ΓΝΩΜΗ

Οδοστρωτήρας για την ευρωπαϊκή αγροτιά η Mercosur

Οδοστρωτήρας για την ευρωπαϊκή αγροτιά η Mercosur, Γιώργος Παπασίμος
EPA/MOHAMMED BADRA

Μία από τις ελάχιστες κοινές πολιτικές της ΕΟΚ, αρχικά και εν συνεχεία ΕΕ, υπήρξε αναμφισβήτητα η ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική). Ανεξαρτήτως των άδικων ρυθμίσεων υπέρ των χωρών του Βορρά και σε βάρος των χωρών του Νότου, η ΚΑΠ είχε ως κεντρικό στόχο την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα στην ευρωπαϊκή ήπειρο, προκειμένου να υπάρξει η στοιχειώδης διατροφική αυτάρκεια αυτής.

Σταδιακά, δε, προς εξασφάλιση της ποιότητας στην τροφική αλυσίδα, επιβλήθηκαν σημαντικοί περιορισμοί στην χρήση βλαβερών φυτοφαρμάκων, απαγορεύθηκε η χρήση μεταλλαγμένων προϊόντων και γενικά λήφθησαν μέτρα για τη μεγαλύτερη ασφάλεια στην παραγωγή των διατροφικών προϊόντων.

Ανεξαρτήτως, των τυχόν αστοχιών και ύπαρξης προβλημάτων (όπως η νόσος των τρελών αγελάδων ή η ευλογιά, που έχει διαλύσει την ασθενική ελληνική κτηνοτροφία) η ΕΕ έχει φθάσει να αποτελεί σήμερα το τμήμα εκείνο του πολυπολικού κόσμου που επιβάλλει τους αυστηρότερους κανόνες για την παραγωγή ποιοτικών διατροφικών προϊόντων. Αυτό, όμως, έχει ως συνέπεια την αύξηση του κόστους παραγωγής των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων εν σχέσει με τις υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη, όπου δεν υπάρχουν αυτοί οι περιορισμοί.

Σε συνδυασμό, δε, με την δραματική αύξηση του κόστους της ενέργειας, εξαιτίας της απώλειας του ρωσικού φυσικού αερίου, λόγω του τελματώδους Ρωσοουκρανικού πολέμου, η κατάσταση στον ευρωπαϊκό πρωτογενή – αγροτικό τομέα έχει οδηγηθεί στα άκρα. Για αυτό άλλωστε για πρώτη φορά, βλέπουμε τα τελευταία χρόνια τρακτέρ στο Βερολίνο, το Παρίσι και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες του Βορρά, κάτι που πριν λίγα χρόνια ήταν αδιανόητο.

Γίνεται δε ευκόλως αντιληπτό ότι, εάν τα προβλήματα επιβίωσης του αγροτικού κόσμου έχουν χτυπήσει έντονα την “πόρτα” στις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, η κατάσταση στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, ειδικά αυτές που δεν εφήρμοσαν επί δεκαετίες μία εθνική στρατηγική στον αγροτικό τομέα, όπως εν προκειμένω η Ελλάδα, είναι πλέον ανεξέλεγκτη, όπως καταδεικνύουν άλλωστε και οι πρόσφατες σφοδρές αντιδράσεις της αγροτικής τάξης στην χώρα μας.

Η Ευρώπη χωρίς ηγεσία

Και ενώ υπάρχουν αυτές οι αρνητικά αυξανόμενες συνθήκες, που υπονομεύουν τον ευρωπαϊκό πρωτογενή τομέα, οι ευρωπαϊκές ελίτ και η “τρομώδης” ευρωπαϊκή ηγεσία, το μόνο που κάνουν είναι να προσπαθούν συστηματικά να μειώσουν τους πόρους προς αυτόν, αντί να τους αυξήσουν, όπως θα έπρεπε. Για αυτήν την αυτοχειριαστική πολιτική τους προβάλουν το επιχείρημα ότι προέχει η αμυντική ενίσχυση της Ευρώπης με ποσά που ξεπερνούν το 1 τρις ευρώ, λόγω του τρομακτικού κενού ασφαλείας που δημιουργεί η πολιτική Τραμπ, που διέλυσε στην κυριολεξία το αμυντικό δόγμα ασφαλείας με την αμερικανική ομπρέλα, που ίσχυε από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα, καθώς και η οικονομική στήριξη της Ουκρανίας, που μετατρέπεται πλέον σε “κινούμενη άμμο”.

