Αν ο κόσμος ήταν ένα σπίτι, η κουζίνα του θα βρισκόταν στο Γκαζιαντέπ!
04/06/2026
Το Γκαζιαντέπ, ή αλλιώς Αντέπ, δεν σε προετοιμάζει για το τι θα συναντήσεις. Σε υποδέχεται με μια μυρωδιά που μοιάζει να προηγείται της ίδιας της πόλης: Καβουρδισμένο φιστίκι, ζάχαρη, καμένο ξύλο βελανιδιάς από τους φούρνους που ξυπνούν πριν ξημερώσει. Εδώ, το φιστίκι δεν είναι υλικό. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η πόλη μετρά τον χρόνο της.
Το φιστίκι Αντέπ αποτελεί εδώ και αιώνες τη βάση της κουζίνας και την ταυτότητα του Γκαζιαντέπ, μιας από τις κορυφαίες γαστρονομικές πρωτεύουσες της Τουρκίας. Σήμερα παραμένει το πιο πολύτιμο υλικό της γαστρονομικής πρωτεύουσας της Τουρκίας και το μυστικό του θρυλικού μπακλαβά.
Το “πράσινο χρυσάφι” της περιοχής
Προς τα τέλη του καλοκαιριού, οι ζαχαροπλάστες του Γκαζιαντέπ εγκαταλείπουν τις κουζίνες τους και κατευθύνονται στις φιστικιές, που απλώνονται στις ηλιόλουστες πεδιάδες της νοτιοανατολικής Τουρκίας. Το πολύτιμο αυτό προϊόν, γνωστό τοπικά ως «πράσινος χρυσός», δεν αποτελεί μόνο πηγή εισοδήματος, αλλά και βασικό συστατικό της τοπικής κουζίνας και αγαπημένο σύμβολο της πόλης. Αν και η συγκομιδή γίνεται συνήθως τον Σεπτέμβριο, ορισμένα φιστίκια συλλέγονται περίπου έναν μήνα νωρίτερα, τον Αύγουστο, όταν είναι ακόμη μικρά και έχουν έντονο σμαραγδένιο χρώμα.
Οι ζαχαροπλάστες επισκέπτονται όλα τα δέντρα και δοκιμάζουν. Όταν πλησιάζει η συγκομιδή, μπορούν να αγοράσουν αμέσως ολόκληρη την παραγωγή μιας έκτασης. Ο λόγος είναι το εξαιρετικό άρωμα των πρώιμων φιστικιών. Αυτά είναι απαραίτητα για το κατμέρ και τον μπακλαβά, τα γλυκά που έχουν μετατρέψει το Γκαζιαντέπ σε πόλο έλξης για τους λάτρεις των γλυκών. Για τους ντόπιους, τα γλυκά αυτά δεν είναι απλώς επιδόρπια, αλλά μέρος της ζωής σε μια από τις αρχαιότερες συνεχώς κατοικημένες περιοχές του κόσμου.
Τα γλυκά στο Γκαζιαντέπ συμβολίζουν σχεδόν κάθε σημαντική στιγμή της ζωής. Η παράδοση εκτείνεται από τη γέννηση έως τον θάνατο: Για τα νεογέννητα προσφέρεται σιροπιαστός μπακλαβάς με φιστίκι, ενώ στο πένθος προσφέρεται χαλβάς από σιμιγδάλι με βούτυρο. Τα φαγητά ενισχύουν τους κοινωνικούς δεσμούς.
Ζεκέρια Ουστά με πρωινό κατμέρ
Πριν ακόμα χαράξει, οι φούρνοι έχουν ήδη ανάψει. Ξύλο βελανιδιάς, σταθερή φωτιά, καθαρή θερμότητα. Η πόλη κινείται αργά προς το πρώτο της γλυκό. Το κατμέρ – πολύ λεπτό φύλλο ζύμης, γεμισμένο με φιστίκι, ζάχαρη και καϊμάκι – ετοιμάζεται πολύ νωρίς το πρωί.
