Ημέρες και έργα της ελληνοκυπριακής και ελλαδικής Αριστεράς στο Κυπριακό
27/02/2026
Με το ζήτημα αυτό έχω κατ’ επανάληψη ασχοληθεί επί δεκαετίες, μερικά άρθρα μου, άλλωστε, φιλοξενήθηκαν και στο SLpress. Στο παρόν κείμενο θα αναφερθώ συμπληρωματικά κυρίως στην στάση της Ελληνοκυπριακής Αριστεράς (ΚΚ Κύπρου/ΑΚΕΛ) που φαίνεται όχι μόνον να συμπλέει, αλλά και να «πρωτοπορεί» της αντίστοιχης ελλαδικής της.
Αν υπάρχει κάτι που επανειλημμένα η ζωή διιστορικά το έχει αποδείξει, είναι ότι η Ελληνική Αριστερά ή για την ακρίβεια το κυρίαρχο τμήμα της (ΚΚΕ/ΑΚΕΛ), δεν μπόρεσε ποτέ να κατανοήσει σε βάθος το Εθνικό Ζήτημα με αποτέλεσμα τον διαρκή αυτοακρωτηριασμό της. Εξίσου αντιφατική και ανακόλουθη έως και σήμερα είναι η στάση της.
Καθόλου ευθύγραμμο και γραμμικό δεν παρουσιάζεται το όλο θέμα. Από την μία η πίεση από τον διεθνή παράγοντα (Σοβιετική Ένωση-Κομμουνιστική Διεθνής) που δημιουργούσε μόνιμα προβλήματα εκτροχιασμού από την γραμμή της αυτοδιάθεσης και από την άλλη η ίδια η πραγματικότητα που αναδείκνυε τον αλυτρωτικό χαρακτήρα του ζητήματος, αλλά και ο ίδιος ο κόσμος της Αριστεράς στην Κύπρο που αισθανόταν, όπως όλοι οι Έλληνες της Κύπρου, Έλληνας υπό αγγλική κατοχή.
Ως εκ τούτου θα σταθώ σε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις που καταδεικνύουν την αντιφατικότητα αλλά και τα αδιέξοδα της ελλαδικής και ελληνοκυπριακής Αριστεράς απέναντι στο μεγάλο αυτό εθνικό μας ζήτημα.
Αναφερόμενος και στις δύο, θα πρέπει για λόγους ιστορικούς να αναγνωρίσουμε ότι στην όλη υπόθεση σταθερά πρωτοπορεί η ελληνοκυπριακή Αριστερά που ήδη από την ίδρυσή της το 1926 ως ΚΚ Κύπρου, προέβαλε το σύνθημα της αυτονομίας και ανεξαρτησίας της Κύπρου αντί της Ενώσεως με την Ελλάδα. Η ελληνοκυπριακή Αριστερά πάσχιζε φαίνεται να ανταγωνιστεί την αδελφή της στην Ελλάδα, που την ίδια περίοδο διατύπωνε τις εξίσου απαράδεκτες για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό προτάσεις για «Αυτόνομη Μακεδονία» και «Αυτόνομη Θράκη».
Το 1931 ξέσπασαν τα Οκτωβριανά. Το ΚΚ Κύπρου απουσίασε από την εξέγερση. Την καταδίκασε. Για την στάση του αυτή ο επιφανής κομμουνιστής Ούγγρος ηγέτης Μπέλα Κουν είπε: «Ήταν η εξέγερση του 1931 ένα γνήσιο εθνικό – απελευθερωτικό κίνημα, όπου είχαν αντιπαραταχθεί δύο στρατόπεδα. Από τη μια το στρατόπεδο του λαού (κυρίως των πόλεων) με τους απλούς κομμουνιστές κάτω από την ηγεσία των εθνικιστών και της Εκκλησίας. Και από την άλλη, το στρατόπεδο των ιμπεριαλιστών με σύμμαχο την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος». Η στάση του ΚΚ Κύπρου απέναντι στην εξέγερση του 1931 ήταν απόρροια της όλης του στάσης απέναντι στο εθνικό ζήτημα που από την αρχή υπήρξε εχθρική.
