Με άδεια χέρια έφυγε ο Τραμπ από το Πεκίνο
21/05/2026
Προαναγγελθείσα με κάθε τραμπική περιωπή, η σύνοδος κορυφής του Μαΐου 2026 μεταξύ του Προέδρου Σι Τζινπίνγκ της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στο Πεκίνο, χαρακτηρίστηκε ευρέως ως “σύνοδος σταθεροποίησης”, παρά ως μετασχηματιστική ανατροπή. Τι συνέβη, λοιπόν, εκεί; Σχεδόν τίποτα, στην ουσία. Και αυτό ακριβώς είναι η μεγάλη είδηση.
Ας τα δούμε λίγο από την αρχή. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας των Ηνωμένων Πολιτειών του 2017 επί Τραμπ Α΄ αποτελεί σταθμό, διότι για πρώτη φορά αναγνωριζόταν επίσημα ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι πλέον ο μονοπολικός-αμερικανοκεντρικός, ο προορισμένος-για-φιλελεύθερη-δημοκρατία-παντού κόσμος, δηλαδή αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “παγκοσμιοποίηση με αμερικανικά χαρακτηριστικά”· η εποχή του Ανταγωνισμού Μεγάλων Δυνάμεων είχε επιστρέψει.
Η τότε Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας ήταν σαφής: «Αφού απορρίφθηκε ως φαινόμενο μιας παρωχημένης εποχής, ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων επέστρεψε. Κίνα και Ρωσία άρχισαν να επιβεβαιώνουν εκ νέου την επιρροή τους, τόσο περιφερειακά, όσο και παγκοσμίως. Σήμερα αναπτύσσουν στρατιωτικές ικανότητες σχεδιασμένες να αποκλείσουν την αμερικανική πρόσβαση σε χρόνο κρίσης και να αμφισβητήσουν την ελεύθερη δράση μας σε κρίσιμες εμπορικές ζώνες σε καιρό ειρήνης. Εν ολίγοις, αμφισβητούν τα γεωπολιτικά μας πλεονεκτήματα και προσπαθούν να αναδιατάξουν τη διεθνή τάξη προς όφελός τους».
Επί Τραμπ Β΄, η Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας του 2025 κατορθώνει να αναφέρει την Κίνα 21 φορές σε 29 σελίδες, αν και με λιγότερο ορμητική αγριότητα, εστιάζοντας στην οικονομική σχέση ΗΠΑ-Κίνας, επιδιώκοντας την «επαναστάθμιση της οικονομικής σχέσης της Αμερικής με την Κίνα, με προτεραιότητα στην αμοιβαιότητα και την ισοτιμία για την αποκατάσταση της αμερικανικής οικονομικής αυτονομίας» και εκφράζοντας την ελπίδα ότι «το εμπόριο με την Κίνα θα πρέπει να είναι ισορροπημένο και να επικεντρώνεται σε μη ευαίσθητους τομείς», διατηρώντας «μια αληθινά αμοιβαίως επωφελή οικονομική σχέση με το Πεκίνο». Κανείς δεν αμφέβαλλε ότι αυτό προμήνυε τον Εμπορικό Πόλεμο ΗΠΑ–Κίνας του 2025, με επίκεντρο τους δασμούς – πόλεμο τον οποίο, κατά τους περισσοτέρους αναλυτές, οι ΗΠΑ έχασαν αποφασιστικά και στη συνέχεια κατ’ ουσίαν εγκατέλειψαν.
Προς τη σύνοδο: Μία εναλλακτική ιστορία…
Η Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ του 2017 άρχιζε εκρηκτικά: «Τρεις κύριες ομάδες αντιπάλων – οι αναθεωρητικές δυνάμεις της Κίνας και της Ρωσίας, τα κράτη-παρίες του Ιράν και της Βόρειας Κορέας, και οι οργανώσεις διακρατικής απειλής, κυρίως οι τζιχαντιστικές τρομοκρατικές ομάδες – ανταγωνίζονται ενεργά τις ΗΠΑ και τους συμμάχους-εταίρους μας». Ρωσία, Κίνα, Ιράν, Βόρεια Κορέα. Τι απέγιναν τελικά, μετά από περίπου μια δεκαετία;
Η Ρωσία σίγουρα δεν χάνει, και αργόσυρτα κερδίζει τον μακρύ πόλεμό της στην Ουκρανία, έναν πόλεμο τον οποίο ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε τον Μάρτιο του 2025 ως πόλεμο ΗΠΑ-Ρωσίας: «Στην πραγματικότητα, είναι ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων, των ΗΠΑ που ενισχύουν την Ουκρανία και της Ρωσίας». Ακολουθώντας την ίδια λογική του Μάρκο Ρούμπιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ηττήθηκαν σε αυτόν που ονομάζει πόλεμο ΗΠΑ-Ρωσίας· έτσι, η Αμερική υποχώρησε εν μέρει, εγκαταλείποντας την Ουκρανία στο έλεος των Ευρωπαίων και μιας Ρωσίας που επενδύει σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως υπόθεση υπομονής, έως ότου η ουκρανική ηγεσία, στερούμενη ουσιαστικής και πλήρους διατλαντικής στήριξης, καταρρεύσει.
Η Κίνα αντιμετώπισε αμερικανικό εμπορικό πόλεμο το 2025. Ο εμπορικός πόλεμος απέτυχε. Η Κίνα νίκησε. Μπορεί πλέον να παραμείνει ήρεμη και να συνεχίσει την πορεία της. Η Βόρεια Κορέα βρίσκεται σε κατάσταση γαλήνης ή μάλλον γεωπολιτικής μακαριότητας: Διαθέτοντας πυρηνικά όπλα και διηπειρωτική βαλλιστική ικανότητα να τα αξιοποιήσει εναντίον των ΗΠΑ με αμφίβολες προοπτικές αναχαίτισης εάν ανοιχτά απειληθεί, κανείς δεν διατίθεται να την προκαλέσει· μπορεί κι αυτή να παραμείνει ήρεμη και να συνεχίσει την πορεία της.
Τζιχαντιστικές τρομοκρατικές ομάδες; Αυτές έχουν ήδη στεφθεί και ενθρονιστεί στη Συρία με αμερικανική ευλογία, και ο Αχμέντ αλ-Σαράα, παλαίποτε εμίρης της Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ και του Μετώπου αλ-Νούσρα της αλ-Κάιντα υπό το nom de guerre Αμπού Μοχάμαντ αλ-Τζουλάνι, καλωσορίζεται τώρα στον Λευκό Οίκο, αλλά βεβαίως και στο Μαξίμου του προβλέψιμου εταίρου. Απομένει το Ιράν· και εδώ αρχίζει να ξετυλίγεται μια εναλλακτική ιστορία της πορείας προς τη σύνοδο.
Μετά τις βενεζουελάνικές του περιπέτειες, ο Τραμπ επρόκειτο να επιφέρει ταχύτατα αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν ή ίσως να το “εξαφανίσει” εντελώς· ύστερα από αυτό, θα συναντούσε τον Κινέζο πρόεδρο και θα του ανακοίνωνε ότι οι κανόνες του παιχνιδιού άλλαξαν. Μετά από αποφασιστικές αμερικανικές νίκες στη Βενεζουέλα (δευτερεύουσας σημασίας) και στο Ιράν (υψίστης σημασίας), ο Κινέζος ανταγωνιστής του θα ήταν αναγκασμένος να συμφωνήσει στη συνεργασία με τις ΗΠΑ βάσει αυτών των νεοχαραγμένων πραγματικοτήτων.
Το σχέδιο του Τραμπ δεν βγήκε…
Η Θεά Τύχη, ωστόσο, είχε άλλα σχέδια. Όπως ήταν σαφές, ακόμα και πριν ξεκινήσει ο πόλεμος κατά του Ιράν, τα πράγματα μπορούσαν να πάνε στραβά, και όντως πήγαν στραβά. Ο πόλεμος εξελίχθηκε όσο άσχημα θα μπορούσε να εξελιχθεί, και είναι προορισμένο να πάει ακόμη χειρότερα μόλις συνεχιστεί δριμύτερα· πέραν από την εξόντωση αξιωματούχων, δεν επιτεύχθηκε τίποτα ουσιαστικό.
Αντί για αλλαγή καθεστώτος, ένας νεότερος Αγιατολάχ Χαμενεΐ αντικατέστησε τον αναπαυόμενο 86χρονο ομώνυμό του ως ηγέτης της Ισλαμικής Επανάστασης· το Ιράν όχι μόνο διατηρεί εμπλουτισμένο ουράνιο, αλλά ελέγχει πλέον και τα Στενά του Ορμούζ, χωρίς να προκαλεί ζημία στον εφοδιασμό πετρελαίου της Κίνας, για την οποία τα Στενά παραμένουν ουσιαστικά ανοιχτά. Λίγο πριν από τη σύνοδο, αποκαλύφθηκε ότι το 90% των ιρανικών θέσεων πυραύλων παραμένει ανέπαφο.
Αμερικανοί εμπειρογνώμονες, όπως ο Ρόμπερτ Α. Πέιπ, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και διευθυντής του Chicago Project on Security and Threats, προβλέπουν ότι το Ιράν θα μετατραπεί σε μείζονα παγκόσμια δύναμη ως συνέπεια του αμερικανο-ισραηλινού πολέμου κατά της χώρας – δηλαδή λόγω του νέου status quo στα Στενά του Ορμούζ που κατέστη δυνατόν χάρη στην ανθεκτικότητα του Ιράν.
Ο Ρόμπερτ Κέηγκαν – το πολεμικό αρχι-γεράκι, συνιδρυτής του Project for the New American Century, αδελφός του Φρέντερικ Κέηγκαν, και βεβαίως σύζυγος της Βικτόρια Νούλαντ – μιλά για ρουά ματ στο Ιράν και αμερικανική ήττα, υπογραμμίζει ότι «η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να αντιστρέψει ή να ελέγξει τις συνέπειες της ήττας σε αυτόν τον πόλεμο», σημειώνει ότι «η παγκόσμια προσαρμογή σε έναν μετα-αμερικανικό κόσμο επιταχύνεται», και καταλήγει ότι «η κάποτε κυρίαρχη θέση της Αμερικής στον Κόλπο είναι μόνο η πρώτη από πολλές απώλειες».
Μπορεί να γίνει ακόμα χειρότερο; Ναι: οι New York Times, το BBC και το CNBC δημοσιεύουν δυσοίωνα νέα σχετικά με την αυξανόμενη πληθωριστική πίεση στις ΗΠΑ που συνδέεται με το Ιράν. Η σύνοδος κορυφής Τραμπ-Σι είχε αρχικά προγραμματιστεί για τον Απρίλιο 2026. Ο Τραμπ την ανέβαλε, ελπίζοντας να επικρατήσει στο Ιράν πριν υλοποιηθεί η συνάντηση. Οι ελπίδες του αποδείχθηκαν άκαρπες. Και έτσι φτάσαμε στη σύνοδο του Μαΐου…
Τι συνέβη πραγματικά στη συνάντηση Τραμπ-Σι;
Σχεδόν τίποτα – κι αυτό επιβεβαιώνεται από κάθε λεπτομέρεια. Η σύνοδος κορυφής διεξήχθη στις 14-15 Μαΐου 2026 στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού στο Πεκίνο, με τον Τραμπ να γεύεται επιπλέον ένα ιδιωτικό γεύμα και τσάι με τον Σι στην προσωπική κατοικία του τελευταίου, εντός του συγκροτήματος της Απαγορευμένης Πόλης. Οι 43 ώρες όσων το CNBC περιέγραψε ως “φιλικές χειρονομίες” και “εντυπωσιακές τελετουργίες υψηλών διακυβευμάτων” παρήγαγαν ένα διπλωματικό πλαίσιο και ελάχιστα άλλα.
Το κεντρικό αποτέλεσμα ήταν μια από κοινού συμφωνηθείσα διατύπωση: O Σι ανακοίνωσε ότι οι δύο ηγέτες είχαν συμφωνήσει να καταστήσουν «μια εποικοδομητική σχέση Κίνας-ΗΠΑ στρατηγικής σταθερότητας» ως τη βάση της σχέσης τους, ένα πλαίσιο που επρόκειτο να λειτουργήσει ως στρατηγικός οδηγός για τα επόμενα τρία χρόνια και πλέον. Αυτή ήταν η διατύπωση του Πεκίνου, όχι της Ουάσινγκτον.
Νωρίτερα, ο Τραμπ είχε επιχειρήσει να πλαισιώσει τη σχέση μέσω της γλώσσας “G-2” στο Truth Social· το Πεκίνο απέρριψε αυτό το λεξιλόγιο, και τον Μάρτιο 2026, ο Ουάνγκ Γι αποσαφήνισε ρητά την απόρριψη κατά τη συνέντευξη Τύπου των Δύο Συνεδριάσεων, δηλώνοντας ότι η Κίνα δεν ασπάζεται τη λογική της “συγκυβέρνησης μεγάλων δυνάμεων”. Στο Πεκίνο, ήταν η Κίνα που προσέφερε τον ρητορικό τύπο, και οι ΗΠΑ τον αποδέχθηκαν. Όπως παρατήρησε ψύχραιμα το The Diplomat: «O Τραμπ επιχείρησε να ορίσει πρώτος τη σχέση· το Πεκίνο αρνήθηκε».
Στο μέτωπο του εμπορίου, τα κεντρικά αμερικανικά ζητούμενα ήταν, όπως το έθεσε ένας αναλυτής, «αεροσκάφη, βοδινό και σόγια». Ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει 200 αεροσκάφη Boeing, και ο Εκπρόσωπος Εμπορίου Τζέιμισον Γκρηρ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ αναμένουν από την Κίνα να δεσμευθεί για αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων· ως αρχικό μέτρο καλής θέλησης, η Κίνα δεσμεύτηκε να επιτρέψει εισαγωγές αμερικανικού βοδινού.
Ωστόσο, ακόμα και ο αριθμός των Boeing ήταν απογοητευτικός: Ήταν πολύ κατώτερος από τα 500 αεροσκάφη που ο Τραμπ είχε σκιαγραφήσει πριν από τη σύνοδο, και η μετοχή της Boeing έπεσε κατά 4% στη Wall Street. Η τελευταία μεγάλη παραγγελία της χώρας στη Boeing ήταν κατά την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο τον Νοέμβριο 2017, όταν η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει 300 αεροσκάφη Boeing· οι σχέσεις δηλητηριάστηκαν έκτοτε, και οι κινεζικές παραγγελίες Boeing εξανεμίστηκαν. Πέρα από τη δέσμευση για τα αεροσκάφη, καμία από τις δύο πλευρές δεν παρείχε πολλές λεπτομέρειες για το εμπόριο. Όταν ο Τραμπ αναχώρησε από την Κίνα την Παρασκευή, η συμφωνία Boeing ήταν η μοναδική μείζων συμφωνία που είχε ανακοινωθεί – αν και το Κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών αρνήθηκε να επιβεβαιώσει ακόμα και αυτήν.
Ιράν, Ορμούζ και Ταϊβάν
Επί του Ιράν και των Στενών του Ορμούζ, το ζήτημα που ο Τραμπ ήλπιζε να επικαλεστεί ως μοχλό πίεσης, ο Τραμπ αναχώρησε από το Πεκίνο έχοντας λάβει μόνο μια αόριστη δέσμευση από την Κίνα (για την οποία τα Στενά είναι ήδη κατ’ ουσίαν ανοιχτά) ότι ίσως να ασκήσει πίεση στο Ιράν, ώστε να άρει τον αποκλεισμό των Στενών. Και οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο – κάτι στο οποίο κατά σύμπτωση συμφωνεί και το ίδιο το Ιράν και με το οποίο ανέκαθεν συμφωνούσε!
Για την Ταϊβάν, ο πρόεδρος Σι επεφύλαξε τη δριμύτερη γλώσσα του, χαρακτηρίζοντάς την «το πιο σημαντικό ζήτημα στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας» και προειδοποιώντας ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε «συγκρούσεις και ακόμα και σε πόλεμο», εάν δεν αντιμετωπιστεί σωστά. Σε συνέντευξη στο Fox News από το Πεκίνο, ο Τραμπ δήλωσε ότι θα ήθελε τα πράγματα μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν να “παραμείνουν ως έχουν”, και παρατήρησε:
«Ξέρετε, όταν βλέπεις τα πράγματα, η Κίνα είναι μια πολύ, πολύ ισχυρή, μεγάλη χώρα. Η Ταϊβάν είναι ένα πολύ μικρό νησί. Σκεφτείτε το, είναι 59 μίλια μακριά [από την κυρίως Κίνα]. 59 μίλια. Εμείς είμαστε 9.500 μίλια μακριά. Αυτό είναι ένα δύσκολο ζήτημα». Ο Κινέζος ΥΠΕΞ, Ουάνγκ Γι, δήλωσε εν συνεχεία ότι το Πεκίνο «αντιλήφθηκε κατά τη διάρκεια της συνάντησης ότι η αμερικανική πλευρά κατανοεί τη θέση της Κίνας και αποδίδει σημασία στις ανησυχίες της Κίνας, και, όπως και η διεθνής κοινότητα, δεν υποστηρίζει ούτε αποδέχεται ότι η Ταϊβάν κινείται προς την ανεξαρτησία»…
Μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο στο GeoTrends