Παράλληλα, επιδεικνύοντας πρωτοφανή δουλικότητα και υποτέλεια, η Κομισιόν και η Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν για να κατευνάσουν τον νέο ένοικο του Λευκού οίκου, που χωρίς κανένα μέτρο και συνείδηση για την πορεία και το μέλλον του “ασθμαίνοντος” δυτικού κόσμου, ως “νέος σερίφης”, εκβιάζει και “πυροβολεί” ασύστολα τους πάντες με φόβητρο την επιβολή υψηλών δασμών, αποδέχθηκαν δασμούς ύψους 15% έναντι του σημερινού δασμολογικού ύψους, που ανέρχεται στο 4,8%. Έτσι οι ΗΠΑ με αυτή τη συμφωνία πέτυχαν ανέξοδα τη δέσμευση της ΕΕ να αγοράσει από αυτές στρατιωτικό εξοπλισμό ύψους 700 δις δολαρίων, προϊόντα ενέργειας ύψους 150 δις δολαρίων και παράλληλα να πραγματοποιηθούν ευρωπαϊκές επενδύσεις εντός αυτών ύψους 600 δις δολαρίων.

Την ίδια όμως ώρα, η ευρωπαϊκή ηγεσία κωφεύει στην ανάγκη λήψεως δραστικών πολιτικών, αφού σύμφωνα με την έκθεση Ντράγκι, για να υπάρξει ελπίδα ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας και στήριξη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, απαιτούνται επενδύσεις ύψους 800 δισ. ευρώ ετησίως στη βιομηχανία, πρωτογενή τομέα, ενέργεια, οικονομία και άμυνα, με πρόταση μάλιστα η χρηματοδότηση να γίνει μέσω κοινού ευρωομολόγου με κύριο μοχλό τον δημόσιο τομέα, τη δημιουργία κοινής κεφαλαιαγοράς και την χαλάρωση των κανόνων ανταγωνισμού.

Η συμφωνία με την Mercosur

Μπροστά σε αυτές τις προκλήσεις, αδιαφορώντας για το μέλλον της ευρωπαϊκής παραγωγής και προκειμένου να αντιμετωπίσουν στοιχειωδώς το επισιτιστικό πρόβλημα του μέλλοντος και κυρίως να διασφαλίσουν το άμεσο παρόν, κυρίως της εξαγωγικής Γερμανίας, μετά από χρόνια διαπραγματεύσεων, η Κομισιόν προώθησε και ενέκρινε τη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών Mercosur μεταξύ της ΕΕ και τεσσάρων κρατών της Νότιας Αμερικής (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη, που αγγίζουν τα 300 εκατομμύρια πληθυσμό).

Η συμφωνία αυτή εγκρίθηκε με ειδική πλειοψηφία, που απαιτεί τουλάχιστον δεκαπέντε (15) κράτη με πληθυσμό το 65% της Ένωσης συνολικά. Την καταψήφισαν η Γαλλία, η Αυστρία, η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Ιρλανδία, ενώ το Βέλγιο απείχε. Ειδική σημασία έχει η καταψήφιση της Γαλλίας με σοβαρή αγροτική παραγωγή, με βάση τα σωστά επιχειρήματα, ότι με τον τρόπο αυτό προστατεύουν την αγροτική τους παραγωγή, αλλά και την υγεία των πολιτών τους.

Με τη συμφωνία αυτή των ελεύθερων συναλλαγών, θα εισάγονται στην Ε.Ε. μεγάλες ποσότητες αγροτικών προϊόντων με μηδενικούς ή πολύ χαμηλούς δασμούς και θα εξάγονται αντίστοιχα ευρωπαϊκά προϊόντα προς αυτές. Γίνεται αντιληπτό, ότι τα μόνα ευρωπαϊκά προϊόντα, που μπορούν να εξαχθούν μαζικά σε αυτό το τμήμα του πλανήτη είναι τα γερμανικά αυτοκίνητα και η ενίσχυση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η οποία λόγω του παγκόσμιου ανταγωνισμού (Κίνα) και της επιθετικής δασμολογικής πολιτικής των ΗΠΑ (Τραμπ) βρίσκεται σήμερα μετέωρη.

