Νατσιός: Ο Μητσοτακισμός είναι καθεστώς παρακμής – Θα μείνετε στην ιστορία ως μαύρη κηλίδα
16/04/2026
Ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΙΚΗΣ, Δημήτρης Νατσιός, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση από το βήμα της Βουλής κατά τη δευτερολογία του στη συζήτηση για το κράτος δικαίου και τη λειτουργία των θεσμών, περιγράφοντας μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης που, όπως τόνισε, διαπερνά το σύνολο της πολιτικής και θεσμικής ζωής της χώρας.
Ξεκινώντας την τοποθέτησή του, ο κ. Νατσιός έκανε λόγο για «έναν ιδιότυπο διαγωνισμό για το ποιος είναι ο καλύτερος από τους χειρότερους», παρομοιάζοντας την πολιτική αντιπαράθεση με σύγκρουση «δύο αρχιεγκληματιών που ανταγωνίζονται για το ποιος έχει διαπράξει τα περισσότερα εγκλήματα» και «δύο λωποδυτών που μαλώνουν για το ποιος έχει κλέψει περισσότερα». Με την αναφορά αυτή επιχείρησε να αναδείξει, όπως είπε, την απομάκρυνση του πολιτικού συστήματος από την κοινωνία και τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.
Επικαλούμενος την αρχαία ελληνική γραμματεία, ο Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ ανέφερε τη ρήση «εν αμίλλαις πονηραίς αθλιότερος ο νικήσας», σημειώνοντας ότι όταν ο ανταγωνισμός διεξάγεται πάνω σε στρεβλές βάσεις, ο «νικητής» δεν αποτελεί πρότυπο αλλά ένδειξη βαθύτερης παρακμής. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε και στα ευρήματα ερευνών κοινής γνώμης για την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, επισημαίνοντας ότι κυβέρνηση, κόμματα και δικαιοσύνη καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά αποδοχής, κάτι που, όπως είπε, «δεν αποτελεί ευθύνη του λαού αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη λειτουργία του κράτους δικαίου, τονίζοντας ότι δεν αποτελεί «μια θεωρητική έννοια ή έναν αριθμό σε έναν πίνακα», αλλά την καθημερινή εμπειρία του πολίτη απέναντι στη δικαιοσύνη και τους θεσμούς. Όπως ανέφερε, όταν ενισχύεται η πεποίθηση ότι υπάρχουν «δύο μέτρα και δύο σταθμά», τότε υπονομεύεται ο πυρήνας της δημοκρατικής λειτουργίας. Παράλληλα, σημείωσε ότι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επιτευχθεί με εκθέσεις και διακηρύξεις, αλλά απαιτεί συγκεκριμένες θεσμικές παρεμβάσεις.
Ο κ. Νατσιός άσκησε κριτική και στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση διαχειρίζεται τη δημόσια συζήτηση, υποστηρίζοντας ότι σε κρίσιμα ζητήματα επιλέγει να μεταφέρει την ατζέντα σε εξωτερικά θέματα. «Είναι σαν να λέτε στους πολίτες να μη βλέπουν τι συμβαίνει εδώ, αλλά να κοιτάζουν αλλού», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι τα προβλήματα της καθημερινότητας παραμένουν άλυτα.
Αναφερόμενος στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα, στάθηκε στο αυξημένο κόστος μετακίνησης, αλλά και στο ευρύτερο ζήτημα της επιβάρυνσης των πολιτών. Την ίδια στιγμή, επανέφερε στο προσκήνιο το δημογραφικό πρόβλημα, σημειώνοντας ότι σε μεγάλο ποσοστό δήμων της χώρας δεν καταγράφονται γεννήσεις, γεγονός που, όπως είπε, απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. «Δεν μπορούμε να μιλάμε για μέλλον όταν η περιφέρεια ερημώνει και τα χωριά μετατρέπονται σε γηροκομεία», υπογράμμισε.
Σημαντικό μέρος της τοποθέτησής του αφιέρωσε στο ζήτημα της αξιοκρατίας, κάνοντας λόγο για ένα σύστημα που ευνοεί, όπως υποστήριξε, την κομματοκρατία και όχι την αξιολόγηση με αντικειμενικά κριτήρια. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε σε περιπτώσεις προσώπων που, όπως είπε, κατέλαβαν θέσεις ευθύνης χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις, επισημαίνοντας ότι η ανάληψη πολιτικής ευθύνης δεν μπορεί να εξαντλείται σε επιμέρους κινήσεις, αλλά απαιτεί ουσιαστικές αποφάσεις.
