Το υφιστάμενο κομματικό σύστημα και η ψήφος διαιτησίας…
16/01/2026
Εδώ και πολλές δεκαετίες οι πολίτες έχουν καταλήξει να αποτελούν τους παρακολουθητές των εξελίξεων και να καλούνται περιοδικά να επιλέξουν ανάμεσα σε λίγα και συγκεκριμένα οργανωμένα κόμματα τα οποία μοιράζονται την ίδια δομημένη εξουσία, και συνήθως τις ίδιες εξαρτήσεις. Ουσιαστικά η διαδικασία των εκλογών και η ψήφος των πολιτών έχουν καταντήσει τελετουργία νομιμοποίησης κι όχι αποφασιστικό εργαλείο συμμετοχής.
Μιλάμε πλέον όλο και πιο φανερά για ένα πολίτευμα που λειτουργεί σαν “εκλόγιμη μοναρχία” που καμία σχέση δεν έχει με την έννοια της Δημοκρατίας όπως εφαρμόστηκε σε αυτά εδώ τα μέρη πριν δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ούτε καν στην σύγχρονη αντιπροσωπευτική μορφή της.
Η αντιπροσώπευση μετατράπηκε σε μια μορφή αντικατάστασης του συνόλου των πολιτών που ψήφισαν και οι εκλεγμένοι δεν αντιπροσωπεύουν πλέον την κοινωνία, αλλά όλο και περισσότερο τις προσωπικές ή κομματικές επιταγές και συνήθως τις οικονομικές εξαρτήσεις τους. Η πολιτική συζήτηση περιορίζεται σε τηλεοπτικά παράθυρα, σε επικοινωνιακά σχήματα, σε φτηνές υποσχέσεις χωρίς λογοδοσία και η υποτιθέμενη δημοκρατία των πολιτών έδωσε τη θέση της στη διαχείριση των ελίτ.
Το φαινόμενο αυτό ο Θουκυδίδης το είχε διατυπώσει με σαφήνεια: «Αυτός που καθορίζει το περιεχόμενο των εννοιών, αυτός ηγεμονεύει». Έτσι σήμερα διαπιστώνεται ότι η εξουσία δεν επιβάλλεται με ξίφη ή πραξικοπήματα, αλλά με νοηματοδοτήσεις, καθότι η “πρόοδος” ταυτίστηκε με την υποταγή, η “σταθερότητα” με τη σιωπή και η “δημοκρατία” με την απάθεια. Η αποδόμηση της ιστορίας, η διακοπή της συνέχειας και η καλλιέργεια της λήθης δεν είναι τυχαίες, αλλά αποτελούν μηχανισμούς ελέγχου.
Όταν ένας λαός ξεχνά ποιος είναι, παύει να ξέρει τι δικαιούται. Όταν αποκόπτεται από το παρελθόν του, παύει να πιστεύει ότι μπορεί να διαμορφώσει το μέλλον του. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ψήφος των πολιτών αποτελεί τον θεμέλιο λίθο κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι το μέσο δια του οποίου ο λαός εκφράζει τη βούλησή του και αναθέτει την εξουσία στους αντιπροσώπους του. Ωστόσο, στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, η ψήφος μοιάζει περισσότερο με “ψήφο διαιτησίας” παρά με πράξη συμμετοχής.
Στην κλασική έννοια, η ψήφος διαιτησίας είναι μια απόφαση που επικυρώνει το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που έχει ήδη παιχτεί. Με ανάλογο τρόπο, η ψήφος των πολιτών σήμερα φαίνεται να λειτουργεί εκ των υστέρων, σαν να καλείται ο λαός όχι να σχεδιάσει το μέλλον του, αλλά να επικυρώσει επιλογές που έχουν ήδη καθοριστεί από κομματικούς μηχανισμούς, οικονομικά συμφέροντα ή υπερεθνικά κέντρα αποφάσεων.
Οι πολίτες συχνά περιορίζονται σε έναν ρόλο παθητικού κριτή, που κάθε τέσσερα χρόνια “διαιτητεύει” ανάμεσα σε προαποφασισμένες πολιτικές γραμμές, χωρίς πραγματική δυνατότητα να επηρεάσει τη χάραξη πολιτικής. Η πολιτική μετατρέπεται έτσι σε τεχνοκρατική διαχείριση, όπου τα κόμματα μοιάζουν περισσότερο με διοικητικές ομάδες παρά με εκφραστές κοινωνικών οραμάτων.
Η ελληνική εκλογική συμπεριφορά
Το εκλογικό σώμα, κουρασμένο και απογοητευμένο, αντιμετωπίζει την ψήφο του όχι ως εργαλείο αλλαγής, αλλά ως τελετουργία νομιμοποίησης ενός συστήματος που φαίνεται να λειτουργεί αυτόνομα και πέρα από τη λαϊκή βούληση. Αυτό το φαινόμενο ενισχύεται από τη συγκέντρωση της πληροφόρησης, τη διαπλοκή ΜΜΕ και εξουσίας, αλλά και την αποπολιτικοποίηση των νέων γενεών, που συχνά αισθάνονται ότι “όλα είναι ήδη αποφασισμένα”. Έτσι, η ψήφος χάνει το περιεχόμενό της και καταντά πράξη συμβολική, μια μορφή “διαιτησίας” ανάμεσα σε επιλογές περιορισμένες και προσχεδιασμένες. Η αποκατάσταση του νοήματος της ψήφου απαιτεί ενεργό συμμετοχή των πολιτών πέρα από την κάλπη.
Συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο, στα κινήματα, στους θεσμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και στη διαμόρφωση πολιτικών προτάσεων. Μόνο όταν η ψήφος συνοδεύεται από πολιτική εγρήγορση και συλλογική δράση, μπορεί να ξαναγίνει αυτό που επιβάλει ο σκοπός της. Δηλαδή να γίνει η πράξη με την οποία ο πολίτης δεν επικυρώνει απλώς, αλλά συνδιαμορφώνει την πορεία της πολιτείας. Σε αυτήν τη διαμορφωμένη, κυρίως από τα συμφέροντα, ζοφερή κατάσταση, η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς μια κομματική εναλλαγή στην εξουσία. Η απάντηση πρέπει να είναι δομική, συστημική, κοινωνική και ανατρεπτική, που να οδηγήσει στην αναγέννηση της συμμετοχικής δημοκρατίας.
Η συμμετοχική δημοκρατία δεν είναι απλώς μια ωραία και εύηχη ιδέα, αλλά αποτελεί την ουσία της ελευθερίας και τελικά της ίδιας της Δημοκρατίας. Δεν σημαίνει ότι το δικαίωμα του πολίτη εξαντλείται στην ψήφο κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά προτείνει την καθημερινή συμμετοχή στις αποφάσεις που τον αφορούν. Σημαίνει να υφίσταται πραγματική πρόσβαση στη γνώση, στη συν- διαμόρφωση των προτάσεων, στη διαφάνεια, στον έλεγχο και στη λογοδοσία. Να μπορεί κανείς να μετατρέπει τη δημοκρατία από στυγνή και στερεοτυπική διαδικασία σε ζωντανό βίωμα.
Ο ρόλος της ψήφου
Η συμμετοχή δεν είναι χάρη που παραχωρεί χαριστικώς και επιλεκτικά το (απροσδιόριστο και ακαθόριστο) σύστημα, αλλά είναι δικαίωμα που ο πολίτης το διεκδικεί, το δικαιούται και το κατακτά. Είναι το αντίδοτο στην αδιαφορία, στην εξάρτηση και στη μοιρολατρία αφού χωρίς αυτήν, καμία μεταρρύθμιση, καμία “αναγέννηση”, καμία “επανεκκίνηση” δεν θα είναι τίποτε περισσότερο από ένα γράμμα χωρίς αποδέκτη ή άλλο ένα καλοδουλεμένο άλλοθι. Η δημοκρατία, όπως την οραματιζόμαστε, δεν θα έρθει ούτε θα διασωθεί από νέους ή παλιούς “σωτήρες” του εύκολου λόγου και των θολών υποσχέσεων, αλλά από τους ενεργούς πολίτες. Κάθε άνθρωπος που παραιτείται, που σιωπά, που αποσύρεται, αφήνει χώρο στην αυθαιρεσία, στον λαϊκισμό και στα κάθε είδους συμφέροντα.
Η συμμετοχική δημοκρατία τελικά δεν είναι μια ουτοπία, αλλά υποχρέωση απέναντι στο μέλλον και στις επόμενες γενιές. Σημαίνει τοπικά συμβούλια, διαβουλεύσεις πολιτών, ψηφιακές πλατφόρμες συμμετοχής, θεσμούς ελέγχου που λογοδοτούν με άμεσο τρόπο, ουσιαστικά και άμεσα στους πολίτες. Σημαίνει παιδεία δημοκρατίας από το σχολείο, όχι μόνο εκλογική κουλτούρα αλλά κριτική σκέψη, ιστορική συνείδηση, συλλογική ευθύνη.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλους “μονάρχες” με τετραετή θητεία, αλλά πολίτες που δρουν συλλογικά, συνειδητά και ελεύθερα. Η ελευθερία, όπως κατ’ επανάληψη έχει δείξει και αποδείξει η δική μας τουλάχιστον ιστορία, δεν χαρίζεται, αλλά κατακτάται με κόπους, θυσίες και κυρίως με συμμετοχή. Όταν ο λαός συνειδητοποιήσει ότι είναι καιρός να πάρει πίσω αυτό που δικαιούται, δηλαδή την πολιτική, τότε και η πολιτική θα πάψει να είναι μηχανισμός εξουσίας και θα ξαναγίνει η τέχνη του κοινού καλού, που οδηγεί στην κατάκτηση της πολιτικής κοινωνίας, όπου ο κάθε άνθρωπος αξίζει να ζει.





