Το πρωταρχικό αίτιο του χρέους – “Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα”
20/04/2026
Το κόκαλο, που μας κάθισε στο λαιμό με τη χρεοκοπία του 2010 και δεν λέει να βγει, κανονικά θα έπρεπε να μας είχε οδηγήσει σε μια ριζική αλλαγή για να το αποβάλλουμε μια για πάντα. Αυτό όχι μόνο δεν συνέβη στα εφτά χρόνια που πέρασαν από την έξοδο στα μνημόνια, αντίθετα, καθώς οδεύουμε προς το τέλος της περιόδου χάριτος και στην είσοδο στον λάκκο των αγορών ολόγυμνοι, καθίσταται σαφές ότι στην ουσία έχουμε κάτι παραπάνω από τέσσερα χρόνια για να κάνουμε ό,τι έπρεπε να γίνει και δεν έγινε.
Όλοι ξέρουμε ότι στο κέντρο της κακοδαιμονίας της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται το χρέος, το μέτρο της οικονομικής μας καθυστέρησης και της πολιτικής μας υποτέλειας. Το χρέος είναι αυτό που μας καθηλώνει και δεν μας επιτρέπει να μπούμε ως χώρα σε μόνιμη και πραγματική αναπτυξιακή τροχιά. Υπάρχουν τρεις θεωρίες, που εξηγούν αυτή την παθολογία. Η μία, η λαϊκή, λέει ότι φταίνε οι πολιτικοί, που αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων και η άλλη που λέει πως φταίει ο λαός που ζητάει πράγματα πάνω από τις δυνατότητες του κράτους. Η τρίτη λέει ότι φταίνε οι ξένοι.
Ο ομότιμος καθηγητής ΟΠΑ και πρώην υπουργός, Νίκος Χριστοδουλάκης, έσπασε αυτές τις στερεοτυπικές πολιτικές εξηγήσεις και κοινωνικής ψυχανάλυσης, διερευνώντας το πρωταρχικό αίτιο του χρέους στον 19ο αιώνα και μετέφερε το ερώτημα “τις πταίει;” στην οικονομική ανάλυση, για να καταλήξει σε δύο αίτια, που συνιστούν το “προπατορικό αμάρτημα”, τα τοκοχρεολύσια των δανείων της Επανάστασης και τις πολεμικές δαπάνες, για να τα καταλύσει στην συνέχεια κι αυτά.
Το κατάφερε, χρησιμοποιώντας νέες μακροοικονομικές σειρές, που κατάρτισε η Τράπεζα της Ελλάδος από τη βάση SEEMHN, μια κρίσιμη βιβλιογραφία, ώστε να επιχειρήσει μια “οριζόντια συνεξέταση” των κρίσεων, εντοπίζοντας κοινά διαχρονικά χαρακτηριστικά (stylized facts) και να μας προσφέρει το βιβλίο του “Δεν είν’ εύκολες οι θύρες – Κρίσεις και χρεοκοπίες στην Ελλάδα του 19ου αιώνα” (εκδ. Κριτική, 2026). Το βιβλίο μοιάζει με οικονομικό θρίλερ, που διαβάζεται απνευστί, αλλά είναι βαθύτατα πολιτικό και ενδεχομένως επαναστατικό.
Η οικονομολόγος-ερευνήτρια της ΤτΕ, Σοφία Λαζαρέτου, που προλογίζει τη μελέτη του Ν. Χριστοδουλάκη, κάνει πέντε διαπιστώσεις από το βιβλίο:
- Η Ελλάδα ήταν εξαρχής προσανατολισμένη στο δυτικό πρότυπο ανάπτυξης.
- Η ένταξη της Ελλάδας στο διεθνές νομισματικό σύστημα (Λατινική Νομισματική Ένωση, Κανόνας Χρυσού, Μπρέτον Γουντς, Ευρωζώνη) υπαγορευόταν από πολιτικούς και οικονομικούς λόγους.
- Η Ελλάδα δεν τα κατάφερνε όχι γιατί δεν ήταν αξιόπιστη, αλλά γιατί είχε κακή δημοσιονομική οργάνωση και αναποτελεσματικό τρόπο οικονομικής διακυβέρνησης.
- Ενώ τα νομισματικά συστήματα έχουν υψηλές απαιτήσεις και οι αρμόδιοι το ήξεραν, υπήρχε απροθυμία μεταρρύθμισης και αναδιοργάνωσης του τρόπου οικονομικής διακυβέρνησης, τόσο στην πλευρά των εσόδων, όσο και των δαπανών -πολιτική αστάθεια, ικανοποίηση συμφερόντων ομάδων πίεσης, εκλογικός-πολιτικός κύκλος, αδυναμία συνεννόησης των πολιτικών κομμάτων, απροθυμία δημιουργίας εύρωστων οικονομικών θεσμών και
- Το “προπατορικό αμάρτημα” που λέει ότι απλά δεν μπορούμε, παρ΄ ότι η χώρα έδειξε ότι μπορεί να χτίσει αξιοπιστία.
Τα δάνεια της Επανάστασης δόθηκαν σε ανύπαρκτο κράτος με πολιτικά κριτήρια και με όρους ανάλογους με εκείνους που ίσχυσαν στο δανεισμό άλλων επαναστατικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική (Περού κ.ά.). Ο καθηγητής Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ, που συμμετείχε στην παρουσίαση του βιβλίου, διανθίζοντας την εισήγησή του αναφέρθηκε σε ορισμένα ιστορικά ανέκδοτα, που προέκυψαν από νέες έρευνας στα βρετανικά αρχεία: Ο Δούκας του Έσσεξ, αδελφός του βασιλιά της Μεγάλης Βρετανίας, ήταν αυτός που κινούσε τα νήματα από το παρασκήνιο του Κομιτάτου για τη χρηματοδότηση των επαναστατημένων Ελλήνων, με στόχο τον πολιτικό έλεγχο της Ελλάδας. Ο Μαυροκορδάτος είχε δώσει ρητή εντολή στον Ορλάνδο, που διαπραγματευόταν τα ελληνικά δάνεια, “μη μπλέξετε σε τίποτα… Πάρτε μόνο το δάνειο…”.
Η “βουβή κρίση” και η ελληνική οικονομία σήμερα
Ο Χριστοδουλάκης διερευνά συστηματικά την περίοδο 1833-1898, για να καταδείξει ότι η ελληνική οικονομία δεν είναι μία “ανίατη περίπτωση” και ότι συστηματικά προσπάθησε να αποτινάξει την υποταγή στο “πεπρωμένο”. Παράδειγμα, η συμμετοχή της στη Λατινική Νομισματική Ένωση και την έκδοση το 1868 δικού της σκληρού νομίσματος, την οποία υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το 1908, λόγω των συσσωρευμένων χρεών μετά την ήττα του 1897, αλλά κατάφερε να επανέλθει στην ΛΝΕ το 1910, διαψεύδοντας το πεπρωμένο της. (Η φάση θυμίζει την πρόσφατη πρόταση του Σόϊμπλε για προσωρινή έξοδο από το ευρώ).
Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει “άθλο”, που μπήκε το 1928 στον Κανόνα του Χρυσού, αλλά υποχρεώθηκε να βγει το 1932. Με αυτά τα παραδείγματα, που μοιάζουν να επαναλαμβάνονται, επιχειρεί να τονίσει την βούληση της συμμετοχής της χώρας στο διεθνές σύστημα με επάρκεια τεχνογνωσίας, όπως προκύπτει από το την ίδρυση της Εθνικής Τράπεζας και την οργάνωση και λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.
Παρ΄ όλα αυτά, υπήρξε δραματική αδυναμία συσσώρευσης, καθώς από τα μέσα έως τα τέλη του 19ου αιώνα η εξέλιξη του βιοτικού επιπέδου ήταν ελάχιστη, μόλις 0,5% αύξηση του ΑΕΠ το χρόνο. Έτσι, η ιδιωτική κατανάλωση και οι ιδιωτικές επενδύσεις παρέμεναν καχεκτικές έως ανύπαρκτες.
Η πολιτική αστάθεια κατά την “βουβή κρίση” 1863-1877 με εναλλαγή 33 κυβερνήσεων, που είναι ένας παράγοντας που εξηγεί την αδυναμία της συγκέντρωσης επαρκών φορολογικών εσόδων και τις ενίοτε υπερβολικές δαπάνες για την άμυνα, θέτει ένα δίλημμα κατά τον συγγραφέα: οι κυβερνήσεις πέφτουν επειδή η οικονομία βρίσκεται σε κρίση ή η κρίση επιδεινώνεται επειδή πέφτουν οι κυβερνήσεις; Η απάντηση δίνεται στην ανάλυση, όπου περιγράφεται η αλληλοτροφοδότηση των δύο εκδοχών, που εν τέλει δημιουργούν το πολιτικό πρόβλημα της κακής διακυβέρνησης.
Οι πτωχεύσεις και οι αποτυχίες του 19ου αιώνα είχαν κοινό παρονομαστή την ανεπαρκή συσσώρευση πόρων για ανάπτυξη. Όταν η χώρα αναδιοργανώνονταν, μπορούσε να φέρει εις πέρας τις ιστορικές προκλήσεις, όπως αποδείχθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους. Σήμερα, η χώρα με το κράτος και τις αγορές απορυθμισμένες, με έξι ελλειμματικούς προϋπολογισμούς στη σειρά, με συστηματικά ελλειμματικό ισοζύγιο, με τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας και τα ιδιωτικά κεφάλαια στο εξωτερικό μοιάζει με τη “βουβή” κρίση του 19ου. Και το ερώτημα είναι, αφού δεν αλλάξαμε πορεία στη δεκαετία των μνημονίων, τι πρέπει να συμβεί για να μην ξανακυλήσουμε στο βούρκο; Πάντως, 1909 δεν έχει…
Φορολογικά έσοδα κάτω, γιατί δεν είναι ανταποδοτικό το κράτος. Κάθε ομοιότητα με το σήμερα ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗ.




