Οι πολλοί όροι για ευρωπαϊκή επιτήρηση στο Ορμούζ
08/04/2026
Η κυβέρνηση, αν και δεν έχει αναλάβει ακόμα οριστική δέσμευση ελληνικής συνεισφοράς, συμμετέχει ενεργά στις διαβουλεύσεις με τη Βρετανία και τη Γαλλία (με ταυτόχρονη ενημέρωση των ΗΠΑ) για τη συγκρότηση πολυεθνικής δύναμης που θα εκτελέσει «αμυντική» επιχείρηση στα Στενά του Ορμούζ και την ευρύτερη περιοχή.
Σε συνέχεια των συζητήσεων του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Γάλλο πρόεδρο, Εμμανουέλ Μακρόν, και των επαφών του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, με την ομόλογό του, Κατρίν Βοτρέν, το Παρίσι ενημέρωσε την Αθήνα για τον αρχικό επιχειρησιακό σχεδιασμό με σκοπό την προστασία της ναυτιλίας και του διεθνούς εμπορίου.
Κεντρική ιδέα των – ως τώρα – εισηγήσεων είναι ότι η αποστολή θα αρχίσει μετά την «παύση» των εχθροπραξιών (και όχι μετά τον «τερματισμό» τους κατά την ορολογία που επικρατεί δημόσια), ενώ αποκλείεται, ασφαλώς, η ανάμιξη στις συγκρούσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν, αν αυτές επαναληφθούν.
Το σκεπτικό των αρμόδιων επιτελών αποδέχεται – ακόμα και μετά την «παύση» – την ύπαρξη ενός «ανεκτού βαθμού κινδύνου» από ένοπλες ομάδες που (με, ή χωρίς συντονισμό με το καθεστώς της Τεχεράνης) ενδεχομένως θα δρουν στο Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα.
Γι’ αυτό, άλλωστε, πραγματικά θα χρειάζεται η διεξαγωγή «αμυντικής» επιχείρησης και δεν γίνεται λόγος για «επιτήρηση εκεχειρίας», ή για απλή «συνοδεία» εμπορικών πλοίων. Επομένως, η λήψη απόφασης – από την ελληνική και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις – για την έναρξη της αποστολής προϋποθέτει τη, μεταξύ τους, συναίνεση ως προς τον ορισμό του «ανεκτού βαθμού κινδύνου» και των συνθηκών επιχειρησιακής δράσης.
Ασφαλώς, μεγάλα ερωτηματικά παραμένουν ο αριθμός του απαιτούμενου στρατιωτικού προσωπικού και των μέσων της αποστολής. Ήδη, θεωρείται βέβαιο πως δεν θα είναι δυνατόν να επιτευχθεί ο αντικειμενικός σκοπός με τη χρήση μόνον ναυτικών μονάδων επιφανείας, όπως γίνεται τώρα με την επιχείρηση Aspides της ΕΕ (στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Άντεν) με μία ελληνική φρεγάτα και μία ιταλική. Κατά μετριοπαθείς εκτιμήσεις, χρειάζονται ως και δέκα φρεγάτες, πολλά ναρκαλιευτικά, οπωσδήποτε αεροσκάφη, καθώς και χερσαία δύναμη με βάση σε κάποια χώρα της περιοχής.
Τραμπ, ΕΕ και Ορμούζ
Παράλληλα, αν και συνεχίζονται οι οξύτατες διαφωνίες με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, οι ευρωπαϊκές πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες θεωρούν απαραίτητη, πριν από την έναρξη της επιχείρησης στο Ορμούζ, την εξασφάλιση της υποστήριξής της από τις ένοπλες δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Πιθανόν, σε επίπεδο πληροφοριών και ετοιμότητας για την παροχή έκτακτης βοήθειας σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης.
Η δήλωση του Τραμπ ότι οι ευρωπαϊκές χώρες είναι εκείνες που πρέπει να ενταχθούν στη “Συμμαχία των Προθύμων”, αναλαμβάνοντας την ευθύνη και το κόστος του ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ, δεν αποκλείει την παροχή συνδρομής από την Ουάσιγκτον. Προ ημερών, Αμερικανοί αξιωματούχοι απηύθυναν συγκεκριμένο ερώτημα προς την ελληνική κυβέρνηση αν συμφωνεί, ή διαφωνεί με τη διεύρυνση της εντολής της Aspides και τη ντε φάκτο ενοποίησή της με τη “Συμμαχία των Προθύμων”, ή άλλες συλλογικές δράσεις.
Η απάντηση της Αθήνας δεν ήταν αρνητική, ούτε ως προς το εύρος της εντολής, ούτε ως προς την πολιτική βούληση μεγαλύτερης ελληνικής εμπλοκής. Υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι προηγουμένως θα έχει εξασφαλιστεί μεγάλος και ικανός αριθμός πλοίων από άλλες χώρες. Γιατί, όπως είναι η κατάσταση σήμερα, με την έλλειψη μάλιστα αξιόλογων δυνατοτήτων αντιαεροπορικής άμυνας περιοχής από τις δύο φρεγάτες της Aspides, δεν μπορεί να γίνει σοβαρός λόγος για υποστήριξη των “Προθύμων”.
Η ελληνική πλευρά, πέραν του κινδύνου πλήγματος από ιρανικές ή φιλο-ιρανικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια της «αμυντικής» ευρωπαϊκής επιχείρησης, θα αντιμετωπίσει και πρόσθετα, σημαντικά προβλήματα. Μεταξύ αυτών, η απόσπαση δυνάμεων μακριά από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και το μεγάλο οικονομικό κόστος, αφού η επιχείρηση θα είναι πολύμηνη ή ίσως και πολυετής.
Οι δαπάνες αυτές θα αθροιστούν μαζί με τα αναγκαία κονδύλια για το εγχώριο εξοπλιστικό πρόγραμμα, τις καταβολές άνω των $ 150 εκατομμυρίων στο συμμαχικό πρόγραμμα PURL (πληρωμές από τα ευρωπαϊκά κράτη για την αγορά αποκλειστικά αμερικανικών όπλων προς μεταφορά στην Ουκρανία) ως το τέλος του 2026 και τα περίπου € 180 εκατομμύρια, κάθε έτος, για το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων μέχρι το 2030.





