Ένα βότσαλο στη λίμνη η παραίτηση του εφέτη Ευαγγελάτου!
07/03/2026
Ο εφέτης της τακτικής δικαιοσύνης Ι. Ευαγγελάτος υπόβαλε τη παραίτηση του από την υπηρεσία, που είχε επιστολική μορφή και την δημοσιοποίησε με προσωπική ανάρτηση στο διαδίκτυο, ανακοινώνοντας το τέλος της δικαστικής του διαδρομής του, που ήταν ένα “γεμάτο ταξίδι” σε μια δικαιοσύνη “που νοσεί”.
Η παραίτηση χαρακτηρίστηκε από πρωτοσέλιδα εφημερίδων ως εκκωφαντική, έγινε και viral με πλήθος σχολίων, δεν ήταν όμως παρά ένα βότσαλο στο τέλμα της δικαιοσύνης, που μαζί με τη δημόσια διοίκηση είναι οι μεγάλοι ασθενείς. Οι αναφορές στη δικαιοσύνη που περιέχονται στη παραπάνω παραίτηση, μου δίνουν την αφορμή να προβώ σε κάποιες παρατηρήσεις, όπως:
Διαχρονικά η δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται ως ο μεγάλος ασθενής εξ αιτίας των πολλών παθογενειών, που οφείλονται όχι μόνο στη βραδύτητα, που φτάνει στα όρια της αρνησιδικίας σε όλες τις διαδικασίες και όχι μόνο στην ποινική. Κατά γενική πεποίθηση η απονομή της δικαιοσύνης παρουσιάζει σοβαρό έλλειμα αξιοπιστίας επί της ουσίας των δικαστικών αποφάσεων, όπως προκύπτει από τις αλλεπάλληλες καταδίκες της χώρας μας από το ΑΔΑΔ για παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για “δικαία δίκη”, τις αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, που αναιρούν ως εσφαλμένες αποφάσεις των κατωτέρων δικαστηρίων και τα δημοσιεύματα του τύπου, από τα οποία διαφαίνεται η διακριτική μεταχείριση των επωνύμων από τα δικαστήρια με τις αλλεπάλληλες αναβολές δικασίμου και αθωώσεις ελλείψει δόλου.
Νοσούσα δικαιοσύνη
Επίσης, η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, με ψήφισμά της, παραπονείται ότι οι Επιθεωρήσεις των Δικαστηρίων αρχειοθετούν άνευ ετέρου τις αναφορές των πολιτών κατά των δικαστών με αιτιάσεις για εσφαλμένες αποφάσεις και έτσι τους καλύπτουν, σε σημείο που σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω παραίτηση “η ανοχή να αποτελεί συνενοχή” από τον μη πειθαρχικό έλεγχο των δικαστών, όταν η δικανική τους κρίση ξεπερνάει τα ακραία όρια και τη μειωμένη απόδοσή τους…
Η καθυστέρηση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης μπορεί να επιλυθεί αν παραταθεί το ωράριο λειτουργίας των ακροατηρίων επί δίωρο με μόνο την έκδοση σχετικής υπουργικής απόφασης. Για την λύση αυτή έχουν χαράξει κόκκινες γραμμές οι συνδικαλιστές των ισχυρών κοινωνικών τάξεων δικηγόρων, δικαστών, δικαστικών γραμματέων, με τις οποίες ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποφεύγει να συγκρουστεί με αποτέλεσμα το μαρτύριο των μαρτύρων στα δικαστήρια από τις αναβολές δικασίμου. Η δικαιοσύνη παρουσιάζει επίσης λειτουργικές αδυναμίες, που διαφαίνονται από τις δυσκολίες χειρισμού σοβαρών υποθέσεων που πολλές φορές παραγράφονται σε επιδικία και λόγω ανεπαρκών κτιριακών και τεχνολογικών υποδομών.
Ο Υπουργός Δικαιοσύνης προσπαθεί να επιταχύνει την απονομή της δικαιοσύνης με σειρά αποσπασματικών τροπολογιών στους δικαστικούς κώδικες με αποτέλεσμα που θα φανεί σε βάθος χρόνου, αλλά που λόγω των επικαλύψεων και μεταβατικών διατάξεων προκάλεσε σύγχυση κατά την εφαρμογή κάποιων διατάξεων σε σημείο που ο ΔΣΑ διοργανώνει φροντιστήρια για δικηγόρους για θέματα πολιτικής δικονομίας, ενώ δεν επανάφερε τη ζώσα διαδικασία με την εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο στις πολιτικές υποθέσεις για την έκδοση πιο αξιόπιστων αποφάσεων, επειδή η επιτάχυνση από μόνη της δεν φτάνει για τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης.
