ΑΝΑΛΥΣΗ

Ένοπλες Δυνάμεις σε κρίσιμο σταυροδρόμι – Διοίκηση χωρίς στρατηγική;

Άμυνα

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται αυξημένη κινητικότητα στον χώρο της άμυνας, η οποία προέρχεται είτε από την προμήθεια οπλικών συστημάτων είτε από μια σειρά θεσμικών αλλαγών. Επισήμως διακηρύσσεται ότι όλες αυτές οι μεταβολές εντάσσονται σε ένα συνολικό σχέδιο, την “Ατζέντα 2030”. Δεν μπορεί, ωστόσο, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ακολουθείται και η τακτική του στρατηγού Μοντγκόμερι: Ακόμη και οι ήττες να μην εκλαμβάνονται ως αποτυχίες, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου που, υποτίθεται, οδηγεί στην τελική επιτυχία.

Από το σύνολο των σοβαρών ζητημάτων που αφορούν την άμυνα, θα επικεντρωθούμε στη δομή διοίκησης — έναν τομέα που, παρά τη θεμελιώδη σημασία του, παραμένει υποβαθμισμένος στον δημόσιο διάλογο, ίσως ακριβώς επειδή δεν προσφέρεται για επικοινωνιακή εκμετάλλευση με τον ίδιο τρόπο που προσφέρονται οι εξοπλισμοί, σε δύο συνέχειες.

Αν και η ποιότητα των οπλικών συστημάτων, τα κίνητρα και οι δεξιότητες των στρατιωτών που τα χειρίζονται, καθώς και η ανθεκτικότητα των συστημάτων υλικοτεχνικής υποστήριξης είναι αναμφίβολα κρίσιμα στοιχεία, πάνω απ’ όλα η στρατιωτική ισχύς εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της διοίκησης. Ορισμένοι αναλυτές, για παράδειγμα, θεωρούν ότι η κύρια αιτία της ήττας των αργεντινών ενόπλων δυνάμεων στην εκστρατεία των Φώκλαντ το 1982 ήταν η ελαττωματική δομή διοίκησης.

Παρά την καθοριστική σημασία της, η υιοθέτηση ενός “τέλειου” συστήματος διοίκησης είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς πάντοτε τίθενται περιορισμοί και προκύπτουν αναπόφευκτοι συμβιβασμοί. Όπως εύστοχα το διατύπωσε ο ιστορικός Μάρτιν βαν Κρέβελντ, το ιδανικό σύστημα διοίκησης, όπως και η “Πολιτεία” του Πλάτωνα, υπάρχει μόνο στον ουρανό.

Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας

Ξεκινώντας από το ανώτατο επίπεδο, η χώρα στερείται, στην ουσία, ενός οργάνου για την εκπόνηση και την εφαρμογή εθνικής στρατηγικής. Όπως έχει επανειλημμένως επισημανθεί, το ΚΥΣΕΑ, πέραν του ότι είναι δυσκίνητο, στερείται υποστηρικτικών μηχανισμών, μέσων και καθιερωμένων διαδικασιών, ώστε να μπορεί να χαράσσει στρατηγική και να διαχειρίζεται κρίσεις. Το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο προβληματικό αν αναλογιστεί κανείς ότι το σημαντικότερο ίσως δίδαγμα από την κρίση των Ιμίων το 1996 ήταν ακριβώς η έλλειψη συντονισμού και η απουσία θεσμοθετημένων διαδικασιών διαχείρισης κρίσεων στο ανώτατο επίπεδο.

