Σι-Τραμπ: Προς έναν οριοθετημένο ανταγωνισμό
15/05/2026
Η επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα ήταν κάτι πολύ σημαντικότερο από μία επίσκεψη Αμερικανού προέδρου, παρότι και μόνο αυτό θα είχε τη σημασία του. Σύσσωμο το αμερικανικό πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει τον “Δράκο” σαν τον μεγάλο ανταγωνιστή, αν όχι εχθρό, που πρέπει να τον ανασχέσει. Το κρίσιμο ερώτημα ήταν και παραμένει: ποια κατεύθυνση θα πάρει ο ανταγωνισμός των δύο κορυφαίων μεγάλων δυνάμεων;
Αυτό πρακτικά σημαίνει το εξής: Θα οριοθετηθεί στο πλαίσιο του αναδυόμενου πολυπολικού διεθνούς συστήματος, ή αντιθέτως θα εκτραπεί με κίνδυνο να καταλήξει σε σύγκρουση; Η ένταση που κυριαρχεί εδώ και χρόνια δείχνει ότι ο κίνδυνος αυτός δεν είναι καθόλου θεωρητικός. Υπενθυμίζω ότι ο Τραμπ αναδείχθηκε σε σταυροφόρο της εκστρατείας ανάσχεσης της Κίνας από την πρώτη θητεία του. Προσπάθησε, λοιπόν, να την περιορίσει σε πολλά επίπεδα, πρωτίστως με την επιβολή δασμών. Η αντίδραση του Πεκίνου, όμως, τον υποχρέωσε να συνειδητοποιήσει πως “χαρτιά” έχει και η άλλη πλευρά. Εκτός των άλλων, ο αμερικανικός κλάδος υψηλής τεχνολογίας έχει ζωτική ανάγκη από τις κινέζικες σπάνιες γαίες και από άλλα κρίσιμα υλικά.
Ο Σι δεν δίστασε να στείλει εμπράκτως το μήνυμα, γεγονός που προσγείωσε τον Αμερικανό ομόλογό του και σε μεγάλο βαθμό προσδιόρισε το πλαίσιο της επίσημης επίσκεψης. Ουσιαστικά, οι ΗΠΑ αναγκάζονται να αναγνωρίσουν την Κίνα σαν σχεδόν ισάξιά τους μεγάλη δύναμη. Ως εκ τούτου, αναγκάζονται να αναζητήσουν μαζί της ένα modus vivendi, το οποίο ναι μεν θα χαρακτηρίζεται από ανταγωνισμό, αλλά ταυτοχρόνως θα διέπεται από όρια.
Μπορεί η επίσκεψη Τραμπ να απογοήτευσε τις αγορές και τα χρηματιστήρια, που ανέμεναν εντυπωσιακές διακρατικές και επιχειρηματικές συμφωνίες, αλλά αυτές οι προσδοκίες υπεραισιόδοξες, με την έννοια ότι ήταν ασύμβατες με τη γεωπολιτική πραγματικότητα. Το θετικό στοιχείο που προέκυψε στο Πεκίνο είναι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος φάνηκε να συνειδητοποιεί ότι δεν πρέπει οι διμερείς σχέσεις να διολισθήσουν στην ανεξέλεγκτη ένταση και πολύ περισσότερο στη σύγκρουση. Μία τέτοια εξέλιξη θα είχε βαρύτατο κόστος και για τις δύο πλευρές.
Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον επανέρχεται η ιδέα μιας ευρύτερης συνεννόησης ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, όχι μόνο στο οικονομικό-εμπορικό πεδίο, αλλά και στη γεωπολιτική. Όποιοι, ωστόσο, ανέμεναν πως θα προέκυπτε μια “μεγάλη συμφωνία” κατά τη διάρκεια της επίσκεψης Τραμπ –όπως προανέφερα– υποτιμούσαν τα σοβαρά εμπόδια που παρεμβάλλονται.
Δύσβατος δρόμος
Αν και ο Τραμπ, όπως και οι προκάτοχοί του, έχει υψώσει τη σημαία της ανάσχεσης της Κίνας, διαφέρει από τους Μπάιντεν και Ομπάμα. Μπορεί οι δύο πρώην πρόεδροι να ήταν υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης, όπως και το Πεκίνο, αλλά προσέγγιζαν τις σχέσεις μαζί του με ιδεολογικούς όρους (ανθρώπινα δικαιώματα κλπ). Ήταν ο πάγιος τρόπος τους για να βάλουν την Κίνα σε μειονεκτική θέση. Αντιθέτως, ο Τραμπ κινείται περισσότερο με συναλλακτικούς όρους, κατανοώντας την ανάγκη ισορροπίας ισχύος.
Οι σινοαμερικανές σχέσεις, λοιπόν, δεν πρόκειται να εξομαλυνθούν ούτε σύντομα ούτε πλήρως. Ο δρόμος είναι δύσβατος και τα πισωγυρίσματα αναπόφευκτα. Το πλαίσιο, ωστόσο, έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό και εντός του θα λάβουν χώρα οι διαπραγματεύσεις για τα επιμέρους γεωπολιτικά και εμπορικά ζητήματα. Στο εμπορικό επίπεδο δεσπόζει η επιδίωξη της Κίνας να χαλαρώσουν οι περιορισμοί στην πρόσβασή της σε αμερικανικές τεχνολογίες αιχμής, ιδιαίτερα στους ημιαγωγούς και στα προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν το στρατηγικό τους προβάδισμα στην υψηλή τεχνολογία, αλλά η ιστορία έχει αποδείξει ότι ο αποκλεισμός της Κίνας δεν είναι ρεαλιστικός στόχος. Αυτό φαίνεται πως έχει αρχίσει να το κατανοεί ως ένα βαθμό η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση. Αφού η διάχυση της τεχνολογίας δεν μπορεί να αποφευχθεί για πολύ χρόνο, το ζητούμενο γι’ αυτήν μετατίθεται στο να εξασφαλίσει σοβαρά ανταλλάγματα.
Ο αγκάθι της Ταϊβάν
Ο Σι, όπως αναμενόταν, έθεσε στην πρώτη γραμμή των συνομιλιών του με τον Τραμπ, το ζήτημα της Ταϊβάν. Είναι, ωστόσο, αφελές να πιστεύει κανείς πως αυτό είναι ο πυρήνας του προβλήματος στις διμερείς σχέσεις. Για τους Κινέζους, βεβαίως, η Ταϊβάν είναι εθνικό ζήτημα, αλλά για τους Αμερικανούς είναι απλώς ένα σημαντικό πιόνι στην προσπάθεια ανάσχεσης του “Δράκου”. Ο μόνος λόγος για τον οποίο η Κίνα θα εξωθείτο σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ θα ήταν εάν αυτές οπισθοδρομούσαν κι αναγνώριζαν την ανεξαρτησία της Ταϊβάν.
Για δεκαετίες, η Ουάσινγκτον έχει υιοθετήσει την πολιτική της “μίας Κίνας”, διατηρώντας, όμως, τις σχέσεις της με την Ταϊβάν. Μπορεί στις ΗΠΑ να συζητούν πολύ το ενδεχόμενο μίας κινέζικης εισβολής στο νησί και της αμερικανικής αντίδρασης, αλλά τίποτα δεν δείχνει πως το Πεκίνο θα κάνει αυτό το βήμα. Οι Κινέζοι θεωρούν ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ τους και ως εκ τούτου δείχνουν στρατηγική υπομονή. Επιπροσθέτως, στόχος τους είναι να ενσωματώσουν κάποτε στην Ταϊβάν χωρίς πόλεμο.
Ο Σι θα ήθελε μία καθαρή δήλωση από τον Τραμπ ότι αντιτίθεται στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν, αλλά δεν την πήρε και ούτε υπήρχε περίπτωση να την πάρει, λόγω και της θέσης του Κογκρέσου. Το αμερικανικό πολιτικό σύστημα έχει αναγορεύσει την Ταϊβάν σε εμβληματικό κρίκο του σινοαμερικανικού ανταγωνισμού. Το γεγονός αυτό εκ των πραγμάτων εμπόδισε την πρόοδο των διαπραγματεύσεων σε άλλα ζητήματα και πολύ περισσότερο τη σύναψη συμφωνιών.
Ακολουθώντας τη σκέψη του Κίσινγκερ, η κυβέρνηση Τραμπ αντιλαμβάνεται το διεθνές σύστημα με όρους ισορροπίας στο τρίγωνο ΗΠΑ-Ρωσία-Κίνα. Αυτός είναι ένας λόγος που υποτιμά την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ. Από ορισμένες απόψεις μπορεί ο ίδιος ο Τραμπ να είναι μία παρένθεση, αλλά το MAGA όχι. Η εγκατάλειψη των δογμάτων του Ψυχρού Πολέμου ήταν αναπόφευκτη. Ο Μπάιντεν και η στρατηγική της “διπλής ανάσχεσης” ήταν το κύκνειο άσμα αυτών των δογμάτων.
Ο “Δράκος” στον Κόλπο
Προφανώς, ο πόλεμος στον Κόλπο ήταν βασικό θέμα των συνομιλιών Τραμπ-Σι. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, πως το αδιέξοδο, στο οποίο έχει περιέλθει η Ουάσινγκτον σ’ αυτό το μέτωπο αποδυνάμωσε τη διαπραγματευτική ισχύ του Αμερικανού προέδρου στο Πεκίνο. Ο “Δράκος”, ωστόσο, είναι πολύ προσεκτικός απέναντι στις ΗΠΑ. Δεν επιδιώκει εμφανώς να εκμεταλλευθεί τα λάθη τους, ούτε επιδίδεται σε πόλεμο δια αντιπροσώπων. Τάχθηκε καθαρά εναντίον της επίθεσης κατά του Ιράν, αλλά δεν έχει αναλάβει δεσμεύσεις έναντι της Τεχεράνης.
Αντιθέτως, επιδιώκει να έχει ισορροπημένες σχέσεις με όλα τα κράτη του Κόλπου. Το Πεκίνο δεν είχε κανένα ενδοιασμό να δηλώσει πως είναι αντίθετο και με την απόκτηση πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη και με την επιβολή διοδίων στο Ορμούζ. Επίσης, διαβεβαίωσε ότι δεν στέλνει όπλα στους Ιρανούς. Αυτό που στέλνει είναι –όπως και στην περίπτωση της Ρωσίας– υλικά διπλής χρήσης, δηλαδή υλικά που χρησιμοποιούνται και από την πολιτική κι από την πολεμική βιομηχανία.
Στην πραγματικότητα, ο “Δράκος” ναι μεν δεν θέλει να εκτεθεί, έστω και ως εμμέσως, ως εμπλεκόμενος στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής, αλλά έχει συνείδηση πως εάν γονατίσει το Ιράν, ο ίδιος θα βρεθεί σε δυσμενή θέση. Γι’ αυτό φροντίζει να στηρίζει παρασκηνιακά το Ιράν με ποικίλους τρόπους. Ουσιαστικά ακολουθεί μία προσεκτική πολιτική, η οποία δεν αφήνει περιθώρια να παρασυρθεί σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, ούτε καν με τη μορφή εμπορικού πολέμου.
Αυτό, ωστόσο, όπως έχω ήδη προαναφέρει, δεν σημαίνει πως δεν αντιδρά όταν εκδηλώνονται έμπρακτες αμερικανικές πιέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι η Κίνα όχι μόνο δεν αναγνωρίζει τις αμερικανικές κυρώσεις, αλλά και οικοδομεί ένα σύστημα και για να μην υφίστανται εταιρείες της αρνητικές επιπτώσεις, αλλά και για να απαντά κατά το δυνατόν ισοδύναμα. Το μήνυμα που έδωσε ο Σι στον Τραμπ με ποικίλους τρόπους είναι ότι η Κίνα είναι πολύ μεγάλη και πολύ ισχυρή για να την αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ σαν κατώτερη δύναμη.