Είναι γεγονός ότι στην συνέχεια οι απόψεις αυτές αποσύρθηκαν χωρίς όμως η ηγεσία της Κυπριακής Αριστεράς να αποβάλει από τον πυρήνα του σκεπτικού της τις βαθύτατα λαθεμένες και τάχα μου διεθνιστικές της θέσεις.
Η αντιφατικότητα αυτή αποτυπώθηκε σε μια σειρά σωστών θέσεων και πρακτικών που στην συνέχεια όμως αναιρούνταν με κορύφωση την επιφυλακτική έως αρνητική – καταδικαστική στάση και μη άμεση συμμετοχή, που κράτησε το κόμμα στον εθνικό αντιαποικιακό – απελευθερωτικό αγώνα του 1955-1959.
Η Αριστερά στην Κύπρο και το Σχέδιο Ανάν
Οι παλινωδίες συνεχίστηκαν και μετά την Ανεξαρτησία για να αποτυπωθούν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στο Σχέδιο Ανάν, όπου η πλειοψηφία της ηγεσίας του ΑΚΕΛ αντιμετώπισε με «βρετανικό φλέγμα», φιλικά και θετικά το φρανκενσταϊνικής κοπής τερατούργημα. (Κάτι που δεν συνέβη όμως στο ΚΚΕ που καταδίκασε το τερατούργημα). Στην συνέχεια όμως βλέποντας το αρνητικό κλίμα που διαμορφωνόταν στην πλειοψηφία των Κυπρίων, αλλά και των ίδιων του των οπαδών, άλλαξε θέση τελευταία στιγμή, καταψηφίζοντάς το, με το ανεπανάληπτο «επιχείρημα»: «Ψηφίζουμε ΟΧΙ για να τσιμεντάρουμε το ΝΑΙ».
Σχετικά με την δεύτερη θέση, διατυπωμένη από τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη, αυτή υποτίθεται ότι στηριζόταν σε στέρεες διεθνιστικές – επαναστατικές θέσεις. Ας την δούμε συγκεκριμένα.
«Η απελευθέρωση της Κύπρου δεν μπορεί να σημαίνει ιδιοποίηση ή χειροτέρευση της υποδούλωσης των Τούρκων, μα απελευθέρωση και για την τουρκική μειονότητα του νησιού, με βάση την πλήρη εθνική αυτονομία. Διεκδικώντας το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης μέχρι και αποχωρισμού για τους Έλληνες, δεν μπορούμε να αρνηθούμε το ίδιο αυτό δικαίωμα στην τουρκική μειονότητα».
Και παρ’ ότι η θέση αυτή αποσύρθηκε, ουσιαστικά δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ από τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας τμήματος της Αριστεράς και αριστεριστών σε Ελλάδα και Κύπρο. Είναι οδυνηρό να λέγεται, αλλά δεν νομίζω ότι είναι λάθος να επισημανθεί ότι στοιχεία της απόψεως αυτής επικαλείται και χρησιμοποιεί το εθνοκτόνο κατοχικό καθεστώς για να επιβάλει δια πυρός και σιδήρου την λύση των δύο κρατών στην Κύπρο.
Τούτων δοθέντων είναι, νομίζω, εμφανές ότι η θέση αυτή όχι μόνο υποδηλώνει μειωμένη δυνατότητα πρόσληψης του πολιτικού γίγνεσθαι, αλλά και πλήρη άγνοια του μειονοτικού ζητήματος, πλήρη υποτίμηση του ρόλου των στρατηγικών μειονοτήτων, σαφή απεμπόληση σωστών περί την Ένωση θέσεων που μετά την κατοχή είχε υιοθετήσει η σύνολη, σχεδόν, Αριστερά, αλλά και πλήρη υιοθέτηση της βρετανικής απειλής για διπλό δημοψήφισμα και δύο κράτη στην Κύπρο.
Και το ερώτημα που ξεκάθαρα γεννιέται. Μπορούσε, μπορεί μια τέτοιου τύπου Αριστερά να χαράξει μια πραγματικά αυτοδιαθεσιακή – απελευθερωτική γραμμή στο Κυπριακό Ζήτημα και όχι μόνον;





