ΘΕΜΑ

ΕΕ: Στρατιωτικός γίγαντας μόνο στους αριθμούς!

ΕΕ: Στρατιωτικός γίγαντας μόνο στους αριθμούς! Κωνσταντίνος Γιαννακός
EPA/HANNIBAL HANSCHKE / POOL

Τα κοσμοϊστορικά γεγονότα των τελευταίων έξι ετών, ξεκινώντας από την πανδημία του COVID-19 και συνεχίζοντας με τους εν εξελίξει πολέμους σε Ουκρανία και ευρύτερη Μέση Ανατολή, κατέστησαν ολοφάνερη τη διαπίστωση ότι αναφορικά με την γεωπολιτική ισχύ της ΕΕ “ο βασιλιάς είναι γυμνός”. Η τελευταία βιώνει μια αντίφαση που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από βαρύγδουπες διακηρύξεις και διπλωματικές ευγένειες. Ενώ διαθέτει οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους που την κατατάσσουν αντικειμενικά στη δεύτερη θέση παγκοσμίως, αδυνατεί να λειτουργήσει ως ενιαίος γεωπολιτικός δρών.

Σε έναν κόσμο όπου η “σκληρή” ισχύς επιστρέφει ως βασικός ρυθμιστής των διεθνών σχέσεων, η ΕΕ παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο που παράγει κανόνες, αλλά όχι ενέργειες. Αποφάσεις, αλλά όχι στρατηγική. Διαδικασίες, αλλά όχι αποτελέσματα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον θεωρητικό, αλλά υπαρξιακό. Εάν μπορεί η Ευρώπη να επιβιώσει ως αυτόνομος πόλος ισχύος χωρίς πολιτική ενοποίηση. Εάν όχι, τότε τι έπεται;

Η σημερινή αρχιτεκτονική της ΕΕ είναι προϊόν συμβιβασμών και όχι στρατηγικού σχεδιασμού. Όπως έχει αναλυθεί και σε προηγούμενο άρθρο, η κατανομή εξουσιών μεταξύ Κομισιόν, Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Συμβουλίου Υπουργών, Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και διαφόρων επιτροπών δημιουργεί ένα πολύπλοκο, δυσλειτουργικό σύστημα, στο οποίο η ευθύνη διαχέεται και η αποτελεσματικότητα μειώνεται.

Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Η αρχή της ομοφωνίας επιτρέπει σε κάθε κράτος – μέλος να μπλοκάρει αποφάσεις, ενώ δεν υπάρχει κάποια κεντρική διοίκηση η οποία θα μπορεί σε περιόδους κρίσεων να λαμβάνει καίριες αποφάσεις, φέροντας όμως και το βάρος των ευθυνών και την ανάγκη λογοδοσίας που απορρέουν από αυτές. Με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, η ΕΕ λειτουργεί ως ένας μηχανισμός προσπάθειας συντονισμού επιμέρους εθνικών πολιτικών και όχι ως φορέας έκφρασης της συνολικής ισχύος των μελών του οργανισμού.

Στρατιωτική αδυναμία της ΕΕ

Από τα πλέον επίσημα χείλη ακούγονται δηλώσεις για τη “στρατιωτική αδυναμία” της Ευρώπης, οι οποίες μάλιστα είναι τόσο συχνές που έχουν καταστεί ένα ιδιότυπο μάντρα και γίνονται αποδεκτές χωρίς αμφισβήτηση. Όμως, τα δεδομένα αποκαλύπτουν μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα: Η ΕΕ είναι στρατιωτικός γίγαντας. Σύμφωνα με το Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI), η παγκόσμια στρατιωτική δαπάνη το 2024 ανήλθε σε περίπου $2,7 – 2,9 τρισ. Παράλληλα, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί οδηγούν σε νέα κούρσα εξοπλισμών.

