Χάρις Συμεωνίδου: Από την επιστημονική καταξίωση στο θεατρικό σανίδι
15/02/2026
Το να συζητάς μαζί της έχει ενδιαφέρον ιδίως όταν είσαι δίπλα στο τζάκι στην εξαιρετική μονοκατοικία της στο Ψυχικό και ξεδιπλώνει τις αλήθειες της ζωής της, εξωτερικεύοντας πολλά κομμάτια της που φωτίζονται από αφίσες στους τοίχους, από δώρα, προσωπικές αφιερώσεις, έργα τέχνης, που συνθέτουν αναμνήσεις με προβεβλημένα πρόσωπα, αλλά και από τα άγουρα χρόνια της νιότης στο Παρίσι και τα τόλμηματά της, μ’ ένα χαρακτήρα που δεν υιοθετούσε την βολή αλλά κάθε άλλο, πρόβαλε την αυτονόμηση, επέλεγε τις σύγχρονες προκλήσεις της ζωής, με μια αδιόρατη γλυκύτητα ή αυστηρότητα άλλες φορές, αλλά πάντα μέσα από μια λάμψη που την ακολουθεί…
H χαλκέντερη ηθοποιός Χάρις Συμεωνίδου έχει ήδη μια πετυχημένη διαδρομή διευθύντριας επιτελικού δημοσίου φορέα -θα μας τα πει-, αλλά υπήρξε και ως ασυμβίβαστη παρουσία στην Ευρώπη, μια θεωρητική και πρακτική επιστήμων, με κορυφαία καριέρα. Σήμερα δηλώνει μόνο “ηθοποιός” υπηρετώντας αποκλειστικά αυτό το στοιχείο της υποκριτικής που μαγεύει το είναι της. Για την τέχνη τα θυσιάζει όλα! Χρόνο, αντοχές, ιδιωτικές απολαύσεις, φίλους. Εκεί ξεχνιέται, δεν υπάρχει ο όρος κούραση, αν και υπήρξαν αδυσώπητες καταστάσεις, εναρμονίζεται τάχιστα στις απαιτήσεις του κάθε ρόλου που κάνει την ζωή της συναρπαστική.
Η Χάρις Συμεωνίδου είναι χορτάτη σε εμπειρίες, τυχερή που έζησε κοντά σε πολλές προσωπικότητες της διανόησης, του πολιτισμού, της αντίστασης στο Παρίσι, με ανατροπές, με θέληση για μια κοινωνία αλληλεγγύης, με εναγώνια στάση για πράγματα που αξίζουν, με τρελούς ρυθμούς που γεμίζουν κάθε δευτερόλεπτο, με προτεραιότητα στην καλή φυσική της κατάσταση, με ψυχολογικό βάθος, με νοιάξιμο για τους αδύνατους, με ένταση, με κριτικό πνεύμα για τα προβλήματα, τα ελλείμματα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.
Κάθε Σάββατο, πρωταγωνιστεί στην θεατρική παράσταση “η Μπέτυ Ντέιβις στην πόλη σας” στο Studio Κυψέλης Αθηνών ενσαρκώνοντας το ρόλο αυτής της θρυλικής ντίβας, με τις παραξενιές της και όσα επιβάλει κατά την διάρκεια μιας υποτιθέμενης ολιγοήμερης φιλοξενίας στο σπίτι φίλων της και συγκεκριμένα της συγγραφέως Elizabeth Fuller, η οποία διηγείται πολύ εύγλωττα την εμπειρία της. Μαζί της η εξαιρετική ηθοποιός Τέτα Κωνσταντά που αποτελεί το πολύτιμο δίδυμο στο έργο με εναλλασσόμενους ρόλους.
Ας απολαύσουμε την κ. Συμεωνίδου στην συνέντευξη:
Ηθοποιός σημαίνει…
Χ. Συμεωνίδου: Θα απαντήσω με το αξεπέραστο “ηθοποιός σημαίνει φως” αλλά και πολλαπλή εσωτερική ζωή μέσα από τους πολλούς ρόλους του.
Πώς αυτοπροσδιορίζεσαι; Του κλασσικού ρεπερτορίου, του σύγχρονου, του μουσικού λαϊκού ρεπερτορίου, άλλου;
Χ. Συμεωνίδου: Κινούμαι με ρόλους που μου ταιριάζουν, στο κλασικό και στο σύγχρονο ρεπερτόριο.
