Η Telegraph φιλοξενεί άρθρο Ιταλού αρχαιολόγου που θεωρεί… πολιτιστικό εθνικισμό την επιστροφή των μαρμάρων
23/05/2026
Με τίτλο «Έφαγα cancel από την Ελλάδα επειδή είπα την αλήθεια για τα Ελγίνεια Μάρμαρα», η βρετανική Telegraph δημοσιεύει άρθρο αρχαιολόγου που είναι εναντίον της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα.
Ο Ιταλός αρχαιολόγος Mario Trabucco della Torretta διαφωνεί με τον επαναπατρισμό των Γλυπτών του Παρθενώνα, καθώς θεωρεί ότι πρόκειται για ελληνική προπαγάνδα που ξεκίνησε η Μελίνα Μερκούρη όταν έγινε πολιτικός. Εκφράζει προφανώς και την πικρία του, γιατί ενώ είχε προσκληθεί από τον ευρωπαϊκό οργανισμό RICS (Royal Institution of Chartered Surveyors) για να μιλήσει σε ένα δείπνο-συνέδριο που θα φιλοξενούνταν στο Μουσείο Ακρόπολης, τελικά η πρόσκλησή του ακυρώθηκε από το διοικητικό συμβούλιο του μουσείου.
Ο ίδιος το θεωρεί “φίμωμα” και λογοκρισία, αλλά η ελληνική πλευρά ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για θεμιτή άσκηση θεσμικής κρίσης. «Το Μουσείο της Ακρόπολης έχει ως θεμελιώδη καταστατική αποστολή την επιστροφή των Γλυπτών. Συνεπώς, δεν έχει καμία ηθική ή θεσμική υποχρέωση να παραχωρεί το βήμα του και να φιλοξενεί έναν άνθρωπο που διεξάγει ενεργή καμπάνια εναντίον αυτού ακριβώς του σκοπού», αναφέρει το Μουσείο.
Ο Ιταλός γράφει τα εξής:
«Είμαι κλασικός αρχαιολόγος που έχει αφιερώσει πολλά χρόνια στη μελέτη της Ελλάδας και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Έζησα επίσης στην Αθήνα για τέσσερα χρόνια, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά τόσο του καιρού όσο και των ανθρώπων της. Παρ’ όλα αυτά, στα μάτια των Ελλήνων εθνικιστών, είμαι ένοχος για ένα από τα χειρότερα πιθανά εγκλήματα: δεν πιστεύω ότι τα Ελγίνεια Μάρμαρα πρέπει να επιστρέψουν στην Αθήνα. Και γι’ αυτό έχω «ακυρωθεί».
Όλα ξεκίνησαν το 2021, όταν το αρχαιολογικό μουσείο της γενέτειράς μου, στο Παλέρμο της Σικελίας, αποφάσισε να παρακάμψει το σύνολο του νομικού πλαισίου πάνω στο οποίο βασίζεται η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ιταλία και να στείλει στο Μουσείο της Ακρόπολης στην Αθήνα ένα μικρό τμήμα της ζωφόρου του Παρθενώνα, το οποίο βρισκόταν στη συλλογή της Σικελίας για σχεδόν 200 χρόνια.
Το κομμάτι είχε δανειστεί στην Ελλάδα και στο παρελθόν, αλλά πάντα επέστρεφε. Αυτή τη φορά το ονόμασαν «κατάθεση», με πρόθεση να παραμείνει εκεί για πάντα. Είναι παράνομο, αλλά «φαίνεται ωραίο» στην κάμερα.
Εκείνη την περίοδο έγραψα κείμενα που αντιτάσσονταν στην κίνηση αυτή, με βάση ότι για τον ιστορικό και τον αρχαιολόγο η ιστορία που έφερε αυτό το θραύσμα στο Παλέρμο είναι εξίσου σημαντική με την ιστορία της δημιουργίας του Παρθενώνα, και ότι δεν μπορεί να θυσιάζεται η μία για την άλλη. Αυτό προκάλεσε άμεσα αντιδράσεις: πώς μπορεί ένας αρχαιολόγος να αντιτίθεται στην επανένταξη ενός θραύσματος στο μνημείο από το οποίο προήλθε; Πώς τολμά να αμφισβητεί το υπέρτατο δόγμα του πολιτισμικού επαναπατρισμού;
Τα τελευταία πέντε χρόνια κάνω εκστρατεία κατά της ελληνικής διεκδίκησης των Μαρμάρων και γενικότερα κατά της συναισθηματικής επαναπατριστικής λογικής που επιβάλλεται συχνά μέσω πίεσης της κοινής γνώμης.
Η ελληνική διεκδίκηση δεν έχει ουσιαστική βάση, καθώς βασίζεται στον ισχυρισμό ότι ο λόρδος Έλγιν «έκλεψε» τα γλυπτά. Ας εξετάσουμε για λίγο το πόσο παράλογο είναι να υποστηρίζεται ότι ένας Βρετανός αριστοκράτης μπήκε σε στρατιωτική περιοχή (όπως ήταν η Ακρόπολη το 1801) με εκατοντάδες εργάτες και αφαίρεσε ό,τι ήθελε, χωρίς επίσημη άδεια, υπό τα μάτια της οθωμανικής φρουράς. Παράλογο, σωστά;
Επιπλέον, υπάρχει μεταφρασμένο αντίγραφο της άδειας και μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν την εκδοχή του, μεταξύ των οποίων και του ίδιου του λόρδου Βύρωνα. Οι Έλληνες αγνοούν αυτά τα στοιχεία.
Η συζήτηση οξύνθηκε από το 1981, όταν η Μελίνα Μερκούρη έγινε υπουργός Πολιτισμού στην Ελλάδα. Με πάθος και επικοινωνιακή δεινότητα, μετέτρεψε ένα ζήτημα πολιτιστικής διπλωματίας σε σταυροφορία. Έκτοτε, σχεδόν όλοι οι Έλληνες θεωρούν τον επαναπατρισμό των Μαρμάρων εθνική υπόθεση.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη ρητορική, τα Μάρμαρα ανήκουν νομικά στο Βρετανικό Μουσείο και ο τίτλος ιδιοκτησίας τους είναι αδιαμφισβήτητος. Τα γλυπτά ήταν τα εναπομείναντα μέρη ενός φθαρμένου κτιρίου μέσα σε στρατιωτική ζώνη, υπό την εξουσία του Μεγάλου Βεζίρη, ο οποίος είχε τη στρατιωτική και διοικητική αρμοδιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η Αθήνα ήταν τότε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πλήρως ενταγμένη στο διοικητικό της σύστημα. Είχαν κάθε δικαίωμα να δώσουν στον Έλγιν την άδεια που ζήτησε, και το έκαναν για δικούς τους πολιτικούς λόγους.
Αιώνες αργότερα, όταν ο Πάπας Φραγκίσκος αποφάσισε να δωρίσει τρία κομμάτια της διακόσμησης του Παρθενώνα από το Βατικανό στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, οι Έλληνες δεν αντέδρασαν. Αλλά αν τα έδινε ο Σουλτάνος στον Έλγιν, θεωρείται απαράδεκτο. Άλλη εποχή, θα πείτε, αλλά ακόμη και τότε υπήρχαν παρόμοιες πρακτικές ανταλλαγής και δωρεών.
Ο τρόπος που βλέπουμε σήμερα τον Παρθενώνα είναι σε μεγάλο βαθμό ρομαντική κατασκευή, ένας μύθος που δημιουργήθηκε στα ευρωπαϊκά κέντρα αρχαιογνωσίας. Ο Παρθενώνας ήταν ένα τοπικό οικοδόμημα, πιθανόν όχι καν ναός, που κατασκευάστηκε με χρήματα μιας αυτοκρατορίας.
Παρουσιάζεται ως σύμβολο δημοκρατίας, αλλά μια πιο ρεαλιστική σύγκριση θα ήταν σαν έναν σύγχρονο ηγέτη να χρησιμοποιεί συμμαχικούς πόρους για να χτίσει προσωπικό μέγαρο.
Οι αρχαίες πηγές σπάνια τον αναφέρουν, αφήνοντας πολλά στοιχεία ασαφή. Το συμβολικό του βάρος είναι μεταγενέστερη εθνικιστική κατασκευή. Αυτός ο μύθος ενισχύθηκε τον 19ο αιώνα από Γερμανούς λόγιους και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Έκτοτε, η πολιτιστική αφήγηση εξαλείφει κάθε ιστορική πολυπλοκότητα.
Αυτό προσπαθώ να εξηγήσω σε όσους θέλουν να ακούσουν: ότι τα μουσεία πρέπει να παρουσιάζουν την ιστορική αλήθεια, όχι πολιτικά συνθήματα. Και γι’ αυτό η πρόσφατη «ακύρωσή» μου από το Μουσείο της Ακρόπολης είναι σημαντική. Παρότι πρόκειται για ένα ίδρυμα υψηλών προδιαγραφών, προβάλλει –κατά τη γνώμη μου– μια στρεβλή εικόνα, που επηρεάζει τους επισκέπτες με ιδεολογικά αφηγήματα. Δεν αντέχω αυτή την προσέγγιση. Και γι’ αυτό, παρά τις αντιδράσεις, συνεχίζω», καταλήγει.





