέλει μίας άδικης δολοφονίας, που ταλάνισε και ταλανίζει ιστορικούς και γενικότερα τη νεοελληνική ταυτότητα.

Αυτό το τελευταίο στοιχείο είναι και εκείνο που έλκει το κοινό να δει την ταινία, χωρίς να στέκεται στις καλλιτεχνικές και αισθητικές (τόσες μα τόσες πολλές) αστοχίες και προχειρότητες, που αναγκάζουν τους εξειδικευμένους κριτικούς (όχι άδικα) να τη χαρακτηρίζουν μία κακή (έως μέτρια) ταινία, εφόσον σταθούν στα κινηματογραφικά της αισθητικά και καλλιτεχνικά κριτήρια. Το κοινό, όμως, δεν κρίνει έτσι.

Τηρουμένων των αναλογιών είναι το κοινό που έβλεπε και εκτιμούσε τη Βουγιουκλάκη και τις πολεμικές ταινίες στα τέλη της δεκαετίας του 1960 (πρώτη σε εισιτήρια όλων των εποχών το “Υπολοχαγός Νατάσα” του Φώσκολου για δεκαετίες), σε αντίθεση με ένα πιο σινεφίλ κοινό που οραματιζόταν ένα σινεμά νέου κύματος γαλλικού τύπου, των Αγγελόπουλου, Βούλγαρη και άλλων νέων κινηματογραφιστών της εποχής, ώστε να φέρει κι έναν, και τότε, καλλιτεχνικό κινηματογραφικό διχασμό: Οι του ΠΕΚ (παλιός ελληνικός κινηματογράφος) και οι του ΝΕΚ (νέος ελληνικός κινηματογράφος), ήτοι, το λαϊκό (εμπορικό) σινεμά vs σινεμά τέχνης. Αναβιώνουμε κάτι παρόμοιο αυτές τις μέρες; Και ναι, και όχι.

Ο Σμαραγδής, όπου και να τοποθετηθεί ή να αυτοπροσδιοριστεί, στη συνείδηση του κοινού έχει μία θέση και άλλη στη συνείδηση του επαγγελματία ή ακαδημαϊκού κριτικού, που θέτει και άλλες διαστάσεις και επίπεδα που οφείλει να εξετάσει σε μία ταινία. Δεν είναι απαραίτητο η μία ή άλλη πλευρά πάντα να συμφωνούν ή να συγκλίνουν. Παρόλα αυτά, το πρόβλημα παραμένει και στην ιδεολογική διάσταση της ταινίας, τον τρόπο θέασης των ιστορικών γεγονότων και η έμφαση που δίνεται σε αυτά μέσω προσωπικοτήτων, όπως ο Καποδίστριας.

Η απάντηση του κοινού 

Το κοινό, φαίνεται πως ευαισθητοποιείται πολύ περισσότερο από ό,τι μπορεί να φανταστεί κάποιος σε έναν πρόχειρο συλλογισμό, και το συλλογικό ασυνείδητο φέρνει στο προσκήνιο πάθη και συγκρούσεις που δεν τελειώνουν, μάλλον αναδύονται και μέσω μιας ταινίας. Υπό αυτήν την έννοια, η ταινία επιτελεί ένα σκοπό πέρα από το αναμενόμενο. Γίνεται η viral συζήτηση μίας εποχής που μάλλον δε θέλει να ξεχάσει το παρελθόν της, ούτε να σταματήσει να συγκρίνει το ποιόν και το ήθος του ιστορικο-πολιτικού γίγνεσθαι κάθε εποχής.

Υπό αυτήν την έννοια, με την ταχύτητα που τρέχουν τα πράγματα στη σύγχρονη εποχή, το κοινό προτιμά, μάλλον, να δίνει το χώρο και τον (περιορισμένο του) χρόνο για να προβληματιστεί από σημαντικές ιστορικές προσωπικότητες που προτιμά να βλέπει στην οθόνη, παρά να τα αγγίξει σε βαριά ιστορικο-πολιτικά βιβλία, εξίσου ιδεολογικά φορτωμένα.

Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη δύναμη της διαφήμισης (η ταινία εκτός από τέχνη παραμένει και ένα προϊόν προς πώληση), η επιλογή του θέματος είναι που τελικά καταφέρνει να υπερνικήσει πολλά καλλιτεχνικά εμπόδια και να δημιουργήσει ένα ρεύμα που φέρνει τον κόσμο στις αίθουσες.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

1 ΣΧΟΛΙΟ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια

Τελικά, όσο περισσότερο “μορφώνεται” δυτικότροπα ένας Έλληνας, τόσο δυσκολότερο γίνεται να καταλάβει γιατί ο λαός επιλέγει Σμαραγδή -Καποδιστρια αντί Λανθιμο-Κυνοδοντα. Γιατί προτιμά σταγόνες ορθοδοξίας αντί Ντεριντά και Deconstruction. Πόσο στρεβλή είναι επιτέλους η παιδεία μας και η εκπαίδευσή μας; Πόσο δυτικό πιθηκισμό καταπίνουμε;

1
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx