Το επώδυνο δίλημμα του Τραμπ – Αναζήτηση νίκης ή παγίδα φθοράς;
06/04/2026
Σε κάθε πολεμική σύγκρουση, η διάκριση μεταξύ τακτικής επιτυχίας και στρατηγικής νίκης δεν μπορεί για τον πολύ κόσμο να κατανοηθεί. Η ιστορία έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι τα εντυπωσιακά στρατιωτικά επιτεύγματα στο πεδίο της μάχης, δεν εγγυώνται την επίτευξη των ευρύτερων πολιτικών στόχων που έχουν τεθεί.
Τα στατιστικά στοιχεία και οι δείκτες φθοράς που παρουσιάζει καθημερινά για τον πόλεμο στο Ιράν με εμμονή ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ Πητ Χέγκσεθ, μας θυμίζει έντονα την προσέγγιση του Ρόμπερτ Μακναμάρα, ο οποίος ήταν υπουργός Άμυνας στην κορύφωση του πολέμου στο Βιετνάμ. Πρόκειται για διαχρονική υπενθύμιση του σφάλματος της ταύτισης των στρατιωτικών τακτικών επιτυχιών με την στρατηγική και πολιτική νίκη. Ο Ντόναλντ Τραμπ, όπως υποδηλώνουν και οι διαρκώς αντιφατικές δηλώσεις του, τα τελεσίγραφα επί των τελεσιγράφων και οι προθεσμίες επί προθεσμιών, αναζητά απεγνωσμένα την νίκη, μέσα από όρους στρατιωτικής υπεροχής.
Επειδή δεν την βρίσκει, προσπαθεί να συγκροτήσει τουλάχιστον ένα “αφήγημα νίκης”. Αλλά νίκη σημαίνει για την Αμερική, επιβολή της θέλησης της στο Ιράν, με την επίτευξη των πολεμικών στόχων που έχουν διακηρυχθεί. Ούτε ο Τραμπ, ούτε όμως και ο πολύς Χέγκσεθ, έχουν διευκρινίσει το πώς ορίζεται και πώς επιτυγχάνεται αυτή η νίκη.
Ένας άλλος καθοριστικός παράγων είναι η γεωγραφία και η σημασία της, η οποία υποτιμήθηκε. Το Ιράν με το μέγεθος, τη μορφολογία και τη στρατηγική του θέση, διαθέτει ένα εγγενές πλεονέκτημα που λειτουργεί αναντίρρητα ως πολλαπλασιαστής ισχύος, που επιτρέπει τη μακροχρόνια αντίσταση. Το Ιράν, με το μέγεθος, τη μορφολογία και τη στρατηγική του θέση, λειτουργεί ως φυσικό οχυρό. Ο έλεγχος κρίσιμων σημείων, όπως το Στενό του Ορμούζ, επιτρέπει στην Τεχεράνη να μετατρέπει την αμυντική της στάση σε εργαλείο παγκόσμιας πίεσης.
Ανθεκτικότητα και… ασύμμετρη αποφασιστικότητα
Παρά την αδιαμφισβήτητη στρατιωτική αποδυνάμωση του, το Ιράν συνεχίζει να ανθίσταται και να επιφέρει αποτελεσματικά πλήγματα εναντίον των αντιπάλων του. Αυτό αναδεικνύει μια κρίσιμη διάσταση των συγκρούσεων, την λεγόμενη ασυμμετρία της αποφασιστικότητας. Ενώ η ισορροπία ισχύος γέρνει συντριπτικά υπέρ των ΗΠΑ και του Ισραήλ, η ισορροπία αποφασιστικότητας είναι τεράστια υπέρ της Τεχεράνης.
Η ιρανική στρατηγική δεν στοχεύει στη νίκη με συμβατικούς όρους, άλλωστε είναι απολύτως κατανοητό στην ιρανική ηγεσία ότι δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση. Στοχεύει στην επιβολή υψηλού και μη βιώσιμου κόστους, στην παράταση της σύγκρουσης και στη δημιουργία αβεβαιότητας, παράλληλα με την δημιουργία παγκόσμιας ενεργειακής και οικονομικής αναταραχής.
Αρέσει δεν αρέσει, η στρατηγική αυτή έχει ήδη αποδώσει απτά αποτελέσματα. Η διατάραξη ζωτικών ναυτιλιακών οδών, η ενεργειακή αστάθεια και οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, συνιστούν στοιχεία που υπερβαίνουν το πεδίο της μάχης.
Η διπλωματία ως χαμένη ευκαιρία
Παράλληλα ο μη καθορισμός διακριτού τέλους και η έλλειψη μιας σαφούς και βιώσιμης στρατηγικής εξόδου από πλευράς Ουάσιγκτον, επιτείνει το πρόβλημα. Εκτός και αν πεισθεί το ιρανικό καθεστώς με κάποιο τρόπο να συμφωνήσει σε κάτι που θα μοιάζει μετά από όλο αυτόν τον ορυμαγδό, στην Συμφωνία Κοινού Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσης (JCPOA) του 2015 επί Ομπάμα, από την οποία αποχώρησε ο Τραμπ το 2018, ή κάπου κοντά σε αυτά που ήταν έτοιμο να συμφωνήσει στις συνομιλίες του Φεβρουαρίου.
Όμως η βαθιά δυσπιστία της Τεχεράνης προς την Ουάσιγκτον και το Ισραήλ, ιδιαίτερα μετά από επιθέσεις εν μέσω διαπραγματεύσεων, καθιστά οποιαδήποτε προσέγγιση εξαιρετικά δύσκολη. Η διπλωματία δεν κατέρρευσε τυχαία, υπονομεύθηκε σταδιακά από το Ισραήλ –όπως όλο και περισσότεροι Αμερικανοί αναλυτές υποστηρίζουν – και τους στενούς συμβούλους του Προέδρου Τραμπ, όπως ό ίδιος έχει ομολογήσει.
Το παράδοξο της υπερδύναμης
Ο Τραμπ διερωτάται γιατί δεν του τηλεφωνούν από την Τεχεράνη για να… συνθηκολογήσουν με το πιο εντυπωσιακό στοιχείο αυτής της σύγκρουσης να είναι ότι – ενώ η πανίσχυρη στρατιωτικά, μόνη υπερδύναμη στον κόσμο, να προτείνει στο ιρανικό καθεστώς 48ωρη εκεχειρία – και αυτό την απορρίπτει! Δεν χρειάζεται αναλυτική δεινότητα για να κατανοήσει κάποιος ότι αυτό δεν είναι ένδειξη ισορροπίας, αλλά ένδειξη στρατηγικής παγίδευσης.
Οι Αμερικανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών έχουν εκτιμήσει ότι το Ιράν δεν είναι πρόθυμο «να συμμετάσχει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου, λόγω βαθιάς δυσπιστίας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, τα οποία επιτέθηκαν στη χώρα δύο φορές, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι συνομιλίες για το πυρηνικό της πρόγραμμα του.
Δεν μπορούμε βέβαια να εκτιμήσουμε αν το ιρανικό καθεστώς καταφέρει να επιβιώσει από αυτή την επίθεση της Αμερικής και του Ισραήλ, ανεξαρτήτως των σημαντικών απωλειών που θα έχει υποστεί. Ούτε αν θα μπορέσει τελικά να διατηρήσει το ουράνιο υψηλού εμπλουτισμού και κάποιες βασικές δυνατότητες σε πυραύλους και σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Αν όμως αυτό τελικά συμβεί – όπως επεσήμανε, έστω με κάποια υπερβολή, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, Γιόσκα Φίσερ – θα πρόκειται για έναν πρωτοφανή… θρίαμβο.
Οι αθέατες συνέπειες
Ο πόλεμος αυτός έχει ήδη ενισχύσει τα σκληροπυρηνικά στοιχεία στο Ιράν, περιορίζοντας τα περιθώρια εσωτερικής διαφοροποίησης. Οι αντικαθεστωτικοί δεν πείστηκαν από τους Τραμπ και Νετανιάχου να κατεβούν στους δρόμους και να συγκρουστούν με το καθεστώς. Ταυτόχρονα, ένα πολύ μεγάλο μέρος του ιρανικού λαού δείχνει να συσπειρώνεται γύρω από αυτό. Οι περισσότεροι Ιρανοί συνειδητοποιούν ότι τα δεινά τους άρχισαν όταν ανετράπη από Αμερικανούς και Βρετανούς το 1953 ο Μοχάμεντ Μοσαντέκ, επειδή εθνικοποίησε τις πετρελαϊκές υποδομές της χώρας, εγκαθιστώντας ως απόλυτο άρχοντα τον Σάχη.
Ταυτόχρονα, η διατάραξη των ενεργειακών ροών και η διεθνής αβεβαιότητα δημιουργούν ευκαιρίες για άλλους δρώντες, όπως η Ρωσία. Οι συνέπειες της σύγκρουσης ξεπερνούν κατά πολύ το ίδιο το πεδίο της μάχης…
Αντί επιλόγου
Εκτίμηση μας είναι ότι η έκβαση του πολέμου δεν θα κριθεί αποκλειστικά από την ισχύ των όπλων και τα αμερικανό-ισραηλινά πλήγματα, ακόμα και με χερσαίες επιχειρήσεις! Αλλά, θα κριθεί από την αντοχή των κοινωνιών, την υπομονή και την αποφασιστικότητα των ηγεσιών και την ικανότητα διαχείρισης του χρόνου ιδιαίτερα για την Αμερική, όπου σε λίγους μήνες θα πραγματοποιηθούν οι ενδιάμεσες εκλογές για την ανανέωση του Κογκρέσου.
Οι απειλές περί «επιστροφής στη λίθινη εποχή» ή «κόλασης» δεν φαίνεται να κάμπτουν έναν αντίπαλο που έχει προετοιμαστεί για μακροχρόνια αντιπαράθεση και το μόνο που υποδηλώνουν είναι ότι ο Τραμπ βρίσκεται σε μία εξαιρετική δυσχερή θέση, με στρατηγικό δίλημμα την αποχώρηση ή την κλιμάκωση. Μάλιστα ξεπέρασε τον εαυτό του, με ένα “χριστιανικό-πασχαλινό” μήνυμα γεμάτο απειλές για άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ (κάτι που φαίνεται, παρά τα όσα διακηρύσσει, ότι τον πονάει) χρησιμοποιώντας γλώσσα πεζοδρομίου, κάτι που κανείς άλλος Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει κάνει. Βέβαια, 90 λεπτά αργότερα δήλωσε στο αγαπημένο του Fox News, ότι υπάρχει «πολύ καλή πιθανότητα» για μια συμφωνία με το Ιράν «μέχρι αύριο», επειδή «το Ιράν διαπραγματεύεται τώρα»!
Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε μέχρι σήμερα – έξι εβδομάδες μετά την έναρξη του – όχι μόνον ο πόλεμος δεν δείχνει να πλησιάζει στο τέλος του, αλλά αντιθέτως βαθαίνει. Χωρίς σαφή ορισμό της νίκης, χωρίς διακριτό τέλος και βιώσιμη στρατηγική εξόδου και χωρίς αξιόπιστο δίαυλο αποκλιμάκωσης, η σύγκρουση αυτή κινδυνεύει να αποτελέσει ένα ακόμη ιστορικό παράδειγμα, όπου η στρατιωτική υπεροχή αδυνατεί επί του παρόντος να μετατραπεί σε πολιτική νίκη. Ακόμα και στην περίπτωση χερσαίων επιχειρήσεων, που πολλοί πιστεύουν ότι θα γίνουν. Όλα αυτά δημιουργούν το πλαίσιο για μία σπειροειδή παρατεταμένη και φθοροποιό αβεβαιότητα, που θα επηρεάσει όλη τη υφήλιο…





