Γιατί ο επόμενος μεγάλος πόλεμος δεν θα μοιάζει με τους προηγούμενους
26/01/2026
Αισθανόμαστε ότι ζούμε πρωτοφανείς εποχές και καταστάσεις στο διεθνές σκηνικό. Δεν έχουμε απόλυτα άδικο. Ο πολιτικός λόγος, για παράδειγμα, του Προέδρου Τραμπ, ο τρόπος που εκφέρει σκέψεις, επιθυμίες ή διαταγές, δεν είναι κάτι που συναντάμε πολύ συχνά στην ανθρώπινη ιστορία. Θα μπορούσαμε με άνεση να χαρακτηρίσουμε όλα όσα ο ισχυρός ηγέτης εκφέρει ως γραφικότητες και να μην τους δώσουμε την πρέπουσα σημασία. Θα ήταν σοβαρό λάθος να πράξουμε κάτι τέτοιο.
Οι γραφικότητες του κου Τραμπ στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα και στοιχεία και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε γραφικότητες, ούτε ανοησίες. Τα πραγματικά δεδομένα είναι η στρατιωτική ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών. Και ο παρονομαστής του λόγου του είναι η δύναμη των όπλων: H δυνατότητά του δηλαδή να επιβάλλει “δια των όπλων” τα όσα επιθυμεί, όσο παράλογα και αν φαίνονται τα τελευταία.
Η ισχύς των όπλων είναι σχετική έννοια – πάντοτε ήταν στην ιστορία. Οι ρωμαϊκές λεγεώνες ήταν ακαταμάχητες εκεί όπου το περιβάλλον τους επέτρεπε να είναι – όπου επέτρεπε να δημιουργηθούν πόλεις. Στα πυκνά δάση του βορρά ή στις ερήμους της ανατολής και του νότου οι τρομεροί αυτοί στρατιωτικοί μηχανισμοί δεν ενέπνεαν κανενός είδους φόβο. Οι στρατιές του Ναπολέοντα ήταν ακαταμάχητες κατά μήκος των μεγάλων πλωτών ποταμών – του Ρήνου και του Δούναβη ειδικά. Κατέρρεαν όταν εμπλέκονταν στις άγονες εκτάσεις της Ισπανίας, ή στις αχανείς πεδιάδες της Ρωσίας.
Οι Αμερικανοί των τελευταίων χρόνων είναι ακαταμάχητοι στις θάλασσες και στον αέρα. Έχουν ηττηθεί σε όλους τους πολέμους που έγιναν στην ξηρά. Ο πόλεμος όμως, ως απειλή, είναι το ισχυρό τους πλεονέκτημα στην σημερινό κόσμο. Οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον η παραγωγική ατμομηχανή του κόσμου και υποχωρεί σε όλους τους τομείς που απορρέουν από ετούτη την ιδιότητά της – στην οικονομία, στο εμπόριο, ακόμα και στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Σε ασφαλή απόσταση από μεγάλες, ισχυρές ή, έστω, πυρηνικές δυνάμεις, η απειλή του πολέμου φαίνεται για τις ΗΠΑ, ιδανικό διπλωματικό επιχείρημα.
Η απειλή όμως, όταν επαναλαμβάνεται, όταν φθίνει η παράμετρος του πιθανού και απρόβλεπτου και ο φόβος που προκαλεί, οδηγεί σε κλιμάκωση. Για να διατηρηθεί θα πρέπει κάτι το πραγματικό να συμβεί. Και αυτό το πραγματικό μπορεί εύκολα να γίνει σοβαρό και μεγάλο. Η παράμετρος ενός γενικευμένου πολέμου βρίσκεται με τον τρόπο αυτό συνεχώς στο κάδρο και, όσο περνά ο καιρός μεταβάλλεται σε πραγματική προοπτική. Ο λόγος περί πολέμου δεν μπορεί να μείνει για πάντα λόγος. Ιδιαίτερα όταν είναι πληθωρικός.