Παράλληλα, άσκησε κριτική στην πρακτική διορισμού της ηγεσίας της δικαιοσύνης και των ενόπλων δυνάμεων από την εκάστοτε κυβέρνηση, σημειώνοντας ότι με τον τρόπο αυτό ενισχύεται η εξάρτηση των θεσμών από την εκτελεστική εξουσία. Όπως ανέφερε, η διάκριση των εξουσιών αποτελεί βασική αρχή του Συντάγματος και θα πρέπει να εφαρμόζεται στην πράξη, προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών.
Αναφορά έκανε και στο τεκμήριο αθωότητας, τονίζοντας ότι πρόκειται για αδιαπραγμάτευτη αρχή, η οποία όμως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται επιλεκτικά ή να προδικάζει πολιτικά συμπεράσματα πριν αποφανθεί η δικαιοσύνη. «Άλλο είναι να σέβεσαι τη δικαιοσύνη και άλλο να την υποκαθιστάς», σημείωσε.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ έκανε λόγο για μια πολιτική πραγματικότητα στην οποία, όπως είπε, κυριαρχούν «η αδικία και η αδιαντροπιά», παραπέμποντας στη διδασκαλία του Πλάτωνα για την ανάγκη ύπαρξης «αιδούς και δίκης» ως θεμελίων της πολιτείας. Όπως τόνισε, όταν το βασικό κριτήριο μετατρέπεται από το «τι είναι σωστό» στο «αν θα υπάρξουν συνέπειες», τότε η πολιτική ζωή οδηγείται σε επικίνδυνα μονοπάτια.
Ο Δημήτρης Νατσιός υπογράμμισε ότι η ΝΙΚΗ επιδιώκει να αποτελέσει μια διαφορετική πολιτική πρόταση, βασισμένη, όπως είπε, στην εντιμότητα, τη συνέπεια και την ευθύνη. Κάλεσε τους πολίτες να μην αποδέχονται την αντίληψη ότι «όλοι είναι ίδιοι» και να στηρίξουν δυνάμεις που, κατά τον ίδιο, επιδιώκουν την ανασυγκρότηση των θεσμών και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη δημόσια ζωή.
«Μαύρη κηλίδα»
Ο Δημήτρης Νατσιός εξαπέλυσε από το βήμα της Βουλής μια από τις πιο σφοδρές επιθέσεις των τελευταίων μηνών κατά της κυβέρνησης, περιγράφοντας με ωμούς όρους μια χώρα που, όπως είπε, έχει μετατραπεί σε «κράτος ατιμίας, συγκάλυψης και δυσωδίας». Η παρέμβασή του, στο πλαίσιο της συζήτησης για το κράτος δικαίου, κινήθηκε σε υψηλούς τόνους, με συνεχείς αιχμές προσωπικά προς τον Πρωθυπουργό και ευθείες καταγγελίες για κατάρρευση θεσμών, διάλυση της αξιοκρατίας και πλήρη αποσύνδεση της εξουσίας από την κοινωνία.
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, ο κ. Νατσιός επιτέθηκε στην κυβερνητική αφήγηση, χαρακτηρίζοντας την ομιλία του Πρωθυπουργού «αξιοθρήνητη» και κατηγορώντας τον για ακραίο αυτοθαυμασμό και πολιτική αυτάρκεια. «Είκοσι λεπτά αυτολιβανισμού, χωρίς όραμα, χωρίς απαντήσεις», σημείωσε, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση έχει ως μοναδικό της αφήγημα την αυτοπροβολή και όχι την επίλυση των πραγματικών προβλημάτων των πολιτών.
Στο επίκεντρο της κριτικής του βρέθηκε η κατάσταση στη Λέσβο, την οποία παρουσίασε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα εγκατάλειψης της περιφέρειας. Ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ κατηγόρησε ευθέως την κυβέρνηση ότι οδηγεί σε αφανισμό την κτηνοτροφία του νησιού, επιμένοντας στη θανάτωση των ζώων αντί του εμβολιασμού για τον αφθώδη πυρετό. Μίλησε για πολιτική επιλογή με βαριές συνέπειες και έθεσε ευθέως το ερώτημα «τι θέλετε να κρύψετε», καταγγέλλοντας ταυτόχρονα πλήρη απουσία σχεδίου για τη διαχείριση του μολυσμένου γάλακτος, που –όπως είπε– μετατρέπεται σε «υγειονομική βόμβα» για το νησί.
Η επίθεση επεκτάθηκε στο σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής, με τον κ. Νατσιό να αμφισβητεί ευθέως την ύπαρξη κράτους δικαίου στη χώρα. «Αυτό που παρουσιάζετε δεν είναι ούτε κράτος ούτε δίκαιο», ανέφερε, κάνοντας λόγο για μια συνολική εικόνα θεσμικής αποσύνθεσης. Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι παρεμβαίνει στη Δικαιοσύνη, απαξιώνει το Κοινοβούλιο και λειτουργεί με όρους κομματικής επιβίωσης, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου –όπως είπε– «η ατιμία γίνεται κανόνας».
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν για την υπόθεση των υποκλοπών, την οποία χαρακτήρισε «πληγή που εκθέτει διεθνώς τη χώρα». Υποστήριξε ότι οι αποκαλύψεις για παρακολουθήσεις πολιτικών, στρατιωτικών και άλλων προσώπων έχουν πλήξει την αξιοπιστία της Ελλάδας και έθεσε ευθέως το ερώτημα ποιος μπορεί πλέον να εμπιστευτεί μια κυβέρνηση που –όπως υπονόησε– λειτουργεί ως «μηχανισμός παρακολούθησης». Οι αναφορές του σε διεθνείς επιπτώσεις ήταν ιδιαίτερα έντονες, τονίζοντας ότι η εικόνα αυτή επηρεάζει τόσο τις διπλωματικές σχέσεις όσο και την επενδυτική εμπιστοσύνη.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η αναφορά του στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου μίλησε για «δομημένη κρατική απάτη» και για ένα σύστημα που λειτούργησε προς όφελος «ημετέρων», αφήνοντας εκτός τους πραγματικούς δικαιούχους. Επικαλέστηκε τα στοιχεία για τις καθυστερήσεις πληρωμών και τα μεγάλα ποσά που παραμένουν οφειλόμενα, τονίζοντας ότι την ώρα που οι παραγωγοί ασφυκτιούν, το κράτος εμφανίζεται ανίκανο ή απρόθυμο να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.
Η υπόθεση των Τεμπών αποτέλεσε ένα ακόμη σημείο έντονης αντιπαράθεσης, με τον κ. Νατσιό να κάνει λόγο για «συστηματική συγκάλυψη» και για μια Δικαιοσύνη που «βραδυπορεί επικίνδυνα». Αναφέρθηκε σε χαμένα ή αλλοιωμένα στοιχεία, αλλά και σε επιθέσεις κατά συγγενών θυμάτων, σκιαγραφώντας μια εικόνα που –όπως είπε– «προσβάλλει τη μνήμη των νεκρών και τη συνείδηση της κοινωνίας».
Στο πεδίο της αξιοκρατίας, η κριτική του ήταν εξίσου σκληρή. Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι προωθεί πρόσωπα χωρίς επάρκεια, ενώ την ίδια στιγμή νέοι επιστήμονες εγκαταλείπουν τη χώρα. «Η Ελλάδα διώχνει τα παιδιά της και ανταμείβει τους πρόθυμους», σημείωσε, περιγράφοντας ένα σύστημα που –κατά την άποψή του– ευνοεί την κομματική πίστη αντί της αξιοσύνης.
Δεν έλειψαν και οι προσωπικές αιχμές, με τον πρόεδρο της ΝΙΚΗΣ να χρησιμοποιεί ιδιαίτερα βαριές εκφράσεις, μιλώντας για «κυβέρνηση ρουσφετιού και συγκάλυψης» και για «μαύρη κηλίδα στην ιστορία της χώρας». Υποστήριξε ότι η κοινωνία έχει πλέον αποσύρει την εμπιστοσύνη της και ότι αυτό αποτυπώνεται, όπως είπε, ακόμη και στην καθημερινότητα των πολιτών.
Κορύφωση της παρέμβασής του αποτέλεσε το αίτημα για άμεση προσφυγή στις κάλπες. «Όταν χάνεται η εμπιστοσύνη του λαού, υπάρχει μία λύση: εκλογές τώρα», δήλωσε, καλώντας την κυβέρνηση να ζητήσει εκ νέου τη λαϊκή εντολή. Παράλληλα, παρουσίασε προτάσεις για θεσμικές αλλαγές, με έμφαση στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και την άρση της ασυλίας, επιχειρώντας να δώσει και ένα πολιτικό πλαίσιο διεξόδου.
Η ομιλία έκλεισε με έντονο συμβολισμό, με αναφορά στον Νικόλαο Πλαστήρα και την ανάγκη –όπως είπε– «να σωθεί η πατρίδα, θέλει δεν θέλει», σε μια προσπάθεια να μεταφέρει το μήνυμα ότι η πολιτική αλλαγή αποτελεί, κατά την άποψή του, αναγκαιότητα και όχι επιλογή. Με αυτόν τον τρόπο, ο Δημήτρης Νατσιός επιχείρησε να αποτυπώσει μια συνολική εικόνα κρίσης και να τοποθετήσει τη ΝΙΚΗ ως δύναμη «αλήθειας, ευθύνης και συνέπειας» απέναντι στο υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό.





