Τίποτα δεν θα είναι ίδιο μετά τον πόλεμο – Κερδισμένοι και χαμένοι
21/03/2026
Η περιπέτεια στην Ουκρανία καταγγέλθηκε από τον Τραμπ ως «πόλεμος που δεν έπρεπε να έχει ξεκινήσει». Ο ίδιος ξεκίνησε τώρα έναν πόλεμο που μπροστά του το Ουκρανικό είναι πταίσμα. Το Ουκρανικό χρεώθηκε στον Μπάιντεν γιατί έφερνε κοντά Ρωσία και Κίνα. Η εμπλοκή στη Μέση Ανατολή ενισχύει και Κίνα και Ρωσία, βαλτώνει τις ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και απειλεί να τις πλήξει ανεπανόρθωτα σε πολλά πεδία.
Ξεκίνησε τη θητεία του με στόχο να αποφύγει την “ήττα Μπάιντεν” στην Ουκρανία και απειλείται τώρα από ένα στραπάτσο που θα είναι όλο δικό του ενώ μια ήττα στην Ουκρανία θα ήταν πιο εύπεπτη. Όσοι ειδικοί στεναχωρήθηκαν από την στροφή Τραμπ στο ουκρανικό δεν είχαν πρόβλημα να δουν τη θετική πλευρά στο νέο πόλεμο. Κατάπιαν όσα καταμαρτυρούσαν της ρωσικής εισβολής και καταπιάστηκαν με το πόσο αντιδημοκρατικό είναι το καθεστώς στο Ιράν, πόσο υπαρξιακή η απειλή για το “καλό” Ισραήλ, πόσο κοντά βρισκόμαστε στην καταστροφή των εκτοξευτών, σε εξέγερση των Ιρανών ή στη συμμόρφωση της Τεχεράνης στη Δύση (το τελευταίο αναφέρεται ως αυταξία).
Τη γραμμή έδωσε ο Ρούτε: η «συρρίκνωση των δυνατοτήτων του Ιράν είναι ΠΟΛΥ σημαντική για την ασφάλεια στην Ευρώπη». Τα ποσοστά απόρριψης της νέας περιπέτειας εντός κι εκτός ΗΠΑ, δείχνουν ότι ο κόσμος επέδειξε καλύτερο κριτήριο από ειδικούς, πολυπράγμονες και πολιτικούς.
Τους έσυρε το Ισραήλ; Η υπόθεση Έπστιν; Οι Γουίτκοφ και Κούσνερ; Τους μέθυσε η επιτυχία στη Βενεζουέλα; Χονδροειδής υποτίμηση των ιρανικών δυνατοτήτων; Ό,τι και αν ήταν, η λάθος κίνηση έγινε και δεν ξεγίνεται. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, τα χτυπήματα από το “κατεστραμμένο” ιρανικό οπλοστάσιο και η απειλή ότι αν διευρυνθούν οι αμερικανο-ισραηλινοί στόχοι θα καεί όλη η περιοχή, έχουν φέρει τις ΗΠΑ (όχι το Ισραήλ) σε μια κατάσταση παρόμοια με το γερμανικό όρο Zugzwang.
Να μην κάνει τίποτα ο Τραμπ και να σηκωθεί να φύγει όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά, απλώς δεν μπορεί. Να κάνει πίσω αποδεχόμενος ιρανικούς όρους θα είναι καταστροφή. Αν επαυξήσει κινδυνεύει με μεγαλύτερη καταστροφή. Επί το λαϊκότερον έχουμε έναν καυγά που ο αδύναμος έχει πιάσει τον δυνατό απ’ τα αρχ….
Κίνα, Ρωσία οι κερδισμένοι
Με την επέμβαση στη Βενεζουέλα, επισημαίναμε πως Πεκίνο και Μόσχα «μπορεί να κρατούν μια ήπια στάση για τον φίλο Μαδούρο, αλλά δεν θα πράξουν το ίδιο, αν απειληθεί ένα game changer για τους συσχετισμούς στην Ευρασία όπως θα ήταν μια απόπειρα στο Ιράν» (Slpress 07/01/2026). Βοηθούν το Ιράν “τόσο όσο” να προκαλέσουν κόστος στις ΗΠΑ και μην υποταχθεί το Ιράν. Κοινή ήταν η πολιτική τους να μην αποκτήσει πυρηνικό όπλο η Τεχεράνη και να μην δυναμώσει τόσο ώστε να κινείται πιο ανεξάρτητα από Πεκίνο και Μόσχα.
Κατά τα άλλα δεν έχουν κοινή στρατηγική. Και οι δυο επιθυμούν την αποτυχία και φθορά των ΗΠΑ, αλλά συμφέρον της Ρωσίας είναι να διαρκέσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή το δυνατόν περισσότερο, με τη μέγιστη αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές και την παγκόσμια οικονομία, εφόσον είναι άλλοι που την προκαλούν και όχι οι ίδιοι. Δεν είναι προς το συμφέρον της Κίνας μια μεγάλη αναστάτωση στην παγκόσμια οικονομία ή μακρόσυρτη, στην ενέργεια. Κατά συνέπεια, πιο κοντά στο σκληρό χαρτί της Τεχεράνης στα Στενά του Ορμούζ βρίσκεται η Ρωσία.
Η τελευταία εκφράζεται λιγότερο εναντίον των ΗΠΑ και του Ισραήλ και περισσότερο υπέρ του Ιράν και του δικαιώματος αυτοάμυνας. Η Κίνα εκφράζεται περισσότερο εναντίον των ΗΠΑ και του Ισραήλ αλλά τυπικά καταδίκασε τις ιρανικές επιθέσεις στον Κόλπο διαφυλάττοντας τη στρατηγική της σχέση κυρίως με τη Σαουδική Αραβία και την παρουσία της στην περιοχή. Η Ρωσία δια του Λαβρόφ επισήμανε αντίθετα την ασυνέπεια των δηλώσεων χωρών του Κόλπου πως δεν θα χρησιμοποιηθεί η επικράτειά τους σε αμερικανική επίθεση, αρνούμενη να καταδικάσει τα ιρανικά χτυπήματα. Κίνα-Ρωσία δεν έθεσαν βέτο αλλά μόνο απείχαν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ που καταδίκασε τα χτυπήματα αυτά χωρίς καμιά αναφορά στην επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ.
Η Μόσχα βλέπει στο αδυνάτισμα των ΗΠΑ και στην ενεργειακή αναστάτωση μια μεγαλύτερη ευκαιρία να έρθει σε συνεννόηση με την Ουάσινγκτον. Οι κολακείες του Κρεμλίνου προς το τραμπικό στρατόπεδο δεν έχουν πάψει, την ίδια στιγμή που επιθυμούν διακαώς το βάλτωμά τους στο Ιράν, αρκεί να μην πέσει ο Τραμπ. Απομακρύνεται παραπέρα το υπερφίαλο δόγμα της διπλής ανάσχεσης Κίνας-Ρωσίας, που ο Τραμπ συνέχισε, παρά τη στροφή στο ουκρανικό, και το τρίγωνο θα τείνει να ξαναγίνει τρίγωνο. Για την Κίνα η Ρωσία επιβεβαιώνεται ως απαραίτητος σύμμαχος στην ενέργεια και όχι μόνο σε ώρα ανάγκης, γεγονός που ενισχύει τη Μόσχα σε μια έτσι κι αλλιώς άνιση σχέση και λόγω ουκρανικού.
Σε ένα πολυπολικό κόσμο και όσο αδυνατίζουν οι ΗΠΑ, η Ρωσία είναι η δύναμη που μπορεί να έχει εξισορροπητικό ρόλο, υπέρ της Κίνας απέναντι στις ΗΠΑ σήμερα, υπέρ των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα μεθαύριο αν όλα πάνε καλά. Αναλογικά, παρόμοιο ρόλο μπορούσε και η Ινδία αν δεν επιμείνει στην ευθυγράμμιση με τον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ στη δυτική Ασία. Όσο πιο πολυπολικός ο κόσμος και πιο αδύναμες οι ΗΠΑ τόσο λιγότερο αγαπημένες θα είναι οι σημερινές BRICS.
Πετυχαίνοντας το αντίθετο των επιδιώξεων
Τίποτα δεν θα είναι ίδιο μετά τον πόλεμο. Περιφερειακά, πλανητικά, ιδεολογικά, με την Κίνα τον μεγάλο κερδισμένο μακροπρόθεσμα. Η οδυνηρή διαπίστωση των μοναρχιών του Κόλπου πως η αμερικανική ομπρέλα ασφάλειας είναι ταυτόχρονα παράγοντας στοχοποίησης, αλλά και ότι είναι “αναλώσιμοι” στις προτεραιότητες των ΗΠΑ, θα τις οδηγήσει σε μεγαλύτερη διασπορά των όρων ασφάλειας. Το μήνυμα αφορά όλες τις χώρες που ο αντίπαλος εναντίον του οποίου καλούνται να γίνουν “αναλώσιμοι” είναι περισσότερο αντίπαλος των ΗΠΑ παρά δικός τους. Η πολιτική του χάους που ασκούν οι ΗΠΑ σε αντιδιαστολή με πολιτικές σταθερότητας που ασκούν Πεκίνο και Μόσχα, ενισχύει τους λόγους προσέγγισης των τελευταίων από τρίτες χώρες που κινδυνεύουν οι ίδιες ή η περιοχή τους από πολιτικές του χάους.
Ο Τραμπ κάνει ό,τι μπορεί ο άνθρωπος. Πριν ακόμη τον πόλεμο. Ενδεικτική είναι η οικονομική επαναπροσέγγιση με Κίνα από Βρετανία και Καναδά. Η Βρετανία ήταν η πρώτη χώρα στην Ευρώπη που ο τότε Πρωθυπουργός Σούνακ κήρυξε το “τέλος της χρυσής εποχής των σχέσεων με Κίνα”. Ήταν μετά την έναρξη της σύγκρουσης στην Ουκρανία όταν οι ΗΠΑ το γύρισαν γρήγορα σε κριτική προς την Κίνα “που στηρίζει τη Ρωσία”. Τώρα ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή μεγάλη δύναμη που ανοίγεται ξανά στην Κίνα. Το ίδιο ο Καναδάς που επίσης δεν είχε καλές σχέσεις με Κίνα. Κανείς τους δεν θα στραφεί γεωπολιτικά προς τα κει στο ορατό μέλλον. Αλλά και μόνο η ανάγκη να ανοιχτούν οικονομικά εν μέσω Τραμπ αποτυπώνει την τάση καθώς και τα όρια της αμερικανικής ηγεμονίας. Έπονται και άλλοι.
Αν κάτι αφήνει αυτός ο πόλεμος στο πεδίο της ασφάλειας περισσότερο από οπλικά συστήματα, είναι η ανάγκη αντοχής, αυτονομίας, αυτάρκειας, ενεργειακής ασφάλειας, διασποράς των όρων ασφάλειας και οικονομικών σχέσεων και hedging. Ό,τι ακριβώς κάνει η Ευρώπη και περισσότερο η Ελλάδα… Το “ή είσαι μαζί μου ή είσαι απέναντι”, πάνω που αποφάσισε να το αναστήσει ο Τραμπ δέχεται το πιο μεγάλο χτύπημα από την ίδια την πολιτική του.
Στη Λατινική Αμερική οι ασφυκτικές πιέσεις για αποκλεισμό των σχέσεων με Κίνα έχουν περάσει σε άλλη σφαίρα. Θύμωσε ο Ρούμπιο και ακύρωσε τη βίζα Χιλιανού Υπουργού Επικοινωνιών επειδή τόλμησε να συζητήσει (!) την πρόταση κινεζικής εταιρίας για οπτική ίνα από το Χονγκ Κονγκ (υποχρεωμένος να το κάνει από τη νομοθεσία), «θέτοντας σε κίνδυνο την περιφερειακή ασφάλεια». Θα ήταν η πρώτη τέτοια σύνδεση Ασίας-Ν. Αμερικής που μέχρι σήμερα συνδέονται μόνο μέσω ΗΠΑ από 25 τέτοιες συνδέσεις Ασίας-Β. Αμερικής, καθιστώντας τες για το Νότο πιο αργές, πιο ακριβές και ελεγχόμενες. Σε αυτήν την… ελευθερία επιλογής καλούν οι ειδικοί την Τεχεράνη να συμμορφωθεί.
Οι αυταπάτες του Κόλπου
Το Ισραήλ όχι μόνο δεν αποφεύγει χτυπήματα στο Ιράν που βάζουν γενικό μπουρλότο στην περιοχή, αλλά επιδιώκει τη μεγαλύτερη δυνατή ανάφλεξη και σύγκρουση του Ιράν με τις χώρες του Κόλπου, ενώ η ανάφλεξη αυξάνει τα κόστη των ΗΠΑ. Μπορεί να καταστρέφει το Ιράν που είναι και ο στόχος του Τελ Αβίβ, αλλά στην μάχη επιβίωσής του το Ιράν αποκτά έτσι ισχυρότερο μέσο διεθνούς πίεσης του “Μεγάλου Σατανά”, των ΗΠΑ, και άρα εμμέσως ενισχύεται έναντί τους. Απέναντι σε αυτή την εγωιστική συμπροφορά του “μικρού” συμμάχου, οι ΗΠΑ απλώς κρατούν το φανάρι, σε βάρος τους, τρέφοντας θεωρίες συνομωσίας πίσω από τις επιλογές Τραμπ.