Από τα ανωτέρω κονδύλια η ΕΕ δαπάνησε $402,5 δισ., με την εκτίμηση ότι το 2025 ανήλθαν σε περίπου $ 448 δισ. Αντίστοιχα οι γεωπολιτικοί συνεταίροι – ανταγωνιστές δαπάνησαν: Οι ΗΠΑ περίπου $900 – 1.000 δισ., η Κίνα περίπου $300 – 330 δισ. και η Ρωσική Ομοσπονδία περίπου $149 δις. Με απλά λόγια, η ΕΕ αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο σε επίπεδο δαπανών, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ξοδεύει λίγο περισσότερο από την Κίνα και σημαντικά περισσότερα από τη Ρωσία, τα άρματα μάχης της οποίας, εάν πιστέψουμε κάποιους κινδυνολογούντες, μετά την Ουκρανία θα διαβούν το Διάδρομο του Σουβάλκι για να ανακαταλάβουν τις Βαλτικές χώρες και μέρος της Πολωνίας, αποκαθιστώντας τα παλαιά σύνορα της ΕΣΣΔ.

Όπως είναι αναμενόμενο, οι δαπάνες δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Συγκεντρώνονται σε δέκα κυρίως χώρες, αντανακλώντας όχι μόνο το πληθυσμιακό, οικονομικό και γεωγραφικό μέγεθός τους, αλλά και τις αντιλήψεις τους περί απειλών και γεωπολιτικών φιλοδοξιών. Αναλυτικά αυτές με φθίνουσα σειρά είναι: Γερμανία (€85 – 90 δισ.), Γαλλία (€55 – 60 δισ.), Πολωνία (€40 – 45 δισ.), Ιταλία (€30 – 35 δισ.), Ισπανία (€20 – 22 δισ.), Ολλανδία (€15 – 17 δισ.), Σουηδία (€11 – 12 δισ.), Ρουμανία (€9 – 10 δισ.), Ελλάδα (€7 – 8 δισ.) και Βέλγιο (€6 – 7 δισ.) . Οι εν λόγω χώρες δαπανούν πάνω από € 250 δισ. ετησίως, που αντιστοιχούν περίπου στο 75% της συνολικής αμυντικής δαπάνης της ΕΕ.

Αυτές οι δαπάνες μεταφράζονται σε εντυπωσιακές στρατιωτικές δυνατότητες. Αναφορικά με την αεροπορική ισχύ, οι χώρες διαθέτουν έναν εντυπωσιακό στόλο περίπου 2.000 μαχητικών αεροσκαφών 4ης (4ης+) και 5ης γενιάς, όπως είναι οι διάφορες εκδόσεις των Eurofighter Typhoon, Rafale, F-16, F-35 κλπ. Οι ναυτικές δυνάμεις αριθμούν πάνω από 100 κύριες ναυτικές μονάδες, οι οποίες περιλαμβάνουν από μικρά και μεσαία αεροπλανοφόρα όπως τα Charles de Gaulle, Juan Carlos I και Cavour, φρεγάτες και αντιτορπιλικά διαφόρων κλάσεων (FREMM, F-100, FDI, MEKO κλπ), καθώς και περίπου 50 υποβρύχια διαφόρων τύπων (Type 209, 212, 214, S-80 κλπ).

Στις χερσαίες δυνάμεις περιλαμβάνονται περίπου 5.000 άρματα μάχης (Leopard 1/2, Leclerc, Ariete, K2, κλπ), πάνω από 10.000 πυροβόλα και ΠΕΠ (M-109, PzH-2000, MLRS, HIMARS, κλπ), καθώς και πάνω από 2.000 μεταφορικά και επιθετικά ελικόπτερα (NH-90, CH-47, AH-64, UH-60, Tiger, κλπ). Στα παραπάνω να προστεθούν οι δυνατότητες δορυφορικών επικοινωνιών και τηλεπισκόπησης, καθώς και εκτέλεσης πυρηνικών πληγμάτων με τη γαλλική Δύναμη Αποτροπής. Οι παραπάνω δυνάμεις εάν εξεταστούν σε επίπεδο ΕΕ συνθέτουν μια εντυπωσιακή στρατιωτική δύναμη. Ωστόσο, πρόκειται για ένα μωσαϊκό εθνικών στρατών χωρίς ενιαία διοίκηση, κοινό δόγμα ή επιχειρησιακή συνοχή.

Μοναδικό φαινόμενο η ΕΕ… 

Υπό αυτό το πρίσμα, η ΕΕ αποτελεί μοναδικό φαινόμενο. Ενώ συγκεντρώνει ισχύ δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει, για τρεις κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι ο κατακερματισμός των πόρων. Η ύπαρξη 27 εθνικών στρατών οδηγεί σε αλληλοεπικαλύψεις εξοπλισμών, έλλειψη οικονομιών κλίμακας και χαμηλή διαλειτουργικότητα. Έτσι, το εντυπωσιακό αρματικό δυναμικό μεταφράζεται σε πάνω από 10 διαφορετικούς τύπους αρμάτων μάχης και η αεροπορική ισχύς σε περισσότερους από 15 τύπους μαχητικών διαφόρων εκδόσεων. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Άμυνας (EDA) επισημαίνει ότι ο κατακερματισμός μειώνει σημαντικά την αποδοτικότητα των δαπανών.

Δεύτερος λόγος είναι ότι, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, την Ρωσική Ομοσπονδία την Ινδία και την Κίνα, η Ευρωπαϊκή αμυντική παραγωγή είναι κατακερματισμένη. Στην Κίνα υπάρχουν τεράστια κρατικά συγκροτήματα, στην Ρωσία η κρατική ROSTEC συντονίζει την αμυντική παραγωγή, καθώς και την έρευνα & ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων από τις εγχώριες βιομηχανίες. Στις ΗΠΑ κυριαρχούν κολοσσοί όπως οι Lockheed Martin και Boeing, οι οποίες διαθέτουν εργοστάσια, ερευνητικά κέντρα και γραμμές παραγωγής σε διάφορες πολιτείες.

Αντίθετα, η ΕΕ διαθέτει κατακερματισμένη βιομηχανική βάση, ενώ οι εθνικές αμυντικές εταιρείες ανταγωνίζονται η μία την άλλη, αντί να συνεργάζονται. Για το λόγο αυτό παρατηρούνται καθυστερήσεις ή ακυρώσεις κοινών προγραμμάτων όπως το Future Combat Air System  ή το Main Ground Combat System. Μελέτες δείχνουν ότι η έλλειψη ενοποίησης οδηγεί σε υψηλότερο κόστος και χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα. Ο τρίτος και ίσως κυριότερος είναι η έλλειψη πολιτικής ενοποίησης, καθόσον η στρατιωτική ισχύς χωρίς πολιτική ενότητα δεν μπορεί να μετατραπεί σε γεωπολιτική επιρροή.

Ένα άλλο μείζον θέμα είναι η εξάρτηση πολλών χωρών από τις ΗΠΑ για τον εξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεών τους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος κρίσιμων δυνατοτήτων των χωρών – μελών του ΝΑΤΟ, όπως πχ σε θέματα ISR, στρατηγικών μεταφορών και πυρηνικής αποτροπής. Το πρόβλημα είναι λοιπόν ότι η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη. Όπως έχει αναδειχθεί και σε προηγούμενο άρθρο, το ερώτημα της αμερικανικής παρουσίας στην Ευρώπη δεν είναι απλώς στρατιωτικό, αλλά βαθιά πολιτικό.

