Ίμια 30 χρόνια μετά – Η απάντηση στο δόγμα του “μη πόλεμος”
28/02/2026
Στα δύο προηγούμενα μέρη του αφιερώματος στα Ίμια αναλύσαμε τους λόγους επιλογής της κρίσης από την Τουρκία και τα ευρεία περιθώρια πολιτικής και στρατιωτικής δράσης της Ελλάδας. Στο παρόν σημείωμα θα απαντήσουμε στη βασική ιδεολογική θέση της τότε ελληνικής κυβέρνησης και του ελληνικού πολιτικού συστήματος συνολικά που συμπυκνώνεται στην έκτοτε μόνιμη επωδό: «Μα τι θέλατε να κάνουμε; Πόλεμο;»
Αυτή η άποψη δεν γεννήθηκε κατά την κρίση των Ιμίων. Προϋπήρχε ήδη ανεπίσημα από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 και επίσημα από τον Ανδρέα Παπανδρέου μετά το Νταβός το 1988: Το δόγμα του «μη πολέμου». Αν και ο Παπανδρέου δήλωσε στη Βουλή το περίφημο mea culpa, από τα Ίμια και εντεύθεν η θέση αυτή καλλιεργήθηκε συστηματικά από τους οπαδούς του οριζόντιου (σε ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΝ – ΣΥΡΙΖΑ) κυρίαρχου «εκσυγχρονιστικού» ρεύματος της ελίτ της Ελλάδας. Και εμποτίζει έκτοτε την κοινή γνώμη μέσω κυρίαρχων μηχανισμών διαμόρφωσης γνώμης (ΜΜΕ, ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική ελίτ).
Κατά την άποψη αυτή, δε θα μπορούσε να έχει πράξει τίποτα διαφορετικό η τότε πολιτική ηγεσία, η οποία μάλιστα επαινείται για τη «σώφρονα και υπεύθυνη» στάση της. Η υπευθυνότητα μιας στάσης δεν κρίνεται από τα αποτελέσματα της στιγμής, αλλά από τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της. Η όξυνση και αναβάθμιση της τουρκικής επιθετικότητας έκτοτε αποδεικνύει ότι δεν ήταν μια ορθή και σώφρων επιλογή.
Καταρχάς, το δόγμα του «μη πολέμου» δεν μπορεί να είναι μονομερές, διότι διαφορετικά σημαίνει ότι η μια πλευρά αποκλείει το ενδεχόμενο σύγκρουσης και απλά υποτάσσεται. Ας σκεφτούμε τι θα σήμαινε ένα τέτοιο δόγμα π.χ. μεταξύ κοινωνικών εταίρων, εργοδοσίας και εργατικών συνδικάτων. Αν τα εργατικά συνδικάτα δήλωναν a priori ότι δεν πρόκειται ποτέ να συγκρουστούν για κανένα θέμα, θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να αποσπάσουν έστω μια δίκαιη διεκδίκησή τους; Ποτέ.
Μια διακρατική σύγκρουση συνεπάγεται πιθανότατα ανυπολόγιστες καταστροφές και απώλεια ανθρώπινων ζωών. Όμως το ερώτημα δεν είναι τι συνεπάγεται η σύγκρουση, αλλά τι συνεπάγεται το μονομερές δόγμα της μη σύγκρουσης . Το ερώτημα «να κάνουμε πόλεμο;» απευθύνεται στην ανθρώπινη λογική. Κανείς λογικός άνθρωπος δε θέλει τον πόλεμο, αν έχει άλλη επιλογή. Αν λοιπόν συμφωνήσουμε ότι κανείς δε θέλει πόλεμο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε πόλεμο αλλά πώς μπορούμε να τον αποφύγουμε. Η τότε ελληνική κυβέρνηση επαιρόταν ότι αποφύγαμε την αναμέτρηση. Η εκτίμηση αυτή δεν ευσταθεί, διότι η Τουρκία, όπως έχουμε εξηγήσει, δεν επιθυμούσε πολεμική αναμέτρηση.
Όμως, το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι η άποψη αυτή και η στάση της τότε κυβέρνησης – όπως και των περισσότερων κυβερνήσεων της Ελλάδας έκτοτε -, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον πόλεμο. Είναι μια άποψη ανιστόρητη, μη λαμβάνουσα υπόψη σταθερές των διεθνών σχέσεων: Όταν ένας δρών σε μια σχέση είναι επεκτατικός, τότε η υποχώρηση του άλλου δεν αποσοβεί τον πόλεμο, αλλά τον επισπεύδει. Αφού ο επεκτατικός λάβει όσα μπορεί χωρίς πόλεμο μέσω του εκβιασμού, τελικά θα επιτεθεί στον εξαντλημένο από το συνεχή εκβιασμό ανταγωνιστή του για να ολοκληρώσει την κατάκτησή του. Αυτό ήταν, επί παραδείγματι, το αποτέλεσμα της πολιτικής του αγγλικού κατευνασμού προς τον Χίτλερ στα 1930.
Ίμια: Ο «μη πόλεμος» μας οδηγεί σε υποταγή
Έτσι, παρακάμπτεται κι εδώ η βασική αλήθεια: Η Τουρκία είναι διαχρονικά φύσει επιθετική, ιμπεριαλιστική χώρα. Αυτό το έχει δείξει απέναντι σε Συρία, Ιράκ, Κύπρο, Λιβύη, Ελλάδα. Και, ως γνήσια ιμπεριαλιστική δύναμη, προτιμά να πιέζει εκβιαστικά τα θύματά της να δεχτούν τις απαιτήσεις της χωρίς πόλεμο. Έως ότου τελικά εξουθενώσει τον αντίπαλο, ώστε με ευνοϊκούς συσχετισμούς να διεξάγει και πόλεμο. Έναν πόλεμο που θα οδηγήσει τελικά στην άνευ όρων συνθηκολόγηση και κατάκτηση του αντιπάλου.
Αυτό αποδείχθηκε καταρχάς διαχρονικά στην περίπτωση του Κυπριακού: Η ελληνική διπλωματία, προκειμένου να μην οδηγηθούμε σε πόλεμο και διχοτόμηση, ήταν σε διαρκή υποχώρηση από τις εκτρωματικές συνθήκες Ζυρίχης – Λονδίνου μέχρι την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο κατόπιν τουρκικών πιέσεων. Όταν η Τουρκία αποδυνάμωσε την ελληνική πλευρά τόσο, ώστε να είναι βέβαιη ότι ο πόλεμος της θα ήταν νικηφόρος, εισέβαλε. Έτσι, ήρθε αυτό ακριβώς που υποτίθεται ότι προσπαθούσαμε να αποφύγουμε, ο πόλεμος και η διχοτόμηση. Έκτοτε, η τουρκική πλευρά πιέζει την κυπριακή δημοκρατία να αποδεχτεί το τετελεσμένο της εισβολής και νέα σχέδια (τύπου Ανάν κλπ) που θα της ανανεώνουν το δικαίωμα για νέα εισβολή.
Έτσι και μετά τα Ίμια, εδώ και τριάντα χρόνια, οπότε δηλώσαμε ότι δεν πρόκειται να συγκρουστούμε για τίποτα, ούτε καν για κατειλημμένο ελληνικό έδαφος, το αποτέλεσμα είναι εφιαλτικό: Η Τουρκία κήρυξε ένα πολύπλευρο, υβριδικό, ολοκληρωτικό πόλεμο στην Ελλάδα και ικανοποιεί μεγάλο μέρος των διεκδικήσεών της σε Αιγαίο και Θράκη μέσω εκβιαστικής πίεσης προς την Ελλάδα. Απειλεί την Ελλάδα με πόλεμο, αν η Ελλάδα ασκήσει μονομερές της δικαίωμα με βάση το διεθνές δίκαιο (επέκταση χωρικών υδάτων).Υπογράφει παράνομες συμφωνίες οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Εξαπολύει υβριδικές επιθέσεις όπως τον 3/2020 στον Έβρο.