Η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστή
Άλλωστε κανένας θεσμός δεν μπορεί να λειτουργήσει επαρκώς, αν δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης των πολιτών, που για τη δικαιοσύνη ανέρχεται σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις πέριξ του 20%. Εξάλλου, η κατάσταση της δικαιοσύνης έχει δημιουργήσει κάποια αδιέξοδα, που επηρεάζουν τη δημοκρατία και την οικονομική ανάπτυξη και που μόνο με την αλλαγή νοοτροπίας των εμπλεκομένων μπορούν να επιλυθούν.
Στη παραίτηση του ο εφέτης αναφέρει ότι, «ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των δικαστών είναι δικαστές με Δ κεφαλαίο υπάρχει μια θλιβερή μειοψηφία δικαστών, που συμπεριφέρονται με αλαζονεία και που επιβάλλονται θορυβούντες». Δεν έχω ιδία αντίληψη των αορίστων καταγγελιών του εφέτη, αλλά είμαι δέκτης παραπόνων κατά δικαστών για αυθαίρετη δικανική κρίση, για αλαζονική και ιταμή συμπεριφορά από έδρας προς γυναίκες και νέους δικηγόρους, που επιβεβαιώνεται από την παραπάνω ανακοίνωση των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων. Νομίζω ότι, πρόκειται περί της αυθάδειας του αξιώματος (insolence of office), που ο Σαίξπηρ στο μονόλογο του Άμλετ χαρακτηρίζει ως ένα από τα μεγαλύτερα κακά.
Ο δικαστής είναι ένας δημόσιος λειτουργός και όχι υπάλληλος, που υπηρετεί τη δικαιοσύνη με προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία και δικαιοδοτεί σύμφωνα με το νόμο και τη συνείδησή του. Ο δικαστής εκφράζεται μόνο με τις αποφάσεις του (πολιτικές-ποινικές) και όταν διαφωνεί σε δικαστικούς σχηματισμούς με τη μειοψηφία του.
Προσωπικά πιστεύω ότι, ο δικαστής πρέπει να παραμένει στην υπηρεσία μέχρι να καταληφθεί από το όριο ηλικίας και να προσπαθεί με τις αποφάσεις του, την προσωπική του συμβολή και συμπεριφορά να διορθώσει “τα κακώς κείμενα” εκ των έσω και ότι η δικαστική ανεξαρτησία είναι προσωπική υπόθεση κάθε δικαστή. Ο δικαστής αξιολογείται υπηρεσιακά και δεν ελέγχεται για τις αποφάσεις του, εκτός αν η δικανική του κρίση υπερβαίνει τα ακραία όρια. Οι περιπτώσεις που ο δικαστής υφίσταται πιέσεις ή παρεμβάσεις συμβαίνουν μόνο “όταν το προβατάκι τρίβεται στη γκλίτσα του τσοπάνη” κατά την λαϊκή παροιμία.
Η κυβέρνηση εξάγγειλε την συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 87 του Συντάγματος για την αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, χωρίς όμως να δημοσιοποιήσει τις προτάσεις της. Κατά τη γνώμη μου το ισχύον σύστημα επιλογής, παρά τις αιτιάσεις για κυβερνητική εξάρτηση των επιλεχθέντων στην ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων, είναι το πλέον αξιόπιστο, γιατί έχει δοκιμαστεί με αρκετή επιτυχία από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ενώ δεν έχει προταθεί άλλο αξιόπιστο σύστημα στις αλλεπάλληλες συνταγματικές αναθεωρήσεις.
Η επιλογή της ηγεσίας από τους δικαστές δεν θα είναι αξιόπιστη, γιατί όλες οι δικαστικές συνδικαλιστικές ενώσεις, που έχουν μεγάλη επιρροή, συνοδεύονται από ένα κομματικό πρόσημο. Επομένως, δεν θα επιλέγονται οι ικανότεροι, αλλά κατόπιν κομματικών επιλογών. Πέραν τούτου, θα υπάρξει μεταξύ των δικαστών μια διαρκής ψηφοθηρία, συναλλαγή και αντεγκλήσεις. Εξάλλου, όταν ο δικαστής ζητήσει από το συνάδελφο ψήφο, χάνει ένα κομμάτι της προσωπικής ανεξαρτησίας.