Μια αποτυχία των ΗΠΑ θα είναι ταυτόχρονα διάψευση της στρατηγικής ασφάλειας και οικονομίας των χωρών του Κόλπου που τις ήθελε ευθυγραμμισμένες με ΗΠΑ και εγγύτερα στο Ισραήλ σε βάρος του Ιράν. Τίποτα δεν θα είναι ίδιο κι εδώ μετά τον πόλεμο, ιδιαίτερα στο σενάριο επικράτησης του Ιράν στον πόλεμο φθοράς με τις ΗΠΑ, δηλαδή στην περίπτωση που το Ιράν βγει από τον πόλεμο πολιτικά ενισχυμένο και με διατηρημένες τις στρατιωτικές του δυνατότητες. Η οργή κατά της Τεχεράνης που για να αμυνθεί τις αντιμετώπισε σαν σάκο του μποξ θα δώσει τη θέση της σε πιο ψύχραιμους υπολογισμούς.
Το λάθος του Ιράν
Το Ιράν με τους πολέμους σε Αφγανιστάν και Ιράκ αποφάσισε ότι θα ερχόταν η ώρα του και οικοδόμησε θαυμαστές για απομονωμένη χώρα δυνατότητες ασύμμετρου πολέμου, ώστε να είναι σε θέση να κάνει αυτό που κάνει τώρα. Μας έπεισε όλους ότι τα κατάφερε (μόνο οι ειδικοί δεν έχουν πειστεί ακόμη). Ωστόσο, η προσπάθεια είχε μεγάλο κοινωνικό κόστος και οι καταστροφές στις οποίες υπόκειται τώρα, ακόμη μεγαλύτερο, γυρίζοντάς το χρόνια πίσω.
Αν έχτισε όλα αυτά για να μπορεί να επιβιώσει σε έναν μεγάλο πόλεμο, γιατί δεν επέλεξε το ίδιο στην προοπτική να αποτρέψει τον πόλεμο ή να τον περιορίσει σε πιο ασφαλή όρια, έχοντας να κάνει με παντελώς αδίστακτους αντιπάλους; Γιατί δηλαδή δεν προχώρησε στην απόκτηση πυρηνικού όπλου, παρά αφέθηκε να υποστεί τέτοια καταστροφή; Ιδιαίτερα μετά τον περσινό πόλεμο των 12 ημερών, απρόκλητο και βάναυσο, είχε ένα πολύ σοβαρό λόγο να το κάνει, και ισχυρή διεθνή δικαιολογία. Θα ωθούσε έτσι να την μιμηθούν και άλλες χώρες της περιοχής. Και λοιπόν; Είναι προτιμότερο αυτό που συμβαίνει τώρα; Ή μήπως δεν θα αποκτήσουν τώρα άλλοι ενδιαφερόμενοι;
Η Β. Κορέα το αποφάσισε, κατήγγειλε τη “Συνθήκη Μη Διάδοσης”, απέκτησε πυρηνικά. Τετελεσμένο επέλεξαν και Ισραήλ, Ινδία και Πακιστάν. Το Ιράν ήταν η πρώτη χώρα που επέλεξε μια άλλη τακτική εντέλει αυτοκαταστροφική. Πολύ κοντά στην απόκτηση ώστε να ελκύει ένα προληπτικό χτύπημα αλλά απρόθυμη να αποκτήσει ενώ θα μπορούσε ίσως έτσι να αποτρέψει το χτύπημα.
Με τους δυο πολέμους πέρσι και φέτος τάχα για να μην αποκτήσει πυρηνικό όπλο το Ιράν, ο μεν Τραμπ δίνει μεγάλη ώθηση στη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Η δε αποτρεπτική αποτυχία της τακτικής του Ιράν θέτει σε αμφισβήτηση την σκοπιμότητα της “νομιμότητας” που ακολούθησε έναντι του τετελεσμένου που ακολούθησε η Πιον Γιάνκ.
Τίποτα δεν θα είναι ίδιο και μέσα στο Ιράν, αν επιβιώσει. Από τη μια, ο κόσμος που εξεγέρθηκε πριν δυο μήνες, στήριξε, έχει υποστεί θυσίες και η κατάστασή του θα επιδεινωθεί. Απ’ την άλλη, το καθεστώς θα έχει επιβεβαιώσει τον εαυτό του, κρατώντας τη χώρα ανεξάρτητη και δίνοντας το αίμα των πιο υψηλόβαθμων στελεχών του. Ακριβώς όπως θα γινόταν και στην Ευρώπη… Στο δίλημμα σκλήρυνση λόγω επιβεβαίωσης ή άνοιγμα στο λαό και στις δημοκρατικές δυνάμεις που στήριξαν την κρίσιμη στιγμή, η ιστορική εμπειρία από ανάλογες περιπτώσεις δεν επιτρέπει πολλή αισιοδοξία.





