Γιατί ο Σμαραγδής έκανε τη διαφορά
09/02/2026
Δεν είμαι επαγγελματίας κριτικός κινηματογράφου, αλλά σινεφίλ από την δεκαετία του ΄60, όταν οι περισσότεροι από τους σημερινούς κριτικούς ήταν αγέννητοι. Έχω παρακολουθήσει σχεδόν όλες τις ταινίες του ποιοτικού ελληνικού κινηματογράφου. Ως φοιτητής στην Γενεύη το 1984 είδα τρεις φορές το Ρεμπέτικο του Φέρρη, πρέπει δε να ομολογήσω ότι μου άρεσε ο Βούλγαρης, ο Κακογιάννης και ο Παναγιωτόπουλος, ενώ (συγχωρείστε με για την ιεροσυλία) δεν μου άρεσαν οι ταινίες του Αγγελόπουλου, παρά την εξαιρετική τους ποιότητα, αλλά λόγω της ατέρμονης βασανιστικής διάρκειας.
Από νωρίς μου είχε προκαλέσει όμως εντύπωση ότι ο ελληνικός κινηματογράφος δεν άντλησε την θεματολογία του από την ελληνική ιστορία, μία από τις συναρπαστικότερες ιστορίες του πλανήτη. Εδώ υπάρχει ένας θησαυρός, από τον οποίον αρύονται συγγραφείς και καλλιτέχνες, επιστήμονες και γλωσσοπλάστες, ιδεολόγοι και φιλόσοφοι, η Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός, ο Μαρξισμός, ο Φιλελευθερισμός, η αμερικανική δημοκρατία, η ρωσική σκέψη, η αρχαία κινεζική τέχνη.
Ο κόσμος του Περικλή, του Πλάτωνα, του Αλέξανδρου, της Ελληνιστικής και της Βυζαντινής Οικουμένης, το δράμα της Άλωσης και της Τουρκοκρατίας, η εποποιία της Ελληνικής Επανάστασης, ο ταραχώδης ελληνικός εικοστός αιώνας, άφησαν αδιάφορη ή σχεδόν αδιάφορη την πλειοψηφία των Ελλήνων σκηνοθετών, πλην ελαχίστων, όπως ο Κούνδουρος, ο Αγγελόπουλος και ο Βούλγαρης, αλλά κι αυτοί κυρίως επικεντρωμένοι στην περίοδο του Μεσοπολέμου και του Εμφυλίου.
Είναι πράγματι αξιοπερίεργο ότι δεν γυρίστηκε μία εμβληματική ελληνική (γιατί ξένες γυρίστηκαν) ταινία για τον Τρωϊκό πόλεμο, την Αργοναυτική Εκστρατεία, τον Σωκράτη, τους Μηδικούς πολέμους, για τον Αλέξανδρο, για τον Ιουστινιανό, για τον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο, για την Άλωση, για την Επανάσταση, για τον Κολοκοτρώνη, για τον Καραϊσκάκη, για τον Παπαδιαμάντη.
Αυτά τα αφήσαμε σε ξένους σκηνοθέτες, οι οποίοι αξιοποίησαν το πανίσχυρο ελληνικό brand για να γυρίσουν ταινίες με ελληνική θεματολογία, με τα δικά τους ασφαλώς (χολιγουντιανά ως επί το πλείστον) κριτήρια, που οι ημέτεροι κουλτουριάρηδες επέκριναν από τον καναπέ τους ως “κιτς” κλπ. Αλλά ταινίες που δικαίωσαν, έστω με αυτόν τον τρόπο, στο ευρύ μη κουλτουριάρικο παγκόσμιο κοινό, τα ελληνικά θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, όπως οι φαντασμαγορικές υπερπαραγωγές για τον Αλέξανδρο και τον Λεωνίδα.
Ας πρόσεχε η ελληνική κινηματογραφική κοινότητα να τα έκανε η ίδια καλύτερα. Και διερωτήθηκα πολλές φορές γιατί ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης, όπως ο Λάνθιμος, δεν επέλεξε έναν Έλληνα ηγεμόνα ως ήρωα της ταινίας του, αλλά μία Αγγλίδα βασίλισσα. Στην σχολή Μωραίτη, όπου φοίτησε ως μαθητής, δίδασκαν εξαιρετικοί ιστορικοί. Εμφανίζεται λοιπόν ένας Έλληνας σκηνοθέτης, Κρητικός, με σπουδές σκηνοθεσίας στην θρυλική σχολή του Λυκούργου Σταυράκου, αλλά και το Παρίσι, με βαθειά ελληνική παιδεία, με προοδευτικές ιδεολογικές καταβολές, εικοσιπεντάρης με ταινία μικρού μήκους βραβεύεται στο Μόντρεαλ, αναπτύσσει την πολύπλευρη καλλιτεχνική του δράση διδάσκοντας και συγγράφοντας παράλληλα, και αποφασίζει να γυρίσει ταινίες με θεματολογία από τον πάμπλουτο κόσμο της ελληνικής ιστορίας.