Η Επιστροφή της “Σκληρής Ισχύος”

Η μεταψυχροπολεμική περίοδος δημιούργησε στις Ευρωπαϊκές, και όχι μόνο, ελίτ την ψευδαίσθηση ότι η ισχύς υποχωρεί έναντι των θεσμών και της οικονομικής αλληλεξάρτησης. Η ΕΕ υπήρξε ο κύριος φορέας αυτής της αντίληψης, επενδύοντας σε μια “κανονιστική δύναμη” (Normative Power Europe) που θα διαμόρφωνε τον κόσμο μέσω κανόνων και αξιών. Σήμερα, η πραγματικότητα διαψεύδει αυτή την προσέγγιση.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι εντάσεις στην Ασία και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή καταδεικνύουν ότι η στρατιωτική ισχύς και κυρίως, η αποφασιστικότητα χρήσης της αποτελούν ξανά βασικούς καθοριστικούς παράγοντες των διεθνών σχέσεων, όπως ανέλυσε ο Mearsheimer στο The Great Delusion. Η διεθνής πολιτική επιστρέφει στη λογική της “Ρεαλιστικής Σχολής”, όπου τα κράτη επιδιώκουν ισχύ και ασφάλεια και ανταγωνίζονται το ένα το άλλο σε ένα άναρχο σύστημα.

Όπως είναι γνωστό η μεταπολεμική ευρωπαϊκή ασφάλεια οικοδομήθηκε από και υπό την Αμερικανική αιγίδα – πατρωνία με πυλώνα το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, είναι εμφανές τα τελευταία χρόνια ότι η στρατηγική προτεραιότητα των ΗΠΑ μετατοπίζεται σταδιακά προς την Ασία και στον ανταγωνισμό με την Κίνα. Η τάση αυτή είναι διακομματική και δομική και είναι λάθος να ερμηνεύεται με βάση την ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε ενοίκου του Λευκού Οίκου.

Η “στρατηγική αποσύνδεση” των ΗΠΑ από την Ευρώπη και η ανάγκη ανακατανομής πόρων προς τον Ινδο-Ειρηνικό θα συνεχιστούν τις επόμενες δεκαετίες. Για την Ευρώπη, αυτό σημαίνει ένα απλό αλλά σκληρό συμπέρασμα. Ότι δεν μπορεί να βασίζεται επ’ αόριστον στην αμερικανική προστασία και η στρατηγική αυτονομία δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Επιπρόσθετα, όπως αποδεικνύουν οι εν εξελίξει πόλεμοι στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά και τα τεκταινόμενα στην Αφρική, τα οποία περνούν απαρατήρητα από το ευρύ κοινό, τα ευρύτερα Ευρωπαϊκά και Αμερικανικά συμφέροντα και προτεραιότητες είναι αποκλίνοντα και διαφορετικά.

Παράλληλα, παρατηρείται η ενίσχυση μεγάλων γεωπολιτικών σχημάτων που λειτουργούν με όρους ισχύος. Κίνα, Ρωσία, ΗΠΑ και Ινδία συγκροτούν πόλους επιρροής με χαρακτηριστικά που θυμίζουν ιστορικά αυτοκρατορικά συστήματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ εμφανίζεται ως μια sui generis κατασκευή χωρίς σαφή γεωπολιτική ταυτότητα. Η αδυναμία της να λειτουργήσει ως ενιαίος δρών την καθιστά ευάλωτη και εξαρτώμενη.

Φυσικά, η γεωπολιτική ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από τις στρατιωτικές δαπάνες. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει βαθύτερες δομικές προκλήσεις. Όπως καταδεικνύουν τα στοιχεία του ΔΝΤ, η σχετική οικονομική ισχύς της ΕΕ υποχωρεί σε σχέση με άλλες μεγάλες δυνάμεις. Η γήρανση του πληθυσμού, η χαμηλή παραγωγικότητα και η υστέρηση σε κρίσιμους τεχνολογικούς τομείς περιορίζουν τη δυναμική της Ένωσης. Η εξάρτηση από εξωτερικούς πόρους, ενέργεια, πρώτες ύλες, τεχνολογία, περιορίζει την αυτονομία. Σε έναν κόσμο ανταγωνιστικών οικονομιών, αυτές οι εξαρτήσεις λειτουργούν ανασταλτικά.

Στρατηγική Αναγκαιότητα για την ΕΕ

Συνοπτικά: Η Ομοσπονδοποίηση ως Στρατηγική Αναγκαιότητα και η Συμμετοχή των Λαών είναι όρος Sine Qua Non για την Επιτυχία του Εγχειρήματος. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ομοσπονδοποίηση της ΕΕ δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα. Μόνο μέσω μιας βαθύτερης πολιτικής ενοποίησης μπορεί να υπάρξει ενιαία εξωτερική πολιτική, κοινή άμυνα και πραγματική γεωπολιτική παρουσία. Η ΕΕ πρέπει να αποφασίσει αν θα εξελιχθεί σε έναν αυτόνομο πόλο ισχύος ή αν θα παραμείνει συμπλήρωμα άλλων δυνάμεων.

Όπως έχει αναλυθεί σε προηγούμενο άρθρο, η ομοσπονδοποίηση δεν μπορεί να επιβληθεί τεχνοκρατικά. Χρειάζεται κοινωνική αποδοχή. Η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να γίνει ερήμην των λαών. Οι Ευρωπαίοι πολίτες πρέπει να συμμετάσχουν ενεργά στη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής. Η δημοκρατική νομιμοποίηση αποτελεί βασική προϋπόθεση επιτυχίας. Μια Ευρώπη που θα οικοδομηθεί χωρίς τη συμμετοχή των πολιτών της θα είναι εύθραυστη και ασταθής. Η μελλοντική ομοσπονδία πρέπει να βασίζεται στην ευημερία, την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Διαφορετικά, θα ενισχυθούν οι φυγόκεντρες τάσεις.

Η Ευρωπαϊκή ιστορία είναι γεμάτη από συγκρούσεις, με αποκορύφωμα τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Αν η ΕΕ αποτύχει να μετασχηματιστεί, το ενδεχόμενο αποσύνθεσης ή ακόμη και ενδοευρωπαϊκών συγκρούσεων δεν μπορεί να αποκλειστεί. Σε μια Ευρώπη που θα έχει κατακερματιστεί σε ανταγωνιστικές κρατικές ομαδοποιήσεις, η πρόσφατη δήλωση του Γερμανού καγκελαρίου περί οικοδόμησης του ισχυρότερου Ευρωπαϊκού στρατού στο προσεχές μέλλον, θα πρέπει να προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα.

Η ειρήνη δεν είναι δεδομένη, αλλά είναι αποτέλεσμα θεσμών και πολιτικών επιλογών. Έπειτα από 70 χρόνια ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, από την ΕΚΑΧ έως τη σημερινή ΕΕ, παραμένει το βασικό ερώτημα εάν έχουμε γίνει σοφότεροι. Αναφορικά με την Ελλάδα, λόγω της θέσης της στον παγκόσμιο χάρτη, τα διλήμματα δεν είναι θεωρητικά, όπως είναι για την Ιρλανδία ή το Βέλγιο.

Είναι πρωτίστως υπαρξιακά. Εάν το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτύχει, τότε η μόνη ρεαλιστική επιλογή στο βραχυ-μεσοπρόθεσμο μέλλον είναι η πρόσδεσή της στο άρμα των ΗΠΑ και όχι στον διαφαινόμενο πόλο των βορειοευρωπαϊκών κρατών με ηγέτιδα δύναμη τη Γερμανία. Εννοείται ότι δεν θα απεμπολήσουμε τη συμμετοχή μας στην ΕΕ, τις αποφάσεις της οποίας θα εφαρμόζουμε αναλόγως των εθνικών συμφερόντων. Επίσης θα πρέπει να γίνει προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων με τη Ρωσική Ομοσπονδία προς όφελος των εναπομεινάντων Ελλήνων της Αζοφικής και για εξισορρόπηση των Ρωσο-Τουρκικών σχέσεων. Αλλά αυτά αποτελούν αντικείμενα επόμενου άρθρου.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx