Γιατί πάνε πακέτο διαφθορά και νεοφιλελευθερισμός
19/01/2026
Η πολιτική διαφθορά είναι η κατάχρηση της δημόσιας εξουσίας για ιδιωτικό όφελος και μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, από τη δωροδοκία ενός υπαλλήλου σε χαμηλό και μεσαίο επίπεδο της δημόσιας διοίκησης μέχρι πράξεις διαφθοράς μεμονωμένων υψηλόβαθμων κυβερνητικών αξιωματούχων που έχουν ρόλο στη χάραξη πολιτικής. Η διαφθορά όμως καθίσταται μη ελεγχόμενη όταν είναι ενσωματωμένη στη λειτουργία του κράτους, όταν πλέον είναι ο κανόνας.
H σύγχρονη έννοια της πολιτικής διαφθοράς ως παθολογία του πολιτικού συστήματος άρχισε να διαμορφώνεται με τη μετάβαση των κοινωνιών από τον Mεσαίωνα και την Aναγέννηση στις αστικές καπιταλιστικές κοινωνίες λόγω της διάκρισης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος, βασική αρχή του αστικού συστήματος. Στον Μεσαίωνα, η διάκριση μεταξύ του δημόσιου ρόλου του άρχοντα και των προσωπικών του συμφερόντων δεν ήταν καθορισμένη, καθώς η εξουσία θεωρούνταν σχεδόν προσωπική ιδιοκτησία. Παρ’ όλα αυτά στον Ύστερο Μεσαίωνα σημειώθηκαν εξεγέρσεις.
Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του φεουδαρχικού συστήματος της Δύσης και του συγκεντρωτικού αυτοκρατορικού συστήματος του Βυζαντίου είναι ότι η κύρια πηγή καταπίεσης στην πρώτη περίπτωση ήταν η εξουσία του φεουδάρχη επί των δουλοπαροίκων, ενώ στη δεύτερη περίπτωση η πηγή διαφθοράς ήταν η κρατική εξουσία μέσω της διοίκησης. Το αίτημα στη Δύση με τα χρόνια μορφοποιήθηκε σε κοινωνική αλλαγή με αποτέλεσμα τη χαλάρωση και στη συνέχεια την εξάλειψη της δουλοπαροικίας, στο Βυζάντιο ήταν η πολιτική αλλαγή με την απομάκρυνση διεφθαρμένων υπουργών και συμβούλων που συχνά οδηγούσε και στην πτώση του αυτοκράτορα.
Η σύγχρονη έκφραση της διαφθοράς
Σήμερα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση η διαφθορά εκδηλώνεται με κατάχρηση των ευρωπαϊκών πόρων σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο (Διαρθρωτικά Ταμεία – Ταμείο Ανάκαμψης), με δωροδοκίες σε εκπροσώπους Θεσμικών Οργάνων και με την ισχυρή επιρροή των ομάδων συμφερόντων που εν τέλει διαμορφώνουν προς όφελός τους την ευρωπαϊκή πολιτική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση για την αντιμετώπιση της διαφθοράς έχει ως βασικούς άξονες δράσης της: την Έκθεση για το Κράτος Δικαίου, τον Κανονισμό για την Προστασία του Προϋπολογισμού με τον μηχανισμό Αιρεσιμότητας και τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα. Παρ’ όλα αυτά, η διαφθορά συνεχίζει να υφίσταται τόσο σε επίπεδο εθνικό με διαφοροποιήσεις που οφείλονται στη θεσμική θωράκιση κάθε χώρας, όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η διαφθορά στην Ευρώπη απασχολεί τους πολίτες οι οποίοι, σύμφωνα με έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, σε ποσοστό 68% τη θεωρούν μείζον πρόβλημα και καταγράφεται μια έντονη απαισιοδοξία όσον αφορά την αντιμετώπισή της. Μάλιστα το 97% των Ελλήνων πιστεύει πως η διαφθορά είναι εξαιρετικά διαδεδομένη στη χώρα μας και ακολουθούν η Κροατία με 92% και η Πορτογαλία με 91%. Αντίθετα, η Φινλανδία και η Δανία καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά αντίληψης διαφθοράς, με 21% και 28% αντίστοιχα.
Παρά την ύπαρξη θεσμοθετημένων οργάνων, η διαφθορά συνεχίζει και οι προκλήσεις παραμένουν. H έλλειψη λογοδοσίας, η ατιμωρησία και η συγκάλυψη οδηγούν στη διαμόρφωση μιας ισχυρής πεποίθησης για την απουσία δικαιοσύνης και για την ανάγκη τιμωρίας. Παράλληλα, η επισφάλεια στην οποία έχουν περιέλθει τα λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα, η εξανέμιση των αποταμιεύσεων της μεσαίας τάξης, η ανεργία, η προσφυγική κρίση και οι μεταναστευτικές ροές, αλλά και οι συνεχείς γεωπολιτικές εντάσεις και η αμφισβήτηση της κυριαρχίας των εθνών-κρατών εντείνουν τα εσωτερικά προβλήματα και το αίσθημα απουσίας δικαιοσύνης.
Η υποταγή του “πολιτικού” στους κανόνες της αγοράς
Οι απλοϊκές λύσεις που προτείνουν τα ακροδεξιά κόμματα σε έναν κόσμο σύνθετο και πολύπλοκο προσφέρουν το αίσθημα ασφάλειας που έχει ανάγκη ο πολίτης ο οποίος επί δεκαετίες γαλουχήθηκε με την ελπίδα ότι μπορεί να γίνει κι αυτός ένας αστός. Όμως η ρητορική των ακροδεξιών κομμάτων σίγουρα δεν θίγει τις αιτίες της απουσίας δικαιοσύνης και απευθύνεται πρωτίστως στο θυμικό των πολιτών. Και δεν θίγει τις αιτίες των προβλημάτων γιατί ενστερνίζεται την ίδια κοσμοθεωρία με τις κυβερνήσεις που κυριαρχούν στην Ευρώπη, υιοθετεί το μοντέλο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.
Τα κόμματα της Άκρας Δεξιάς εκμεταλλευόμενα τη φτωχοποίηση και επειδή δεν θίγουν τη μήτρα που γεννά τις ανισότητες, τον πόλεμο, τη μετανάστευση, κατασκευάζουν εσωτερικούς εχθρούς για να συγκαλύψουν τις αιτίες των οικονομικών προβλημάτων. Η κριτική τους στη διαφθορά περιορίζεται στο επίπεδο των προσώπων ως κακών διαχειριστών και ανήθικων ανθρώπων.
Όμως, η διαφθορά είναι δομικό χαρακτηριστικό του νεοφιλελευθερισμού γιατί έχει οδηγήσει στην πλήρη υποταγή του “πολιτικού” στους κανόνες της αγοράς. Το “μετανεωτερικό” περιβάλλον επιβάλλει τις ιδιωτικοποιήσεις δραστηριοτήτων που μέχρι πριν μερικά χρόνια ανήκαν στο κράτος και το πρόβλημα της διαπλοκής γίνεται εντονότερο μέσα από συμβάσεις με δαιδαλώδεις αλυσίδες διαφόρων υπεργολάβων, ενώ παράλληλα αυξάνεται η εξάρτηση των κομμάτων που εναλλάσσονται στην εξουσία από επιχειρηματικούς κύκλους αδυνατώντας έτσι να ασκήσουν επιρροή στις οικονομικές διεργασίες.
Οι θεσμοί υπάρχουν τυπικά, όμως οι αποφάσεις λαμβάνονται από εξωθεσμικά κέντρα που δεν διαθέτουν καμία πολιτική νομιμοποίηση, αυτοί που κατέχουν τον πλούτο ταυτόχρονα διαθέτουν προνομιακό πολιτικό ρόλο. Συνεπώς, ό,τι συνθέτει την έννοια του κοινοβουλευτισμού στην αστική φιλελεύθερη σκέψη, κόμματα, εκλογές, διάκριση των εξουσιών με έμφαση στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, καθώς και ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, έχει απονευρωθεί.
Και το ερώτημα που τίθεται είναι: πώς αντιμετωπίζεται η διαφθορά; Το αίτημα της πολιτικής αλλαγής, ιδιαίτερα όταν περιορίζεται στο να αλλάξει ο “αυτοκράτορας” και οι αξιωματούχοι του, όπως στο Βυζάντιο, να φύγουν οι διεφθαρμένοι υπουργοί και όχι στο να γίνουν τομές στη δομή της εξουσίας και στον τρόπο διακυβέρνησης, δεν διασφαλίζει τις κοινωνίες και δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του αιτήματος για δικαιοσύνη. Δεν επέρχεται η κάθαρση, όχι ως εκδίκηση, αλλά ως πράξη αναγέννησης. Το αίτημα για δικαιοσύνη εμπερικλείεται στο αίτημα της κοινωνικής αλλαγής, όπως εκφράσθηκε κάποτε στη Δύση και οδήγησε σε αστικές επαναστάσεις (Αγγλία – Γαλλία), αλλά και σε εθνικές – απελευθερωτικές (Ιταλία – Ελλάδα).
Ο ρόλος της ιδεολογίας
Συνεπώς, ούτε θυμό, ούτε οργή, χρειαζόμαστε, αλλά ιδεολογίες από τις οποίες προκύπτουν προγράμματα, προτάσεις, σχέδια. Το αν θα έχουμε δημόσια ή ιδιωτική υγειονομική περίθαλψη, παιδεία, ασφάλιση, τι είδους φορολογικό σύστημα κι αν θα θελήσουμε να συνεργήσουμε στην οικονομία του πολέμου ή των ανθρώπων, είναι θέμα ιδεολογίας. Και ναι, σήμερα οι ιδεολογίες πρέπει να αναδειχθούν γιατί το “τέλος των ιδεολογιών” ήταν η αρχή της κυριαρχίας των αγοραίων αγορών, ένας μύθος για να σταματήσει ο κόσμος να διεκδικεί εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης της κοινωνίας.
Σήμερα οι κυρίαρχοι έχουν καλλιεργήσει στις κοινωνίες την πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές δυνατότητες γι’ αυτό η παρούσα οικονομικοκοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων αποτελεί αναπόφευκτη αναγκαιότητα. Το κυρίαρχο αφήγημα δεν περιλαμβάνει τις αιτίες των προβλημάτων, αλλά τα αποτελέσματα, τα οποία προβάλλονται ως “αναγκαία” και “μοιραία” κατάσταση και όχι ως ιδεολογικές αποφάσεις. Δηλαδή, τα αποτελέσματα καθαγιάζονται ως δεσμευτικά ώστε να αποκλείονται άλλες προσεγγίσεις κι έτσι να τεκμαίρεται η μία και μοναδική αλήθεια, η νεοφιλελεύθερη επιλογή στην οποία ο πολίτης – εφ’ όσον δεν υπάρχουν άλλες επιλογές – είναι υποχρεωμένος να πειθαρχήσει.
Όταν τα κοινωνικά φαινόμενα δεν αιτιολογούνται με βάση τη διαλεκτική και τα αποτελέσματα προβάλλονται ως κανονικότητες που καθίστανται κανονιστικές αρχές, τότε η πολιτική που κυριαρχεί είναι απολυταρχική και ενισχύεται η αντι-πολιτική στάση. Η σύγχρονη αντι-πολιτική στάση αναφέρεται σε διεφθαρμένες ελίτ χωρίς να αναζητά τις οικονομικο-κοινωνικές αιτίες, συχνά υποβαθμίζει τις σύνθετες κοινοβουλευτικές και δημοκρατικές διαδικασίες υπέρ μιας “καθαρής” και άμεσης δράσης και καταφεύγει στον μανιχαϊσμό. Περισσότερο λειτουργεί ως μια κραυγή διαμαρτυρίας και εκφράζεται κυρίως μέσω της αποχής ή στην καλύτερη περίπτωση ως αίτημα για μια πιο “ηθική” και “δίκαιη” διοίκηση.
Το ζητούμενο της πάταξης της διαφθοράς είναι συνδεδεμένο με τις ιδεολογίες γιατί με γνώμονα αυτές δρούμε, πράττουμε. Κανένας δεν μπορεί να επιτύχει την κάθαρση και να αποδώσει δικαιοσύνη αν δεν σταθεί απέναντι στον ακραίο ατομικισμό του νεοφιλελευθερισμού, αν δεν αντισταθεί στις ιδιωτικοποιήσεις και στη διάλυση του κοινωνικού κράτους, αν δεν συγκρουστεί με την άποψη ότι η καπιταλιστική οικονομία έχει έναν φυσικό αυτορρυθμιζόμενο χαρακτήρα, αν δεν αρνηθεί τη θέση ότι είναι επιλογή του πολίτη σε ποια τάξη θα ανήκει με βάση τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς, αν εν τέλει δεν σηκώσει το γάντι στην προβαλλόμενη νομοτέλεια του συστήματος. Στόχος του νεοφιλελευθερισμού είναι η “φυσικοποίηση του συστήματος”, να πειστεί ο κόσμος ότι το τρέχον σύστημα είναι τόσο φυσικό όσο οι νόμοι της βαρύτητας, οπότε η προσπάθεια αλλαγής του είναι μάταιη.
Όμως, όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του νεοφιλελευθερισμού αποκλείουν την έννοια της ηθικής γιατί παρουσιάζονται ως μη αμφισβητήσιμοι “φυσικοί” νόμοι και συνεπώς δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κάθαρση και δικαιοσύνη! Οι φυσικοί νόμοι δεν εμπεριέχουν καμία ηθική, είναι αυτοί που είναι! Αν τα προοδευτικά κινήματα και κόμματα δεν καταφέρουν να πείσουν για μια ουσιαστική εναλλακτική στη διαφθορά του συστήματος, οι κοινωνίες, έχοντας το σύστημα ήδη κατασκευάσει, όπως αναφέρει ο Νόαμ Τσόμσκι, τη συναίνεσή τους, θα στραφούν σε κάποιες υποτιθέμενες αντισυστημικές και μετα-ιδεολογικές φιγούρες, οι οποίες – ηθελημένα ή αθέλητα – ανοίγουν τον δρόμο στην Άκρα Δεξιά.
Το αίτημα της εναλλακτικής για το “κοινό καλό” περνά μέσα από την πολιτική και κοινωνική αλλαγή που αντιστρατεύεται τον νεοφιλελευθερισμό. Το “κοινό καλό” σε κάθε ιστορική εποχή προσδιορίζεται από την κοινωνική πραγματικότητα, η οποία δημιουργεί τις ιδεολογίες και αυτές με τη σειρά τους την πολιτική πρακτική. Οι ιδεολογίες, όπως και η ιστορία, δεν τελειώνουν ποτέ.