Παρουσιάζει τον Βαρβάκη, τον Θεοτοκόπουλο, τον Καβάφη και τον Καποδίστρια. Οι ταινίες του είναι γεμάτες χρώματα, αντισυμβατικές, γρήγορες, πολύχρωμες, ευρηματικές, δίνουν τοπία και τοιχογραφίες, αποδίδουν το παρελθόν με αυθεντικότητα, οι δε ηθοποιοί του είναι πράγματι ηθο-ποιοί, δηλαδή εκπέμπουν ήθος, παράγουν αξιακό σύστημα. Ο σκηνοθέτης είναι αυτός που στρέφει την υποκριτική αξία ενός ηθοποιού στην κατεύθυνση της ανάδειξης αξιών ή αντιθέτως στην στράτευση (οπότε η τέχνη γίνεται απλή προπαγάνδα) ή ακόμα χειρότερα στον μηδενισμό. Ο Σμαραγδής με τεράστια επιτυχία υπηρετεί αξίες.
Ο Σμαραγδής και ο κινηματογραφικός Καποδίστριας
Ο Καποδίστριας καταπολεμήθηκε λυσσαλέα από ένα σύστημα που είδε σε αυτόν μία θανάσιμη αξιακή απειλή. Δηλαδή να αναδειχθεί η φωτεινή προσωπικότητα ενός πραγματικού Ηγέτη με βαθειά χριστιανική πίστη, ακραία ανιδιοτέλεια, ακλόνητο πατριωτισμό, αφοσίωση στον απλό λαό και ταυτόχρονα παγκόσμια αναγνώριση. Ο άνθρωπος που ως υπουργός Εξωτερικών μίας παγκόσμιας υπερδύναμης προσδιόρισε την φυσιογνωμία της σύγχρονης Ελβετίας, διέσωσε την Γαλλία από τον διαμελισμό και επίσης προστάτευσε την Ελληνική Επανάσταση από την Ιερά Συμμαχία, θεωρήθηκε Αντιπαράδειγμα εξαιρετικά επικίνδυνο για μέρος της αποεθνικοποιημένης και μηδενιστικής νεοελληνικής ψευδοελίτ.
Για αυτό και η ταινία έχει την παγκόσμια πρωτοτυπία ότι καταπολεμήθηκε λυσσαλέα πριν καν προβληθεί. Μαζί με την ταινία καταπολεμήθηκε φυσικά και ο ίδιος ο Καποδίστριας, γιατί το πρόβλημα δεν ήταν να ασκηθεί καλλιτεχνική κριτική στην ταινία, αλλά να αποδομηθεί το Ηθικό Πρότυπο, που προέβαλε ο Σμαραγδής μέσω του Καποδίστρια. Οι αρνητικές επομένως αναρτήσεις, αρθρογραφίες και σχόλια για την ταινία λειτούργησαν ως ομολογία πίστεως στο σύστημα που απεχθάνεται τις καποδιστριακές αξίες.
Τελικώς το κοινό έδωσε την απάντηση. Στις δημοκρατικές κοινωνίες το κοινό επιλέγει τα πρότυπα, όχι οι παρακμιακές ψευδοελίτ.
Αλλά καταδείχθηκε ένα χάσμα μεταξύ της “ιθύνουσας τάξης” αυτής της χώρας και της κοινωνίας. Ο Σμαραγδής προσέφερε έτσι, εκτός από την εκπληκτική του ταινία, και μία μέγιστη εθνική υπηρεσία: την αφορμή η ελληνική κοινωνία, που βρίσκεται αυτήν την στιγμή σε βαθειά υπαρξιακή κρίση, να αναστοχασθεί και να αντιστρέψει τον θανατηφόρο ρου της ιστορίας της, ανατρέχοντας στην ιστορία μας και αναζητώντας στο πρόσωπο του Καποδίστρια το πρότυπο ηγεσίας που μπορεί να την ανατάξει και να την αναγεννήσει.