Εν σχέσει όμως με τα προϊόντα του πρωτογενή ευρωπαϊκού τομέα, από αυτές τις χώρες είναι βέβαιον ότι, θα μπορούν να εισάγονται νωπό και κατεψυγμένο βόειο κρέας, πουλερικά και πολλά φυτικά προϊόντα, όπως καλαμπόκι, ρύζι, ζάχαρη, χυμός πορτοκαλιού, μέλι κλπ. Τα προϊόντα αυτά θα εισάγονται σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, εξαιτίας του διαφορετικού κόστους παραγωγής, λόγω των μεγάλων αγροτικών εκμεταλλεύσεων, που υπάρχουν σε αυτές τις χώρες, με αποτέλεσμα την οικονομία κλίμακας, με φθηνά εργατικά χέρια, μεταλλαγμένα είδη, χρήση απαγορευμένων φυτοφαρμάκων και ορμονών στην ΕΕ. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα οι τιμές των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων και συνακολούθως των ελληνικών να συμπιέζονται προς τα κάτω, καθιστώντας για πολλά σημερινά αγροτικά προϊόντα ασύμφορη την παραγωγή τους στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Περαιτέρω, λόγω της ανεξέλεγκτης δράσης των πολυεθνικών εταιριών στον χώρο των εμπορικών δικτύων των αγροτικών προϊόντων στην Ε.Ε, πολλά προϊόντα των χωρών της Λατινικής Αμερικής θα επεξεργάζονται και θα συσκευάζονται στον ευρωπαϊκό χώρο και στη συνέχεια θα “εισάγονται” ως ευρωπαϊκά στις ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα, όπως ήδη γίνεται με τις ανεξέλεγκτες ελληνοποιήσεις σήμερα αγροτικών προϊόντων, που εισάγονται από Αίγυπτο, Τουρκία και άλλες τρίτες χώρες, που δεν πληρούν τα ευρωπαϊκά κριτήρια παραγωγής διατροφικών προϊόντων. Είναι βέβαιον ότι, αυτό το φαινόμενο με την εφαρμογή της σύμβασης Mercosur θα λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Εντυπωσιάζει η ελληνική ψήφος

Εντυπωσιάζει το γεγονός, ότι η Ελλάδα υπερψήφισε την συμφωνία Mercosur, παρά το γεγονός, ότι λόγω της έλλειψης εθνικής στρατηγικής στον πρωτογενή τομέα, τα ελληνικά προϊόντα, όπως ρύζι, καλαμπόκι, μέλι, πορτοκάλια, λεμόνια, αλλά και τα πουλερικά, όπου η Ελλάδα είναι αυτάρκης σήμερα, θα υποστούν τεράστια πίεση και πιθανόν, λόγω του υψηλού ανταγωνισμού, να αφανιστούν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των πέντε εργοστασίων ζάχαρης που υπήρχαν στην χώρα, και τα οποία λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού έχουν εξαφανιστεί.

Είναι προφανές ότι, η δουλοπρεπής ελληνική κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή προβλέπεται να έχει καταστροφικές συνέπειες για την αγροτική ελληνική τάξη και τον πρωτογενή τομέα, υποτάχθηκε στις αποφάσεις της Κομισιόν, πίσω από τις οποίες κρύβονται τα γερμανικά συμφέροντα, όπως προαναφέρθηκε.

Πρόκειται για βλαβερές πολιτικές, που αγγίζουν τα εθνικά συμφέροντα του Ελληνισμού, καθόσον περαιτέρω συμπίεση της αγροτικής τάξης και του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα θα οδηγήσει στο μέλλον σε σοβαρή διατροφική κρίση, την ερήμωση της υπαίθρου, που αποτελεί ενισχυτικό αρνητικό παράγοντα του σοβαρού δημογραφικού προβλήματος και θα πλήξη την υγιεινή διατροφή του πληθυσμού. Σε μία χώρα όπου πρωτοστατούν παραδοσιακά τα ενδιάμεσα παρασιτικά εμπορικά κυκλώματα (μεσάζοντες), χωρίς να υπάρχει κανένας έλεγχος στην δράση τους, όπως πιστοποιείται από την ανεξέλεγκτη αύξηση των τιμών που κατατρώει την αγοραστική δύναμη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, είναι βέβαιον ότι θα υπάρξει νέο όριο κερδοσκοπίας σε βάρος και των αγροτών και των καταναλωτών.

Σιγή ασυρμάτου για τον ελληνικό πρωτογενή τομέα

Η ελληνική περίπτωση, ως προς τον πρωτογενή τομέα, φέρει όλα τα στοιχεία του παραλόγου. Μία δηλαδή κατεξοχήν αγροτική χώρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο να είναι ελλειμματική στα αγροτικά προϊόντα, τόσο στον ζωικό τομέα, που ήταν έως την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ, όσο και στον φυτικό τομέα, που, ενώ ήμασταν αυτάρκεις, με την επί χρόνια έλλειψη εθνικής στρατηγικής και την επιλογή ανταγωνιστικών καλλιεργειών ανά περιφέρεια, αλλά και την επούλωση των διαχρονικών ελληνικών πληγών της γεωργίας (μικροί κλήροι, έλλειμα μητρώο αγροτών και γεωργικής εκπαίδευσης κλπ.) με την δυναμική λειτουργία μεγάλων ομάδων παραγωγών και συνεταιρισμών και εισαγωγή των νέων τεχνολογιών, σήμερα έχουμε μετατραπεί σε ελλειμματική χώρα και σε αυτά τα προϊόντα.

Γίνεται εύκολα κατανοητό, ότι η τραγική κατάσταση του ελληνικού αγροτικού πρωτογενούς τομέα θα επιδεινωθεί άμεσα από την ώρα που θα εφαρμοστεί η εν λόγω συμφωνία Mercosur. Αυτή θα μπορούσε να γίνει στοιχειωδώς αποδεκτή, μόνο εάν υπήρχε σε λειτουργία εθνική στρατηγική στον πρωτογενή τομέα με ισχυρές ενδιάμεσες διατροφικές μονάδες, που θα τυποποιούσαν σε υψηλό επίπεδο τα ελληνικά προϊόντα, όπως είναι το ελαιόλαδο, τα τυριά και τα υπέροχα ελληνικά φρούτα, πορτοκάλια κλπ., καθώς επίσης και εάν υπήρχε σοβαρή στήριξη στον κτηνοτροφικό τομέα με την ανάπτυξη και προώθηση επώνυμου ελληνικού οικολογικού κρέατος.

Πρόκειται, όμως, δυστυχώς για ουτοπικές καταστάσεις, αφού η πραγματική κατάσταση στην χώρα μας κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Ούτε, δε, υπάρχει σοβαρή ολιστική πρόταση για την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, όχι μόνο στην τραγική και στον τομέα αυτό κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά και στα κόμματα της αντιπολίτευσης (υπαρκτά και υπό δημιουργία).

Αυτή, δε, η διαπίστωση, δεν γίνεται για λόγους εντυπωσιασμού, αλλά αποτελεί προσωπική εμπειρία του υπογράφοντος, όταν το 1997 ανέλαβε τη σύνταξη των προτάσεων για τον αγροτικό τομέα του ΔΗΚΚΙ και διαπίστωσε με τρόμο, ότι κανένα ελληνικό πολιτικό κόμμα (αυτό ισχύει μέχρι και σήμερα) δεν είχε έστω και θεωρητικά αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τον αγροτικό τομέα. Πολλές, δε, επιμέρους προτάσεις που υπήρξαν τότε ως θέσεις του ΔΗΚΚΙ για τον αγροτικό τομέα ενσωματώθηκαν στα προεκλογικά προγράμματα άλλων κομμάτων, χωρίς να έχουν όμως μία ολιστική αντίληψη και συνέχεια, που απαιτεί αυτή η σύνθετη προσπάθεια για έξοδο του αγροτικού τομέα της Ελλάδας από τον βούρκο και το τέλμα.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx