Όταν η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων γίνεται διάδικος!
16/04/2026
Η σύγχυση των ρόλων: Δικαστής, πολιτικός, συνδικαλιστής: Σε μια ευνομούμενη δημοκρατία, η διάκριση των εξουσιών και των ρόλων αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτειακής ευστάθειας.
Ωστόσο, η πρόσφατη και διαρκώς κλιμακούμενη στάση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ) απέναντι στη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον πατέρα της, Νίκο Κωνσταντόπουλο, αναδεικνύει μια επικίνδυνη θεσμική σύγχυση, που υπερβαίνει τα πρόσωπα και αγγίζει τον πυρήνα του πολιτεύματος. Πριν αναλυθεί η ουσία της σύγκρουσης, οφείλουμε να διαχωρίσουμε το αυτονόητο. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου φέρει δύο ιδιότητες που συχνά συμπλέκονται, αλλά παραμένουν διακριτές: της μάχιμης δικηγόρου και της πολιτικής αρχηγού.
Από την άλλη πλευρά, έχουμε το σώμα των λειτουργών της Δικαιοσύνης, το οποίο όμως εμφανίζεται στην αρένα μέσω ενός συνδικαλιστικού οργάνου. Εδώ εντοπίζεται το πρώτο θεσμικό ατόπημα. Ένας δικαστής ή εισαγγελέας, ως φυσικό πρόσωπο, έχει κάθε δικαίωμα να προσφύγει στη δικαιοσύνη, εάν θεωρεί ότι θίγεται η τιμή και η υπόληψή του. Όταν όμως η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, ως συλλογικό όργανο, στρέφεται κατά ενός επαγγελματία δικηγόρου ή ενός πολιτικού προσώπου, η κίνηση αυτή παύει να είναι νομική άμυνα και μετατρέπεται σε συλλογική στοχοποίηση.
Η κ. Κωνσταντοπούλου εξαπολύει συχνά βέλη για την εξάρτηση της Δικαιοσύνης από πολιτικά κέντρα ή για την αδράνεια των θεσμών. Πρόκειται για κριτική πολιτική, συχνά οξεία, αλλά εντός του πλαισίου του δημόσιου διαλόγου. Το παράδοξο είναι ότι η ΕνΔΕ, αντί να περιφρουρήσει το κύρος του θεσμού μέσω της νηφαλιότητας και της σιωπής που επιβάλλει το λειτούργημα των μελών της, σπεύδει να απαντήσει με πολιτικούς όρους. Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο δεν “αποστομώνει” την κριτική, αλλά την επιβεβαιώνει στο ακέραιο. Όταν το συνδικαλιστικό όργανο των δικαστών παίρνει ξεκάθαρη πολιτική θέση εναντίον μιας δικηγόρου, ουσιαστικά πλήττει την επαγγελματική της υπόσταση, δημιουργώντας ένα κλίμα προκατάληψης πριν καν η ίδια εισέλθει στο ακροατήριο.
Το Επικίνδυνο Δεδικασμένο και η Απειλή της Δημοκρατίας
Ας αναλογιστούμε το εξής ερώτημα: Τι θα συνέβαινε αν ένας Δικηγορικός Σύλλογος κινούνταν σύσσωμος εναντίον ενός δικαστή; Η απάντηση είναι προφανής: θα γινόταν λόγος για “ωμή παρέμβαση στη Δικαιοσύνη” και “τρομοκράτηση λειτουργών”. Γιατί, λοιπόν, θεωρείται ανεκτό το αντίστροφο; Η πιθανότητα να βρεθεί ένας πολίτης ή ένας δικηγόρος αντιμέτωπος με μια μήνυση από την ίδια την Ένωση των ανθρώπων, που καλούνται να τον κρίνουν, δημιουργεί μια συνθήκη “δικαστικού παραλογισμού”. Ποιος θα δικάσει την υπόθεση; Συνάδελφοι των μελών της Ένωσης. Τι είδους δεδικασμένο θα δημιουργηθεί; Αν η κριτική προς τη δικαστική εξουσία ποινικοποιηθεί, τότε η ελευθερία του λόγου και το δικαίωμα της υπεράσπισης τίθενται υπό αίρεση.
Συμπερασματικά, η Προάσπιση των Θεσμών απαιτεί Αυτοσυγκράτηση. Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τη σκληρή κριτική της Ζωής Κωνσταντοπούλου ή οποιουδήποτε άλλου πολιτικού. Κινδυνεύει, όμως, σοβαρά όταν οι θεματοφύλακες των θεσμών παύουν να είναι αμερόληπτοι κριτές και μετατρέπονται σε διάδικους. Όταν ένας ολόκληρος κλάδος στρέφεται εναντίον ενός ατόμου, η ανισορροπία ισχύος είναι τέτοια, που ακυρώνει την έννοια του δικαίου. Η προάσπιση των πολιτειακών θεσμών απαιτεί από τους δικαστικούς λειτουργούς να στέκονται πάνω από τις αντιπαραθέσεις, και όχι να γίνονται μέρος αυτών. Σε διαφορετική περίπτωση, η Δικαιοσύνη δεν απονέμεται, αλλά επιβάλλεται ως μέσο σωφρονισμού των διαφωνούντων – και αυτό είναι ένα σκοτεινό μονοπάτι για κάθε δημοκρατική κοινωνία.





