Το σύστημα υγείας είναι το μέτρο της ανθρωπιάς
03/05/2026
Αν υπάρχει κάτι που δεν μου αρέσει είναι ο εξομολογητικός τόνος και η προσωπική εμπλοκή στην προσέγγιση φαινομένων, που άπτονται της κοινής ζωής της κοινωνίας μας. Παρά ταύτα, πολλές φορές η προσωπική εμπειρία ενισχύει έναν ευρύτερο προβληματισμό, που διογκώνεται συνεχώς στις ημέρες μας και αγγίζει τον χώρο της υγείας, φανερώνοντας πλευρές που, πολλές φορές, θέτουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Συγκεκριμένα, κάποιο πρόβλημα υγείας με ανάγκασε να προσφύγω σε ιατρικό κέντρο, από τα γνωστότερα, εγκυρότερα και με πολλά παραρτήματα στο χώρο της πρωτεύουσας, για εξετάσεις. Ανάμεσα σε αυτές, υπήρχε και κάποια απεικονιστική εξέταση, η οποία δια γυμνού οφθαλμού αποκάλυπτε κάποιο πρόβλημα, το οποίο η διάγνωση του γιατρού του κέντρου θα συγκεκριμενοποιούσε. Όμως, ο γιατρός εγγράφως και με την υπογραφή του με διαβεβαίωσε ότι δεν έχω κανένα πρόβλημα και κατ’ επέκταση πρέπει να αγνοήσω τα συνοδά συμπτώματα, που με έστειλαν στο κέντρο για την εξέταση αυτή.
Όταν βεβαιώθηκα, με ιατρικό έλεγχο ότι η διάγνωση δεν ευσταθούσε ζήτησα από το κέντρο να επαναλάβει κάποιος άλλος γιατρός τη διάγνωση, μιας και ο γιατρός που την έκανε ήταν στο εξωτερικό, απ’ όπου, όπως μου είπαν, έκανε και τις διαγνώσεις, όπου του έστειλαν το προς εξέταση υλικό. Επιπροσθέτως, είχα την ελπίδα, ότι συμπληρωματικές εξετάσεις, που είχα κάνει και δεν είχα παραλάβει ακόμα, θα με διαφώτιζαν περισσότερο για οποιοδήποτε πρόβλημα υπήρχε. Διαψεύστηκα, όμως, γιατί και οι εξετάσεις αυτές, εικοσιτέσσερις στον αριθμό, ήταν όλες εντός των φυσιολογικών ορίων, άψογες, δικαιώνοντας έτσι και τη γνωμάτευση, που ήδη είχα παραλάβει.
Αυτό που με εντυπωσίασε όμως δεν ήταν τόσο η εφηβική σχεδόν εικόνα της υγείας μου, όσο η αδιαφορία του προσωπικού του κέντρου για ό,τι είχε συμβεί. Σε ερώτηση μου, αν θεωρούν ασήμαντο για την υγεία κάποιου να αποκρύπτεται διαπιστωμένο απεικονιστικά πρόβλημα, με αποτέλεσμα να τίθεται η ζωή του ανθρώπου σε κίνδυνο, αντέδρασαν όχι μόνο με αδιαφορία, αλλά και με μία πασιφανή προσπάθεια να υποβαθμίσουν το πρόβλημα, να αποσείσουν οποιαδήποτε ευθύνη από το γιατρό που έκανε τη γνωμάτευση, με μια ελαφρά ειρωνεία μάλιστα και αντιφατικές πληροφορίες για την επανεξέταση της διάγνωσης που ζήτησα, στην οποία ούτε και εγώ προσέβλεπα πραγματικά, γιατί ποτέ δεν θα ομολογούσαν οποιοδήποτε λάθος. Για να το επανεξέτασουν δε μου ζητούσαν διάγνωση από γιατρό.
Οι κυρίες με τις οποίες μίλησα για το πρόβλημα ήταν όλες νέες γυναίκες, που ενεργούσαν κατόπιν οδηγιών της προϊσταμένης τους, όπως είπαν, για τις οποίες ο πόνος τους ασθενούς, που είναι υποχρεωμένες από την εργασία τους να ανακουφίσουν, δεν υπήρχε καθόλου στο οπτικό τους πεδίο. Ενταγμένες απόλυτα στην υπηρεσία του κέντρου, ανήκουν σε αυτό, το υπηρετούν, ξεπερνώντας τα όρια της ανθρωπιάς, που ξεχωριστά ο καθένας μας, ακόμη και τον τελευταίο άγνωστο που συναντά τυχαία στο δρόμο του έχει τη δυνατότητα και μάλλον οφείλει να βοηθήσει, αν υπάρχει ανάγκη.
Είναι γνωστό, βέβαια, το συντεχνιακό κλίμα αλληλοϋποστήριξης μεταξύ συναδέλφων διαφόρων κλάδων, που επικρατεί στη χώρα μας, στην περίπτωση, όμως, τη συγκεκριμένη αυτό που με ξένισε περισσότερο ήταν ο αέρας υπεροψίας και η βεβαιότητα που απέπνεαν ότι, ό,τι και να έκανα, δεν θα μπορούσα να έχω ούτε αυτή την επανεξέταση που ζήτησα, έχοντας τη βεβαιότητα άλλωστε ότι ακόμα και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όποιους υπάρχουν, να απευθυνόμουν, το Κέντρο έχει περισσότερες προσβάσεις, σε αντίθεση με τον κάθε μεμονωμένο πολίτη, για να ρυθμίσει την όποια αρρυθμία παρουσιαστεί.
Αναφέρομαι ιδιαίτερα στη στάση των υπαλλήλων, γιατί πρώτον δεν μπόρεσα να προσεγγίσω τον γιατρό για να μιλήσω μαζί του, αν και το προσπάθησα και, δεύτερον, είναι πιο εύκολο να ζητάμε τις ευθύνες του κράτους, των δημοσίων φορέων ή οποιουδήποτε έχει εξουσία, είναι, όμως, δυσκολότερο να δούμε ότι το κράτος μας, οι υπηρεσίας μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι, που ενδεδυμένοι τη στολή του ρόλου μας, και εφόσον ταυτιζόμαστε με το εκάστοτε αφεντικό μας και τα συμφέροντά του, αδιαφορούμε για το περιεχόμενο αυτού του ρόλου, έστω και εάν αυτό έχει σχέση με την υγεία των συνανθρώπων μας.
Το σύστημα υγείας και τα δημόσια νοσοκομεία
Και μιας και αναφερόμαστε στην υγεία, αν φύγουμε από την απλή περίπτωση διαγνωστικών εξετάσεων σε ένα διαγνωστικό κέντρο και αντιμετωπίσουμε πρόβλημα νοσηλείας σε δημόσιο νοσοκομείο θα διαπιστώσουμε ότι και αυτό πλέον δεν είναι εύκολο. Το πρόβλημα αρχίζει και σε αυτές τις περιπτώσεις από τα διαγνωστικά κέντρα, που στη μεγάλη τους πλειοψηφία βρίσκουν τον ασθενή υγιέστατο, παρά τα συμπτώματα που έχει. Πρέπει κάποιος να μπορέσει να διαγνώσει το οποιοδήποτε πρόβλημα, όσο και πιο έγκαιρα γίνεται, όχι εύκολο πάντα, και στη συνέχεια να προσδιορίσει τη μέθοδο αντιμετώπισης, αν πλέον δεν είναι αργά.
Τις περισσότερες φορές σε δημόσιο νοσοκομείο αυτό είναι αδύνατον, γιατί οι λίστες αναμονής των ασθενών είναι τέτοιες, που καθιστούν την αναμονή επιβλαβή για τον ασθενή και αυτό οι γιατροί το γνωρίζουν και κατευθύνουν τους ασθενείς σε κλινικές, κοστοβόρες βέβαια, στις οποίες χειρουργούν οι ίδιοι.
Ίσως, πολλοί από εμάς, και μετά από ερώτησή μας για το ύψος της αμοιβής, να έχουμε “απορριφθεί”, χωρίς άλλη συζήτηση από γιατρούς, με την αιτιολογία ότι η αμοιβή τους είναι πολύ μεγάλη και είναι φανερό ότι ο καθένας δεν είναι εύκολο να την καλύψει (το πως έβγαλε το συμπέρασμα ο κύριος αυτός αυτόματα και χωρίς τη σχετική βεβαίωση της εφορίας είναι αξιοθαύμαστο) ή από άλλον, σε δημόσιο νοσοκομείο αυτός, που στην ερώτηση αν ο ασθενής θα κινδυνεύσει από τη μακρά αναμονή η απάντηση ήταν “ναι, μπορεί να πάθει περιτονίτιδα“.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες υποθέτω, ότι πολλοί από εμάς αναγκαστήκαμε να αναζητήσουμε ιατρικές λύσεις, με κριτήριο το βαλάντιο μας πλέον, στις ιδιωτικές κλινικές βέβαια, μιας και τα δημόσια νοσοκομεία μάλλον προσφέρονται περισσότερο σε όσους έχουν πρόσβαση με οποιοδήποτε τρόπο σε αυτά, όπως είναι για παράδειγμα οι διάσημοι, οι “γνωστοί” ή όσοι έχουν πολιτικό μέσο. Και δεν αναφέρομαι προφανώς αποκλειστικά στον ρόλο του οικονομικού παράγοντα, γιατί και στον ιδιωτικό τομέα κάποιος πληρώνει, όπως πληρώνει και στο δημόσιο πια.
Το σύστημα υγείας είναι το μέτρο της ανθρωπιάς μιας κοινωνίας και αυτό που νοσεί σήμερα στη χώρα μας είναι η ανθρωπιά μας, είτε αυτή έχει σχέση με την οικονομική εκμετάλλευση του ασθενή, είτε με τις πολιτικές που ασκούνται, με τη στήριξη ή την ανοχή μας, τόσο στον δημόσιο (όσον έχει απομείνει), όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος έχει γιγαντωθεί μεν, παρέχει, όμως, τις περισσότερες φορές υπηρεσίες κακής ποιότητας, τουλάχιστον στο κατώτερο επίπεδο. Επιπλέον, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να σκοτώσει κάποιος έναν άνθρωπο, ένας από αυτούς είναι να τον διαβεβαιώνει ότι είναι υγιής, όταν δεν είναι ή και το αντίθετο, σε άλλες περιπτώσεις.
Για τη χώρα μας το δυστύχημα είναι ότι, πέρα από την κακοδαιμονία που επέσυρε η χρεοκοπία, οι περικοπές που ακολούθησαν, οι αλλεπάλληλες κρίσεις, υγειονομικές και μη, η υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής, ένας γενικός αμοραλισμός και η συναισθηματική σκληρότητα των συνανθρώπων μας που ακολούθησε, αφήνουν τους περισσότερο αδύναμους αυτής της κοινωνίας, και ιδίως αυτούς που σήκωσαν το βάρος αυτών των κρίσεων, έρμαιο στο πνεύμα των καιρών και του νέου “οικονομικού ανθρώπου”, που κυριαρχεί πλέον γύρω μας.





