Η ηχηρή σιωπή των διανοουμένων στην Ελλάδα
03/06/2026
Ζούμε σε μία εποχή όπου η Ελλάδα φαίνεται να συζητά διαρκώς για τα συμπτώματα, αλλά σχεδόν ποτέ για την αιτία. Ακούμε διαρκώς αναλύσεις για τη δημογραφική κατάρρευση, για την εθνική συρρίκνωση, για τη γεωπολιτική αδυναμία, για την πολιτισμική παρακμή, για την οικονομική εξάρτηση, για το δημοκρατικό έλλειμμα, για την κρίση αντιπροσωπεύσεως, για την αποσύνθεση της παιδείας.
Και πράγματι, πολλά από αυτά που λέγονται, είναι σωστά. Πολλοί σοβαροί άνθρωποι καταγράφουν πραγματικά προβλήματα και αναδεικνύουν πλευρές της κρίσεως, που το κυρίαρχο σύστημα προτιμά να αποσιωπά. Όμως, μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση, υπάρχει μία εκκωφαντική σιωπή. Ένα ερώτημα που σχεδόν κανείς δεν τολμά ούτε καν να ψιθυρίσει. Μήπως το βαθύτερο πρόβλημα του συγχρόνου Ελληνισμού είναι ότι ασφυκτιά μέσα σε ένα δυτικό πολιτισμικό και γεωπολιτικό πλαίσιο που δεν αντιστοιχεί στην ιστορική του φυσιογνωμία;
Αυτό το ερώτημα είναι το μεγάλο απόν. Όχι μία πρόταση πολιτικής. Ούτε κάποιο σχέδιο αποχωρήσεως από συμμαχίες. Ούτε κάποια ρομαντική φαντασίωση επιστροφής σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Αλλά έστω η στοιχειώδης διανοητική τόλμη να τεθεί το ερώτημα. Να καταγραφεί ως θέση της διανοήσεως ότι ίσως το πρόβλημα δεν είναι μόνο διαχειριστικό ή πολιτικό, αλλά βαθύτερα πολιτισμικό και ιστορικό.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη νοθεία της συγχρόνου διανοήσεως. Διότι δεν πρόκειται για έλλειψη γνώσεων. Ούτε για έλλειψη μορφώσεως. Οι περισσότεροι από τους σοβαρούς διανοουμένους γνωρίζουν ιστορία, γνωρίζουν γεωπολιτική, γνωρίζουν φιλοσοφία, γνωρίζουν την παθολογία του συγχρόνου κόσμου. Και πολλοί από αυτούς επισημαίνουν ορθώς την παρακμή της Δύσεως, την κρίση νοήματος, τον μηδενισμό, την ανθρωπολογική διάλυση, τη μετατροπή του ανθρώπου σε καταναλωτική μονάδα. Μέχρι εκεί.
Διότι τη στιγμή που η συζήτηση αγγίζει το βαθύτερο ζήτημα – τη θέση του Ελληνισμού μέσα σε αυτό το πλαίσιο – εμφανίζεται μία σχεδόν μεταφυσική σιωπή. Σαν να υπάρχει μία αόρατη γραμμή που δεν επιτρέπεται να ξεπεραστεί. Μπορεί να καταγγελθεί η παγκοσμιοποίηση. Μπορεί να καταγγελθεί η πολιτισμική αποδόμηση. Μπορεί να καταγγελθεί η αποβιομηχάνιση, η εθνική υποχώρηση, η υποταγή στα ξένα κέντρα. Αλλά το αξίωμα παραμένει αδιαπραγμάτευτο∙ ότι η θέση του Ελληνισμού μέσα στο δυτικό πλαίσιο δεν μπορεί να τεθεί υπό ερώτηση.
Η σιωπή της ελληνικής διανόησης
Και όμως, κάθε σοβαρός πολιτισμός οφείλει να έχει την ελευθερία να εξετάζει την ιστορική του θέση. Οι Ρώσοι συζητούν ανοικτά για τη σχέση τους με τη Δύση. Οι Κινέζοι ποτέ δεν αποδέχθηκαν ότι πρέπει να γίνουν ένα δυτικό παράρτημα. Ακόμη και πολλά κράτη του παγκοσμίου Νότου επανεξετάζουν τον τρόπο εντάξεώς τους στο μεταπολεμικό δυτικό σύστημα. Μόνο στην Ελλάδα, το να τεθεί ένα τέτοιο ερώτημα μοιάζει σχεδόν βλάσφημο.
Και αυτό είναι παράδοξο. Διότι ο Ελληνισμός δεν αφορά ένα τυχαίο έθνος που δημιουργήθηκε τον 19ο αιώνα. Έχει βαθιά ιστορική συνέχεια, πολιτισμική μνήμη και μία συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία που δεν ταυτίζεται μηχανικά με τη δυτική πορεία. Η Ρωμιοσύνη, η Ορθοδοξία, η κοινοτική παράδοση, η αντίληψη του προσώπου, η διαφορετική σχέση κοινωνίας και πολιτικής εξουσίας συγκρότησαν ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό παράδειγμα. Ίσως όχι τέλειο, αλλά πάντως διαφορετικό.
Και εδώ βρίσκεται το ερώτημα που κανείς σχεδόν δεν τολμά να διατυπώσει δημόσια· μήπως το νεοελληνικό κράτος, από τη γένεσή του, εντάχθηκε σε ένα πλαίσιο που λειτούργησε τελικά αφομοιωτικά και ασφυκτικά για την ιστορική φυσιογνωμία του Ελληνισμού; Μήπως πολλά από τα σημερινά αδιέξοδα – η πληθυσμιακή κατάρρευση, η πολιτισμική σύγχυση, η γεωπολιτική αμηχανία, η διαρκής οικονομική εξάρτηση – δεν είναι ασύνδετα μεταξύ τους, αλλά αποτελούν συμπτώματα βαθύτερης δυσαρμονίας;
Κανείς δεν ζητά έτοιμες απαντήσεις. Ούτε πολιτικά μανιφέστα. Ούτε συνθήματα. Αλλά η διανόηση οφείλει να θέτει τα μεγάλα ερωτήματα, ακόμη και όταν είναι ενοχλητικά. Ακόμη και όταν συγκρούονται με τα όρια του “επιτρεπτού”. Διότι μία διανόηση που δεν τολμά να θίξει το θεμελιώδες, που περιορίζεται να περιγράφει συμπτώματα χωρίς να αγγίζει την αιτία, παύει να λειτουργεί ως διανόηση. Γίνεται μηχανισμός διαχειρίσεως του επιτρεπτού λόγου. Και τότε, η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι θέση.