Στο ιστορικό οικογενειακό μαγαζί Ζεκέρια Ουστά, που λειτουργεί ήδη τρεις γενιές, οι πρώτοι πελάτες κάθονται στα μικρά τραπέζια από νωρίς το πρωί για ζεστό κατμέρ, με κρύο γάλα στο πλάι.
Ο ιδιοκτήτης τρίτης γενιάς, Μεχμέτ Οζσιμιτσί, λέει πως οι νεόνυμφοι τρώνε κατμέρ στο πρώτο πρωινό του γάμου τους «για να είναι γλυκιά η νέα τους ζωή». Παρότι είναι πλέον 65 ετών, εξακολουθεί να ξεκινά κάθε μέρα με κατμέρ, σαν να μην υπάρχει άλλη επιλογή.
Όπως εξηγεί, το αυθεντικό κατμέρ δύσκολα αναπαράγεται εκτός Γκαζιαντέπ, επειδή τα φιστίκια είναι ντόπια και το βούτυρο προέρχεται από ζώα που βόσκουν στα γύρω βουνά. «Στο Γκαζιαντέπ δείχνουμε μεγάλο σεβασμό στα υλικά», λέει.
Η διαδρομή του φιστικιού
Το άρωμα από τους φούρνους απλώνεται στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης. Σύμφωνα με ερευνητές, η περιοχή κατοικείται εδώ και πάνω από 10.000 χρόνια, ήδη από τη Νεολιθική εποχή. Υπάρχει ακόμη και μουσείο αφιερωμένο στο φιστίκι με ευρήματα που φτάνουν μέχρι την 3η χιλιετία π.Χ. Στο Ουλούμ Χογιούκ, λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη, έχουν βρεθεί ίχνη φιστικιών που δείχνουν ότι εδώ η καλλιέργεια δεν είναι απλώς παράδοση. Είναι συνέχεια…
Σήμερα οι επισκέπτες μπορούν να διανύσουν τη… διαδρομή φιστικιού. Στα ιστορικά παζάρια, τα φρέσκα και καβουρδισμένα φιστίκια στήνονται σε σχήμα πυραμίδας, ενώ παντού πωλούνται λουκούμια και πάστες φιστικιού. Περισσότερο από το 70% της τουρκικής παραγωγής φιστικιού προέρχεται από το Γκαζιαντέπ. Το έδαφος είναι πετρώδες, το καλοκαίρι πολύ ζεστό. Και όμως, ακριβώς αυτά δίνουν στο φιστίκι του Αντέπ τη γεύση του – πυκνή, σχεδόν γλυκιά πριν καν ψηθεί.
Η τέχνη του μπακλαβά
Ο σεφ Μουσταφά Οζγκιουλέρ λέει: «Το φιστίκι του Γκαζιαντέπ είναι πιο πράσινο και πιο γλυκό από τα άλλα». Στο μαγαζί του ξεχωρίζουν τα μπισκότα και οι μπακλαβάδες με φιστίκι, ενώ παρασκευάζεται και κατμέρ κατόπιν παραγγελίας. Το κατμέρ πρέπει να τρώγεται ζεστό, μόλις βγαίνει από τον φούρνο.
Ο ίδιος και ο γιος του Εμίρ επισκέπτονται έναν φιστικιώνα 500 δέντρων κοντά στο κέντρο της πόλης – γη που δωρίστηκε στην πόλη μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη του στους σεισμούς το 2023. «Στο Γκαζιαντέπ πολλοί έχουν εξοχικά με φιστικιές και καρυδιές. Παλαιότερα, ο πλούτος μετριόταν από τις εκτάσεις φιστικιών που είχε κάποιος», λέει ο Εμίρ. Παρά τη μεγάλη ποικιλία γλυκών με φιστίκι, ο μπακλαβάς παραμένει ο βασιλιάς της πόλης.
Στα τέλη του καλοκαιριού, όταν η ζέστη χτυπά κόκκινο στις πεδιάδες της νοτιοανατολικής Τουρκίας, οι παραγωγοί κατευθύνονται στις φιστικιές και δοκιμάζουν έναν έναν τους καρπούς που αποκαλούν «πράσινο χρυσάφι». Και δεν είναι υπερβολή. Γιατί το φιστίκι στο Γκαζιαντέπ δεν περνά απλώς από την αγορά. Περνά από τη ζωή. Και ο μπακλαβάς δεν είναι επιδόρπιο. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια πόλη θυμάται ποια είναι.
Γκαζιαντέπ: Μια πόλη με βαθιές ρίζες
Ο κυβερνήτης του Γκαζιαντέπ, Κεμάλ Τσεμπέρ, παρουσίασε σε δημοσιογράφους ξένου Τύπου την ιστορική, πολιτιστική και γαστρονομική ταυτότητα της πόλης, στο πλαίσιο του προγράμματος “Το μοντέλο γαστροδιπλωματίας της Τουρκίας: Τραπέζι και Κληρονομιά”. Ο Τσεμπέρ τόνισε ότι το Γκαζιαντέπ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά και ιστορικά κέντρα, όχι μόνο της Τουρκίας, αλλά και ολόκληρης της περιοχής, επισημαίνοντας ότι η πόλη διαθέτει ιστορία περίπου 8.000 ετών και παραμένει αδιάκοπα κατοικημένη εδώ και χιλιετίες.
Αναφέρθηκε στις αρχαιολογικές εργασίες που πραγματοποιούνται ταυτόχρονα σε πέντε σημαντικές αρχαίες περιοχές, υπογραμμίζοντας ότι αυτές αποκαλύπτουν το τεράστιο ιστορικό βάθος της πόλης. Ο ίδιος σημείωσε επίσης ότι το Γκαζιαντέπ βρίσκεται στην καρδιά της Μεσοποταμίας και της Εύφορης Ημισελήνου, περιοχές όπου καλλιεργήθηκαν για πρώτη φορά το σιτάρι και οι ελιές. Όπως είπε, η κουζίνα της πόλης δεν αποτελεί απλώς μια γαστρονομική παράδοση, αλλά το αποτέλεσμα χιλιάδων ετών πολιτισμικής αλληλεπίδρασης και συνύπαρξης πολιτισμών.
Τονίζοντας τη διεθνή φήμη της πόλης στον τομέα της γαστρονομίας, ο Τσεμπέρ ανέφερε ότι το Γκαζιαντέπ διαθέτει περισσότερα από 600 τοπικά πιάτα και δήλωσε χαρακτηριστικά: «Αν ο κόσμος ήταν ένα σπίτι, η κουζίνα του θα βρισκόταν στο Γκαζιαντέπ». Παράλληλα, επεσήμανε ότι η γαστρονομία δεν είναι μόνο φαγητό, αλλά και ένας τρόπος μέσω του οποίου οι λαοί γνωρίζουν ο ένας τον πολιτισμό του άλλου.
Τόνισε ότι κάθε χώρα διαθέτει τη δική της κουζίνα, μουσική, λαϊκούς χορούς και πολιτιστικές αξίες, οι οποίες πρέπει να αξιοποιούνται ως γέφυρες φιλίας και ειρήνης μεταξύ των κοινωνιών. Αναφερόμενος στις διεθνείς σχέσεις της πόλης, ο Τσεμπέρ δήλωσε ότι το Γκαζιαντέπ διαθέτει 27 αδελφοποιημένες πόλεις σε διάφορες χώρες.
Απαντώντας σε ερώτηση του SLpress.gr σχετικά με πιθανή αδελφοποίηση με τη Θεσσαλονίκη, υπογράμμισε την πολιτιστική εγγύτητα μεταξύ του τουρκικού και του ελληνικού λαού. Όπως είπε, η Θεσσαλονίκη κατέχει ιδιαίτερη θέση για την Τουρκία, ενώ σημείωσε ότι οι διαδικασίες αδελφοποίησης εξαρτώνται, όχι μόνο από τη βούληση των τοπικών αρχών, αλλά και από τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των κρατών.