Ήσουν το “καλό παιδί” που ακολούθησε τα πρέπει της οικογένειας για μια επιστημονική καριέρα που έβαλε σε δεύτερη μοίρα τις προσωπικές καλλιτεχνικές αναζητήσεις που ξέσπασαν αργότερα σαν Βεζούβιος; Γιατί δεν το τόλμησες νωρίτερα;
Χ. Συμεωνίδου: Κάθε άλλο παρά “καλό παιδί” ήμουν και τίποτα δεν μου επέβαλε η οικογένειά μου. Πάντα είχα προσωπικές επιλογές. Μετά τις σπουδές μου στην AΣOΕΕ και το MSc στο London School of Economics στη Δημογραφία, πήγα στο Παρίσι να σπουδάσω υποκριτική. Σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα με ανάγκασε να γυρίσω στην Ελλάδα. Η πρόταση να εργαστώ στο Εθνικό Κέντρο Ερευνών (ΕΚΚΕ), ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και έγινα Δ/ντρια Ερευνών, με πολλές δημοσιεύσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και διεθνείς συνεργασίες. Συγχρόνως απέκτησα οικογένεια και παιδί, διδακτορικό πάλι από το London School of Economics, μέσω της δουλειάς μου και υπήρξα και επισκέπτρια καθηγήτρια στη Σορβόννη.
Το σαράκι όμως του θεάτρου δεν με άφηνε να ησυχάσω και δεν μπορούσα να αρκεστώ στις ερασιτεχνικές παραστάσεις που συμμετείχα. Έτσι, παρόλη την εκλογή μου σαν Δ/ντρια του Ινστιτούτου Κοινωνικής Πολιτικής του ΕΚΚΕ, αποφάσισα να παραιτηθώ, να σπουδάσω υποκριτική ( B.A in performing arts από το Queen Margaret University του Εδιμβούργου) και να αφιερωθώ στον πραγματικό μου έρωτα, το θέατρο… Θα συμφωνείτε ότι αυτό απαιτούσε μεγαλύτερη τόλμη.
Σίγουρα, μεγάλη απόφαση. Δημογραφικά ως χώρα χάσαμε το τρένο ή υπάρχει ελπίς;
Χ. Συμεωνίδου: Πιστεύω ότι το χάσαμε το τρένο. Από το 1983 με μεγάλες πανελλήνιες έρευνες, είχα εντοπίσει και δημοσιεύσει σε βιβλία και άρθρα τα απαιτούμενα μέτρα οικογενειακής-δημογραφικής πολιτικής, που σταδιακά θα έλυναν το πρόβλημα. Είχαμε ιδρύσει και την Εταιρεία Δημογραφικών Μελετών και σαν Γεν. Γραμματέας είχα συμβάλει σημαντικά στην δημοσιοποίηση του θέματος, ακόμη και με ομιλίες στη Βουλή. Αλλά καμία κυβέρνηση δεν ενδιαφέρθηκε να υιοθετήσει μια συνολική δημογραφική πολιτική, παρά μόνον ευκαιριακά, συχνά εκλογοθηρικά μέτρα
Τί είδος θεάτρου δεν έχεις κάνει και θα ήθελες έντονα;
Χ. Συμεωνίδου: Έχω ασχοληθεί με τα είδη θεάτρου που με ενδιέφεραν, και που ήδη ανέφερα. Θα ήθελα να ασχοληθώ περισσότερο με την αρχαία τραγωδία.
Ο κινηματογράφος, η τηλεόραση είναι τα παράπλευρα σημεία αναφοράς στην μεστή πορεία σου. Σ’ ενδιαφέρουν σήμερα;
Χ. Συμεωνίδου: Πάντα με ενδιαφέρουν, αλλά περισσότερο ο κινηματογράφος.
Μια ζωή με λάμψη, με αγώνες, με διαπρεπείς Έλληνες στο Παρίσι κι αλλού, με αφοσίωση στο θέατρο των απαιτήσεων. Με τι σε μπόλιασαν εκείνες οι ιστορικές εποχές;
Χ. Συμεωνίδου: Με πλούτο και μ’ ένα ευρυγώνιο φακό για τα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα, αλλά και με πολύ έντονα πολιτιστικά ερεθίσματα.
Πόσο δύσκολο ήταν μια λαμπρή επιστήμονας να κάνει στροφή 180 μοιρών και να αφοσιωθεί με σπουδές στην υποκριτική; Το δυσυπόστατο αυτό στοιχείο λειτούργησε ευεργετικά στην οπτική σου;
Χ. Συμεωνίδου: Πράγματι ήταν μια μεγάλη απόφαση, γιατί και την δουλειά στο ΕΚΚΕ την αγαπούσα πολύ. Σίγουρα νομίζω ότι οι κοινωνικές σπουδές βοηθούν πολύ τον ηθοποιό να εμβαθύνει στους ρόλους του, γιατί σε τελευταία ανάλυση τι είναι το θέατρο παρά η κοινωνία πάνω στη σκηνή.
Από την παράσταση που ανεβαίνει κάθε Σάββατο “Η Μπέτυ Ντέιβις στην πόλη σας”.
Έχεις κάνει σημαντικές συνεργασίες στην καριέρα σου με σπουδαίες προσωπικότητες. Αν απαριθμούσες τις 5 σημαντικότερες, ποια πρόσωπα θα ήταν στο καρέ σου;
Χ. Συμεωνίδου: Νίκος Κούνδουρος, Jean-Paul Denison, Fernando Arrabal, Κωστής Καπελώνης, Χρυσάνθη Κορνηλίου.
Έχεις κάποια κοινά στοιχεία με την πρωταγωνίστρια που υποδύεσαι, την απρόβλεπτη Μπέτυ Ντέιβις ή είναι κόντρα ρόλος;
Χ. Συμεωνίδου: Σε πολλά σημεία ταυτίζομαι, γιατί την κατανοώ όταν λέει ότι “το μόνο που πραγματικά έχουμε σε τελική ανάλυση είναι η δουλειά μας”. Έχει σαρκαστικό χιούμορ και είναι παθιασμένη με ό,τι ασχολείται, παρορμητική, θυελλώδης, με ευθύτητα συμπεριφοράς. Δεν ταυτίζομαι βέβαια όταν είναι κυριαρχική, αγενής και επιθετική.
Τα όνειρα ποτέ δεν τελειώνουν σε ένα δημιουργικό άτομο. Τι θα ήθελες τώρα στην φάση της ωριμότητας των επιλογών σε προσωπικό κι επαγγελματικό επίπεδο;
Χ. Συμεωνίδου: Θα ήθελα να παίξω σε μεγάλες και γνωστές σκηνές, αν και η δουλειά που γίνεται σε μικρούς ηρωικούς θιάσους και θέατρα είναι συχνά πιο σημαντική. Προσωπικά θα ήθελα να συνεχίσω, να περιστοιχίζομαι και να επικοινωνώ με γοητευτικούς ανθρώπους υψηλού επιπέδου, αλλά και με μεγάλη καλοσύνη, που είναι η υπ’ αριθμόν μια αρετή.
Υπάρχουν απωθημένα που δεν ολοκληρώθηκαν;
Χ. Συμεωνίδου: Ναι, απωθημένα που υπήρξαν στην παιδική μου ηλικία.
Η Χάρις Συμεωνίδου με την συμπρωταγωνίστρια Τέτα Κωνσταντά, τον σκηνοθέτη της παράστασης Γιώργο Λιβανό και την ενδυματολόγο.
Τι θα συμβουλεύεις σε νέους που διαλέγουν σήμερα την υποκριτική στην ζωή σου;
Χ. Συμεωνίδου: Να δουλεύουν, να δουλεύουν, να δουλεύουν. Και να έχουν υπόψη τους ότι, το θέατρο είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και θέλει μεγάλη αφοσίωση.
Τι σε ενοχλεί στην κοινωνία και την ελληνική πραγματικότητα του σήμερα;
Χ. Συμεωνίδου: Τι να πρωτοπώ και από που ν’ αρχίσω. Η έκπτωση εννοιών και αξιών. Η αντικατάσταση της συλλογικότητας, που πάντα διείπε την ελληνική κοινωνία, από έναν καινοφανή βάρβαρο ατομισμό. Το συνεχές μειούμενο επίπεδο παιδείας και ελπίδας για καλύτερο μέλλον κ.λπ. κ.λπ. Όλα αυτά έχουν οδηγήσει σ’ ένα διαρκώς αυξανόμενο συλλογικό θυμό, που αντιμετωπίζουμε στην καθημερινότητά μας και σε αύξηση κάθε μορφής βίας.
Η ευχή σου ποια θα ήταν;
Χ. Συμεωνίδου: Να ηττηθεί με κάποιο μαγικό τρόπο το κακό που μας περιτριγυρίζει. Η ανθρωπότητα δεν κερδίζει με όπλα, αλλά με διάλογο και αλληλεγγύη”.
Ευχαριστώ πολύ.