Πάνω σε τι όμως, σε ποιο υπόβαθρο θα λάβει χώρα ο γενικευμένος αυτός πόλεμος; Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με ακρίβεια την απάντηση στο ερώτημα. Μερικά όμως στοιχεία μας επιτρέπουν ριψοκίνδυνες εκτιμήσεις και υποθέσεις…
Η ιστορική διαδρομή του ανθρώπινου πληθυσμού
Ο ανθρώπινος πολιτισμός έζησε στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του σε έναν αραιοκατοικημένο, σχεδόν ερημικό – ως προς τους ανθρώπους-πλανήτη. Για μερικές χιλιάδες χρόνια η πυκνότητα της ανθρώπινης παρουσίας δεν πλησίαζε την μονάδα σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο. Η λαμπρή – για την Ευρώπη, την Κίνα, την Μεσοποταμία και την Ινδία – αρχαιότητα, σταθεροποιήθηκε για περισσότερα από χίλια χρόνια στο μέγεθος του ενός ανθρώπου σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο γης. Χρειάστηκε να περιμένουμε τις μεγάλες εκχερσώσεις – την εντυπωσιακή σε έκταση καταστροφή των δασών και, λιγότερο, των βάλτων – στην Ευρώπη και στην Κίνα του μεσαίωνα ώστε να περάσουμε στην πυκνότητα των δύο ανθρώπων σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο γης.
Στην ακμή της αρχαιότητας, στο έτος 200, οι άνθρωποι ήταν περίπου 200 εκατομμύρια, ένας για κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο χερσαίας γης. Μόλις το έτος χίλια, στην κορύφωση του μεσαίωνα, ο ανθρώπινος πληθυσμός διέσπασε τα προαιώνια όρια του και έφτασε τους δύο ανθρώπους στο τετραγωνικό χιλιόμετρο. Μετά από μισή χιλιετία στα 1500 περίπου το ίδιο μέγεθος αυξήθηκε σε τρεις στο τετραγωνικό χιλιόμετρο. Τότε οι άνθρωποι ήταν περίπου 450.000.000.
Καθώς η ανθρωπότητα – με αιχμή του δόρατος την Ευρώπη – πραγματοποιούσε την μακρά μεταβατική της περίοδο προς τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τα δημογραφικά μεγέθη γνώριζαν μια επιταχυνόμενη ανάπτυξη. Στα 1.700 οι άνθρωποι ήταν 600 εκατομμύρια, στα 1800 περίπου ένα δισεκατομμύριο, στα 1900, ένα δισεκατομμύριο εξακόσια εκατομμύρια. Από αυτούς οι Ευρωπαίοι ήταν 410 εκατομμύρια, πάνω από 25% του συνόλου.
Στον εικοστό αιώνα επήλθε η δημογραφική έκρηξη – για λόγους που δεν υπάρχει χώρος για να εξηγήσουμε εδώ. Στα 1950 οι άνθρωποι ήταν 2.500.000.000, και η πυκνότητα 17 στο τετραγωνικό χιλιόμετρο. Στα 2010 οι άνθρωποι έγιναν 7.000.000.000, σχεδόν τρεις φορές περισσότεροι, από όσους ήταν μόλις εξήντα χρόνια νωρίτερα. Σήμερα ο αριθμός τους έχει φτάσει τα 8.200.000.000 και η πυκνότητα στους 55 σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο. Να σημειώσουμε ότι οι Ευρωπαίοι ανάμεσά τους είναι κάτι παραπάνω από 700 εκατομμύρια, μόλις 8,5% πλέον του συνόλου.
Τα νέα δεδομένα
Τι σημασία έχουν αριθμοί; Την βασική και πρώτη – ότι δηλαδή δεν γνωρίζουμε τι μορφή θα πάρει ένας γενικευμένος πόλεμος σε αυτό το πυκνοκατοικημένο σκηνικό. Οι γενικευμένοι πόλεμοι του περασμένου αιώνα, δεν μας βοηθούν στο να βρούμε τις απαντήσεις. Ο Πρώτος Παγκόσμιος έγινε σε μια ανθρωπότητα 1.800.000.000 ανθρώπων, ενώ οι μεγάλες πολεμικές του αναμετρήσεις έγιναν σε μικρό τμήμα του τότε κόσμου: Στο ευρωπαϊκό έδαφος ουσιαστικά. Το δεύτερο αυτό στοιχείο ίσχυσε και στον Δεύτερο Παγκόσμιο – με μεγαλύτερη τη συμμετοχή της Ασίας. Σε αυτόν οι άνθρωποι δεν ήταν περισσότεροι από 2.400.000.000, δηλαδή 16-17 σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο.
Οκτώ δεκαετίες αργότερα ο πιθανολογούμενος, προσερχόμενος γενικευμένος πόλεμος πρόκειται να συμβεί σε μια ανθρωπότητα που μετρά 8.300.000.000 κατοίκους – περισσότερους από 56, σε κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο γης. Πολύ απλά, κάτι τέτοιο δεν έχει ξαναγίνει και, κατά συνέπεια, δεν γνωρίζουμε πώς θα γίνει και ποιες συνέπειες θα έχει για τους ανθρώπους και τον πολιτισμό τους. Επιπλέον οι άνθρωποι συγκεντρώνονται με κατακλυσμιαίους ρυθμούς σε αστικά συγκροτήματα: Ο πληθυσμός των πόλεων αποτελεί σήμερα το 45% του συνόλου έναντι 20% το 1950.
Στον “αναπτυγμένο” κόσμο το ποσοστό αυτό κυμαίνεται ανάμεσα στο 70 και το 90% (στην Ελλάδα είναι 79%). Στα 1940 δεν υπήρχαν “μεγαπόλεις” με την σημερινή έννοια του όρου (με πληθυσμό μεγαλύτερο των δέκα εκατομμυρίων). Σήμερα υπάρχουν τριάντα τρεις, από τις οποίες οι δεκαεννέα στην Ασία. Στο δε άμεσο μέλλον προβλέπεται ραγδαία αύξηση στους ρυθμούς της αστικοποίησης – σχεδόν πουθενά δεν είναι αρνητικοί οι σχετικοί δείκτες (Πηγές: World Bank, CIA Factbook, κλπ).
Υπάρχει δυνατότητα για πολεμική οικονομία;
Οι εξελίξεις αυτές έχουν δημιουργήσει ένα επίσης πρωτοφανές φαινόμενο. Τα κέντρα παραγωγής των ζωτικών αγαθών – τροφίμων και καυσίμων στην πρώτη σειρά – βρίσκονται πολύ μακριά από τα κέντρα κατανάλωσης. Είναι μία τάση που ενισχύεται: Κραυγαλέο παράδειγμα η συμφωνία MERCOSUR, η οποία μεγέθυνε ακόμα περισσότερο τον βαθμό επισιτιστικής εξάρτησης της πυκνοκατοικημένης Ευρώπης από την λατινική Αμερική.
Στην ενέργεια, το ισοδύναμο είναι η εξάρτηση της Ευρώπης από το αμερικανικό LNG, το οποίο έρχεται πέρα από τον ωκεανό! Με βάση την κοινή λογική, ετούτες οι εξελίξεις έρχονται σε απόλυτη αντίθεση με τις πολεμόχαρες διακηρύξεις και τις πολεμικές προετοιμασίες. Είναι αυτονόητο ότι οι γραμμές εφοδιασμού γίνονται ευάλωτες, όταν εκτείνονται σε μήκος χιλιάδων χιλιομέτρων ή μιλίων. Σε περίπτωση γενικευμένου πολέμου ούτε οι αεροπορικές, ούτε οι ναυτιλιακές μεταφορές θα είναι εγγυημένες και απρόσβλητες, το αντίθετο μάλιστα.
Η παραπάνω αναντιστοιχία ανάμεσα στον επίμονο και πυκνό λόγο περί πολέμου και την ασάφεια ως και αδιαφορία για την διαμόρφωση προϋποθέσεων και μηχανισμών πολέμου είναι κάτι το κραυγαλέα ασυνήθιστο. Συνήθως, πριν από κάθε μικρό ή μεγάλο πόλεμο, διαμορφώνονται οι όροι της οικονομίας πολέμου, του τρόπου δηλαδή που η παραγωγική διαδικασία θα μπορέσει να συντηρήσει στρατούς και ανθρώπους στην εξόχως καταναλωτική διαδικασία που είναι ο πόλεμος. Δεν βλέπουμε να γίνεται αυτό, ιδιαίτερα σε εκείνες τις πρωτεύουσες που πρωτοστατούν σε πολεμικές ιαχές και στην ύψωση των λαβάρων του πολέμου!
Το να προδικάσουμε το μέλλον είναι αδύνατο. Όταν όμως βλέπουμε τις βάσεις στις οποίες φιλοδοξεί να στηριχθεί το μέλλον αυτό, έχουμε κάθε λόγο να τρομάξουμε. Με τις σημερινές συνθήκες ένας γενικευμένος πόλεμος θα αποσαρθρώσει ζωτικές λειτουργίες, εξαιρετικά εύθραυστες στην σημερινή διάρθρωση του κόσμου. Θα προκαλέσει αφάνταστο πόνο και αριθμούς θυμάτων που ποτέ, κανένας πόλεμος δεν προκάλεσε στην ως τώρα ιστορία της ανθρωπότητας. Εκτός εάν η, σε κοινή θέα, Γενοκτονία στην Γάζα μας έχει εθίσει στον θάνατο των άλλων και, τελικά, και στον δικό μας θάνατο.
Ζούμε σε έναν επικίνδυνο κόσμο. Και δεν πρόκειται για απλό σχήμα λόγου…