Παρά ταύτα, τρεις δεκαετίες αργότερα, το πρόβλημα παραμένει ουσιαστικά άλυτο. Η σύσταση Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας υπό τον Πρωθυπουργό —με μόνιμο επιτελικό μηχανισμό, υφιστάμενες επιτροπές και δυνατότητα ολοκληρωμένης διαχείρισης κρίσεων— έχει προταθεί επανειλημμένα από σχεδόν όλα τα κόμματα εξουσίας. Για τη σημερινή κυβέρνηση μάλιστα, αποτελούσε κεντρική προεκλογική δέσμευση. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, δεν έχει υπάρξει καμία σοβαρή κίνηση υλοποίησής της, γεγονός που γεννά εύλογα ερωτήματα ως προς το κατά πόσον η απουσία θεσμικής στρατηγικής είναι αδυναμία ή συνειδητή επιλογή.

Διοίκηση στρατηγικού και επιχειρησιακού επιπέδου

Η διοίκηση στο στρατηγικό και στο επιχειρησιακό επίπεδο ασκείται από το ΓΕΕΘΑ και, ως προς αυτό, δεν έχει υπάρξει κάποια ουσιαστική μεταβολή. Εκτιμούμε ότι ορθώς, από το 2010, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ έχει αναλάβει τη διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων ήδη από την περίοδο της ειρήνης. Παρά ταύτα, θεωρούμε αναγκαίο οι τρεις Κλάδοι να διατηρούν έναν βαθμό θεσμικής αυτοτέλειας και οι αρχηγοί τους να διαθέτουν το δικαίωμα άμεσης πρόσβασης όχι μόνο στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, αλλά και στον Πρωθυπουργό, όταν εκτιμούν ότι θίγονται σοβαρά ζητήματα που αφορούν τον Κλάδο τους.

Η έννοια του επιχειρησιακού επιπέδου έφθασε καθυστερημένα στην Ελλάδα και υιοθετήθηκε έμμεσα, κυρίως μέσω της αποδοχής νατοϊκών κανονισμών και διαδικασιών, χωρίς να γίνει πλήρως αντιληπτή η ποιοτική αλλαγή που αυτή συνεπαγόταν. Αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στα διαχρονικά ελλείμματα της ανώτερης στρατιωτικής εκπαίδευσης (βλ. άρθρο 26/05/2024). Η σύγχυση είναι εμφανής και στις σχετικές συζητήσεις, όπου απουσιάζει ένα σαφές εννοιολογικό πλαίσιο και συχνά διατυπώνονται αντιφατικές απόψεις.

Αν επιχειρούσε κανείς μια σαφή διάκριση μεταξύ στρατηγικού και επιχειρησιακού επιπέδου, μια θεωρητικά συνεπής λύση θα ήταν η σύσταση ξεχωριστού στρατηγείου επιχειρησιακού επιπέδου, κατά τα πρότυπα του βρετανικού Μονίμου Διακλαδικού Στρατηγείου (Permanent Joint Headquarters (PJHQ)) ή του γερμανικού Στρατηγείου Επιχειρησιακής Διοίκησης (Operatives Führungskommando (OpFüKdoBw)).

Παρότι μια τέτοια ρύθμιση θα ήταν, από θεωρητική άποψη, ορθή, εκτιμούμε ότι δεν είναι αναγκαία για την ελληνική περίπτωση, καθώς θα περιέπλεκε τη δομή διοίκησης με την προσθήκη ενός ακόμη επιπέδου. Η επιλογή αυτή άλλωστε δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα: το Ισραήλ —το οποίο συχνά προβάλλεται ως πρότυπο—, η Τουρκία, αλλά και άλλες χώρες, δεν διαθέτουν ξεχωριστό επιχειρησιακό στρατηγείο. Οι λειτουργίες του επιχειρησιακού επιπέδου επιτελούνταν εντός του αντίστοιχου ΓΕΕΘΑ, όπως στη γαλλική περίπτωση μέσω του Κέντρου Σχεδίασης και Διεξαγωγής Επιχειρήσεων (Centre de planification et de conduite des opérations (CPCO)).   

Διοίκηση Αιγαίου

Το σημαντικότερο πρόβλημα που δεν αντιμετωπίζει ούτε η πρόσφατη αναδιάρθρωση της δομής διοίκησης είναι η απουσία ενιαίας Διοίκησης Αιγαίου. Το Αιγαίο συνιστά έναν ενιαίο γεωγραφικό χώρο, ένα αρχιπέλαγος κατ’ εξοχήν θαλάσσιο, το οποίο όμως περιλαμβάνει και νησιωτικά συμπλέγματα, δηλαδή χερσαίο περιβάλλον. Πρόκειται, συνεπώς, για έναν χώρο όπου συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν άρρηκτα το θαλάσσιο και το χερσαίο στοιχείο. Η ελληνική αμυντική αντίληψη έναντι της τουρκικής απειλής παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες ακριβώς στη θεώρηση αυτής της ενότητας του χώρου του Αιγαίου και, κατ’ επέκταση, στις ρυθμίσεις διοίκησης και ελέγχου. Παράλληλα, υφίστανται και άλλες σημαντικές αδυναμίες, όπως στις αμφίβιες και αποβατικές δυνατότητες, οι οποίες όμως δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας ανάλυσης.

Η στρατιωτική σκέψη στη χώρα μας δεν έχει απομακρυνθεί ουσιαστικά από τις παραδοσιακές, σχεδόν αρχετυπικές, στρατηγικές αντιλήψεις κάθε Κλάδου. Σχηματικά θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο Στρατός Ξηράς εξακολουθεί να προσανατολίζεται στην αποφασιστική μάχη του Κλαούζεβιτς, το Πολεμικό Ναυτικό στο δόγμα του στόλου των βαθέων θαλασσών (blue waters) του Μάχαν και η Πολεμική Αεροπορία στις επιδρομές σε βάθος μέσα στην εχθρική επικράτεια του Ντουέ. Η πραγματική πρόκληση, ωστόσο, δεν είναι η προσκόλληση σε αυτές τις θεωρητικές παραδόσεις, αλλά η προσαρμογή και των τριών Κλάδων στο συγκεκριμένο επιχειρησιακό περιβάλλον εντός του οποίου καλούνται να δράσουν.

Το Αιγαίο απαιτεί έναν ενιαίο ναυτικό διοικητή, ο οποίος θα διαθέτει υπό τις διαταγές του τόσο τις ναυτικές δυνάμεις όσο και τις δυνάμεις ξηράς των νήσων, αναλαμβάνοντας συνολικά την ευθύνη της άμυνας. Σήμερα, ο Στρατός Ξηράς και το Πολεμικό Ναυτικό, κινούμενοι εντός των παραδοσιακών τους ρόλων, αντιλαμβάνονται το Αιγαίο αποσπασματικά, περιορίζοντας τη δράση τους στο περιβάλλον στο οποίο κυριαρχεί ο κάθε Κλάδος. Ο Στρατός μετέφερε τη χερσαία αντίληψη διεξαγωγής επιχειρήσεων στο νησιωτικό περιβάλλον, αντιμετωπίζοντας την άμυνα του Αιγαίου με όρους οχυρωμένης τοποθεσίας: τα νησιά επανδρώνονται, οχυρώνονται και αμύνονται παθητικά όταν δεχθούν επίθεση. Το Πολεμικό Ναυτικό, από την άλλη, επικεντρώνεται αποκλειστικά στη θάλασσα που περιβάλλει τα νησιά και και θεωρεί ότι «λερώνεται» με ό,τι έχει σχέση με την ξηρά.   

Οι συνέπειες της σημερινής κατάστασης

Η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης στο Αιγαίο επιφέρει σειρά σοβαρών συνεπειών.

Πρώτον, η ενότητα της διοίκησης επιβάλλεται από τη γεωγραφία και την ενότητα του χώρου, η οποία δεν ικανοποιείται στη σημερινή δομή παρά μόνο στο επίπεδο του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ. Στο Αιγαίο δεν έχουμε δύο διακριτές περιοχές επιχειρήσεων τη μία δίπλα στην άλλη αλλά τη μία μέσα στην άλλη. Σε έναν τέτοιο ενιαίο χώρο απουσιάζει μια ενιαία αρχή που θα επιλέγει μεταξύ εναλλακτικών, θα θέτει προτεραιότητες, θα μετακινεί δυνάμεις και θα συγκεντρώνει μέσα για την επίτευξη συγκεκριμένων αντικειμενικών σκοπών. Η απλή συνεργασία και ο συντονισμός μεταξύ δύο διοικήσεων δεν επαρκούν· απαιτείται η υπαγωγή όλων των διατιθέμενων δυνάμεων και μέσων σε έναν διοικητή, εφοδιασμένο με την αντίστοιχη εξουσία και ευθύνη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου στο ΝΑΤΟ ο όρος “Περιοχή Επιχειρήσεων” αφορούσε τις χερσαίες δυνάμεις. Μετά το 1990, περιοχές επιχειρήσεων ανέλαβαν και ναυτικές δυνάμεις, οι οποίες πλέον δεν ασκούν θαλάσσιο έλεγχο γενικώς και αορίστως. Με δεδομένη τη γεωγραφία της, η Ελλάδα όφειλε να έχει ενοποιήσει το Αιγαίο πολύ νωρίτερα, όπως έχει πράξει, για παράδειγμα, η Σουηδία με τα νησιωτικά της συμπλέγματα. 

Δεύτερον, είναι γεγονός πως σήμερα δεν υπάρχουν οι διακριτοί και “καθαροί” ρόλοι μεταξύ των κλάδων όπως παλιότερα. Ακόμη και ο θεμελιώδης ναυτικός ρόλος, ο θαλάσσιος έλεγχος, υποστηρίζει το αμερικανικό ναυτικό, επιτυγχάνεται με την «κατοχή νησιών, στενών περασμάτων, χερσονήσων και παράκτιων βάσεων κατά μήκος παραθαλάσσιων περιοχών». Και το βρετανικό ναυτικό, που δύσκολα μπορεί κανείς να το κατηγορήσει για έλλειψη προσήλωσης στο “καθαρό” ναυτικό πνεύμα, στο βασικό του εγχειρίδιο σχετικά με το δόγμα, δεν αναφέρεται σε ναυτική δύναμη αλλά στη ναυτική διάσταση των διακλαδικών επιχειρήσεων.

Πηγαίνοντας ακόμη μακρύτερα αναφέρει: «Ένα  μαχητικό αεροσκάφος της αεροπορίας ή ένα τάγμα πεζικού του στρατού μπορούν άνετα να αποτελέσουν συστατικά στοιχεία μιας θαλάσσιας δύναμης επειδή η λέξη “θαλάσσια” (maritime) αναφέρεται στο περιβάλλον στο οποίο ενεργούν και όχι στον κλάδο των ενόπλων δυνάμεων από τον οποίον προέρχονται». Υπόψη ότι ζούμε σε μια εποχή όπου στο βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό από πέρυσι αρχηγός έχει τοποθετηθεί στρατηγός των πεζοναυτών.

Τρίτον, πρόσφατα ο υπουργός Εθνικής Άμυνας δήλωσε ότι «το Αιγαίο πλέον δεν θα προστατεύεται μόνον από τον Στόλο. Θα προστατεύεται κυρίως από το πυραυλικό πυροβολικό, που θα είναι διασκορπισμένο και μετακινούμενο στα εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, νησιά του Αρχιπελάγους. Το Αιγαίο θα το κλείσουμε από τη στεριά». Ασφαλώς είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι η Ελλάδα ανακάλυψε το δόγμα περί “Αντι-πρόσβασης και Απαγόρευσης Περιοχής” (Antiaccess, Area Denial-A2/AD), έστω και με είκοσι χρόνια καθυστέρηση, παρότι δεν χρειάζεται να το αναγγέλλει με τυμπανοκρουσίες. Πάντως επειδή το νέο αυτό δόγμα συνίσταται στην άσκηση θαλάσσιου ελέγχου και από την ξηρά, αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή του αποτελεί η ενιαία διοίκηση του Αιγαίου.

Τέταρτον, με τη σημερινή διαίρεση της περιοχής του Αιγαίου στα δύο, στην ουσία ο διοικητής ολόκληρης της περιοχής επιχειρήσεων καθίσταται ο αρχηγός του ΓΕΕΘΑ ο οποίος θα διευθύνει τις επιχειρήσεις στο Αιγαίο. Δηλαδή ο διοικητής του στρατηγικού επιπέδου αναλαμβάνει τη διεύθυνση μιας περιοχής επιχειρήσεων και μετατρέπεται κατ’ ουσίαν σε διοικητή τακτικού επιπέδου. Για να μετακινηθεί σήμερα ακόμα και μια διμοιρία στο Αιγαίο, απαιτείται η ενέργεια και ο συντονισμός από το ΓΕΕΘΑ.

Εκείνο δηλαδή το οποίο αποκλείουμε σε κατώτερα επίπεδα, το δεχόμαστε αναμφισβήτητα για τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, με τη δικαιολογία ότι εμπλέκονται δύο Κλάδοι και μόνο εκείνος έχει την εξουσία να διευθύνει δυνάμεις από περισσότερους του ενός Κλάδου. Η σημερινή κατάσταση οδηγεί ακόμη και τα ήσσονος σημασίας ζητήματα συνεργασίας στο Αιγαίο να διέρχονται και να επιλύονται μέσω του ΓΕΕΘΑ, επιβαρύνοντας τον ούτως ή άλλως τεράστιο όγκο εργασίας.

Τέλος, μια ενιαία διοίκηση θα αντιμετωπίζει και θα ενσωματώνει με ενιαίο τρόπο τις διάφορες λειτουργίες. Για παράδειγμα, πολύς λόγος γίνεται τελευταία  για τις δυνατότητες αντιαεροπορικής άμυνας περιοχής των νέων φρεγατών. Στο Αιγαίο ωστόσο η αντιαεροπορική άμυνα οφείλει να αντιμετωπίζεται ως ενιαία λειτουργία και όχι κάθε Κλάδος να προσέρχεται με τα δικά του όπλα, τα οποία θα συντονίζονται εκ των υστέρων.

Συμπέρασμα

Το Αιγαίο αποτελεί τον ζωτικό χώρο της Ελλάδας. Η εμμονή στους παραδοσιακούς, στενά κλαδικούς ρόλους έχει οδηγήσει στη στρεβλή κατάσταση δύο διοικητών να επιχειρούν στον ίδιο χώρο, ο καθένας με τη δική του λογική. Η τουρκική απειλή έχει δημιουργήσει μια μοναδική επιχειρησιακή πραγματικότητα, την οποία, μετά από 50 χρόνια εμπειρίας, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε πιο αποτελεσματικά. Σε μια εποχή όπου οι διακλαδικές επιχειρήσεις έχουν εξελιχθεί σε πολυχωρικές (multi-domain), δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα να παραμένει σε αντιλήψεις προ της διακλαδικότητας. Η άμυνα δεν κρίνεται μόνο από τα οπλικά συστήματα που αποκτώνται, αλλά εξίσου από την οργάνωση και τις επιχειρησιακές αντιλήψεις που διέπουν τη χρήση τους.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

1 ΣΧΟΛΙΟ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια

Η “στρατηγική” έρχεται από το εξωτερικό.

Από την Ελλάδα ζητούνται οπλικά αγορασμένα με χρήματα των Ελλήνων και προσωπικό απολύτως πειθήνιο στην πολιτική (βλέπε: εξωχώρια) ηγεσία.

Και, όπως δείχνει το νέο ν/σ για την άμυνα: αυτό είναι όλο.

1
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx