Καποδίστριας: Ούτε αγιογραφία, ούτε αμφισβήτηση
02/05/2026
Στη σύγχρονη ιστορική συζήτηση, συχνά παγιδευόμαστε σε μια στείρα διαμάχη: από τη μία η θρησκευτική ευλάβεια προς τον “Άγιο της Πολιτικής” και από την άλλη η προσπάθεια παρουσίασής του ως ενός αμφιλεγόμενου, αυταρχικού και πεφωτισμένου ηγεμόνα.
Όμως, αν κοιτάξει κανείς τον Ιωάννη Καποδίστρια μέσα από το πρίσμα της εποχής του και των δεδομένων της ευρωπαϊκής διπλωματίας, αντιλαμβάνεται ότι ο Καποδίστριας δεν είναι αμφιλεγόμενος· είναι απλώς μεγαλοφυής και ρεαλιστής. Η ετικέτα του “αμφιλεγόμενου αυταρχικού” αποτελεί συχνά το καταφύγιο όσων δυσκολεύονται να ερμηνεύσουν τη σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων. Δεν πρόκειται για μια προσωπικότητα με σκοτεινά σημεία ή αδιευκρίνιστες προθέσεις, αλλά για έναν ηγέτη, που κλήθηκε να εφαρμόσει κράτος δικαίου σε μια γεωγραφική περιοχή, όπου η έννοια του “κράτους” ήταν ανύπαρκτη και η έννοια του “δικαίου” υποταγμένη στην πολιτικογενή ολιγαρχία με ισχυρές ξένες επιρροές.
Η Πλάνη της Αγιογραφίας: Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι, η άρνηση του αποδομητικού όρου “αμφιλεγόμενος” δεν αποτελεί απόπειρα αγιογραφίας. Εξάλλου μία ιστορική αγιογραφία θα αδικούσε τον Καποδίστρια και θα οδηγούσε σε μανιχαϊστικές αναγνώσεις της ιστορίας. Ο Καποδίστριας δεν ήταν ένας αλάθητος υπεράνθρωπος, λοιπόν, αλλά ένας ικανότατος ηγέτης με απαράμιλλο πατριωτισμό, ηθική, αλλά και ανθρώπινες αδυναμίες.
Η αυστηρότητά του δεν πήγαζε από μια εμμονή για εξουσία, αλλά από την επίγνωση ότι το χάος της μετεπαναστατικής Ελλάδας θα οδηγούσε στον ακρωτηριασμό της Ελλάδας και την πολιτικο-οικονομική εξάρτηση στους ξένους δανειστές. Ήταν η επίγνωση για το ιερό καθήκον, το οποίο έπρεπε να επιτελέσει. Η σύγκρουσή του με την πολιτικογενή ολιγαρχία δεν ήταν μια προσωπική βεντέτα, αλλά μια σύγκρουση κρατικών μοντέλων. Η πολιτικογενής ολιγαρχία ήθελε ένα κράτος-πελάτη προτεκτοράτο, στο οποίο θα διατηρούσε τα προνόμιά της, υφαρπάζοντας τον κρατικό πλούτο ως λάφυρο. Ο Ι. Καποδίστριας ήθελε ένα εθνικό κράτος-υπηρέτη με θεσμούς.
Η δολοφονία του στο Ναύπλιο δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας “λαϊκής εξέγερσης” ενάντια σε έναν τύραννο, αλλά η αντίδραση της πολιτικογενούς ολιγαρχίας, που έβλεπε τα προνόμιά της να εξανεμίζονται μπροστά στην ισονομία. Το να αποκαλούμε τον Καποδίστρια “αμφιλεγόμενο”, επειδή συγκρούστηκε με αυτά τα συμφέροντα, είναι σαν να αποκαλούμε αμφιλεγόμενο έναν χειρουργό, επειδή προκάλεσε πόνο στον ασθενή για να του αφαιρέσει τον όγκο. Ο Καποδίστριας δεν ζήτησε ποτέ την αποθέωση (ο λαός τρυφερά τον αποκαλούσε μπαρμπα-Γιάννη), ζήτησε όμως την πειθαρχία στο εθνικό συμφέρον.
Γιατί ο Καποδίστριας δεν είναι “Αμφιλεγόμενος”;
Ένας πολιτικός χαρακτηρίζεται αμφιλεγόμενος, όταν οι πράξεις του επιδέχονται πολλαπλές ηθικές ερμηνείες ή όταν τα κίνητρά του είναι αμφίβολα. Στην περίπτωση του Καποδίστρια, η ιστορική μαρτυρία κλίνει συντριπτικά υπέρ της ανιδιοτέλειας, της συνέπειας και του κρατικού οράματός του. Εγκατέλειψε την κορυφή της ευρωπαϊκής διπλωματίας ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, για να αναλάβει μία χώρα σπαραγμένη από τους πολέμους.
Διέθεσε την προσωπική του περιουσία για τις ανάγκες του κράτους και αρνήθηκε τον μισθό του Κυβερνήτη. Ο ίδιος ζούσε ασκητικά και εργαζόταν ακατάπαυστα. Ίδρυσε σχολεία, δικαστήρια, ταχυδρομείο και γεωργικές σχολές, θέτοντας τα θεμέλια της σύγχρονης Ελλάδας μέσα σε μόλις τρία χρόνια. Κυβέρνησε με ένα προκρατικό Προεδρικό μοντέλο μόλις 3.5 χρόνια συνολικά, κερδίζοντας τις εκλογές πανηγυρικά το 1829 (είχε αναλάβει τον Γενάρη του 1828). Η πορεία του είχε μια σπάνια, κρυστάλλινη συνέπεια.
Συμπερασματικά, η ιστορία απαιτεί να τον δούμε ως αυτό που πραγματικά ήταν: Ο πρώτος -και ίσως ο τελευταίος- οραματιστής ενός εθνικού, ελληνικού κράτους υπηρέτη. Ο Ι. Καποδίστριας λειτούργησε ως “Πατέρας της Ελλάδας”, όπως επιβεβαιώνει πληθώρα ελληνικών και ξένων ιστορικών πηγών και η ίδια ψυχή της Ελληνικής Επανάστασης -κατά τον Δ. Σολωμό-, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Και ένας πατέρας μπορεί να κάνει και λάθη, αλλά παραμένει πατέρας.