Παραβιάζει τον ελληνικό εναέριο χώρο πάνω από τη θάλασσα και το χερσαίο έδαφος των νησιών. Δεν αναγνωρίζει το FIR Αθηνών και δεν τηρεί τους κανόνες αβλαβούς διέλευσης. Δεν αναγνωρίζει συνθήκες που έχει υπογράψει η ίδια ή που δεν είναι καν συμβαλλόμενη (Λωζάννη που ορίζει – άρθρα 6,15, 16 – ότι περαν των 3ν.μ. δεν έχει κανένα δικαίωμα σε νησιά και τη μειονότητα στη Θράκη ως μουσουλμανική, Παρισίων για παραχώρηση Δωδεκανήσων), αμφισβητεί την κυριαρχία των ελληνικών νησιών, στέλνει ψαράδες της να ψαρεύουν σε ελληνικά χωρικά ύδατα.
Δεν αναγνωρίζει τα δικαιώματα της Ελλάδας να προστατεύει το θαλάσσιο περιβάλλον ούτε εντός χωρικών υδάτων στις Κυκλάδες και ούτε καν να ποντίζει καλώδια ηλεκτρικής διασύνδεσης σε οριοθετημένη ΑΟΖ. Και όλα αυτά, έχοντας προηγουμένως εκδιώξει τις μειονότητες Πόλης, Τενέδου, Ίμβρου κατά παράβαση της συνθήκης της Λωζάννης. Και έχοντας καταλάβει το 37% της Κυπριακής Δημοκρατίας διαπράττοντας 7 εγκλήματα διεθνούς δικαίου, ενώ συνεχίζει το έργο του Αττίλα κατά μήκος της πράσινης γραμμής.
Συνολικά, η Τουρκία με τον πόλεμο που διεξάγει ήδη αναβαθμίζει την επιθετικότητά της και ακυρώνει τα δικαιώματα της Ελλάδας. Η Ελλάδα, υποχωρώντας για να μην οδηγηθεί σε ανοικτό πόλεμο, δέχεται στην πράξη τα τετελεσμένα του υβριδικού πολέμου της Τουρκίας και έχει μετατραπεί σε χώρα περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας. Σε χώρα που, ενώ επικαλείται το διεθνές δίκαιο, δεν το εφαρμόζει σε ό,τι αφορά τα δικά της δικαιώματα. Δικαιώματα που δεν ασκούνται, στην πράξη και με τον καιρό αυτοακυρώνονται. Και τελικά, η χώρα οδηγείται σε αυτοεξάλειψη απέναντι σε έναν επιθετικό γείτονα.
Τέλος, δεν μπορεί να υποτιμηθεί η ευρύτερη στρατηγική της Τουρκίας την τελευταία τριακονταετία να καταστεί μεγάλη περιφερειακή δύναμη. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί αν δεν υποτάξει και τελικά απορροφήσει γεωπολιτικά τον ευρύτερο χώρο του ελληνισμού, Κύπρο και Ελλάδα. Αυτός είναι και ο λόγος που οι διαφορές μας με την Τουρκία δεν αφορούν απλά εναλλακτικές ερμηνείες του διεθνούς δικαίου ή μια διαπραγμάτευση για το εύρος θαλάσσιων ζωνών στο όνομα της καλής πίστης και γειτονικής συμπεριφοράς. Και συνεπώς δεν μπορούν να επιλυθούν με τη μονομερή θέση για «μη πόλεμο».
Συμπερασματικά, αυτοί που αναρωτιούνται αν θέλουμε πόλεμο, ας αναρωτηθούν: Θέλω να υποδουλωθεί η χώρα μου; Θέλω οι κάτοικοι της Λέσβου και της Χίου να έχουν την τύχη των Κύπριων, των Ίμβριων και των Τενέδιων; Η πολιτική του «μη πολέμου» οδηγεί την Ελλάδα στο γκρεμό και τον ελληνισμό σε σταδιακό, βέβαιο αφανισμό. Αν δεν το συνειδητοποιήσουμε άμεσα, τα πράγματα θα είναι κάποια στιγμή μη αναστρέψιμα. Τα μεγάλα ερωτήματα είναι, βεβαίως, γιατί το πολιτικό προσωπικό υιοθέτησε αυτή την πολιτική, ποια μπορεί να είναι η εναλλακτική πολιτική και ποιος μπορεί να τη σχεδιάσει και ασκήσει. Με αυτά τα ερωτήματα θα ασχοληθούμε στα επόμενα μέρη του αφιερώματος.





