Μέχρι τέλους θα πάει ο Σαμαράς τον Μητσοτάκη για τις υποκλοπές
06/07/2026
Φουντώνει η κόντρα μεταξύ του Μεγάρου Μαξίμου και του Αντώνη Σαμαρά, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός κατέθεσε αίτηση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ζητώντας την πλήρη διερεύνηση της φερόμενης παγίδευσής του με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator. Όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωσή του, ο κ. Σαμαράς έχει επανειλημμένα ζητήσει δημόσια από την κυβέρνηση να δώσει απαντήσεις για την υπόθεση, χωρίς –όπως υποστηρίζει– να έχει υπάρξει μέχρι σήμερα οποιαδήποτε ανταπόκριση.
Νέες διαστάσεις λαμβάνει η σύγκρουση κυβέρνησης και Αντώνη Σαμαρά, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός κατέθεσε αίτηση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ζητώντας την πλήρη διερεύνηση της φερόμενης παγίδευσής του με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator. Η κίνηση αυτή, η οποία έρχεται σε μια περίοδο έντονης πολιτικής κινητικότητας και ενώ αναμένεται η ίδρυση του νέου πολιτικού φορέα του κ. Σαμαρά, επαναφέρει στο προσκήνιο την υπόθεση των υποκλοπών. Παράλληλα, δημιουργεί νέα δεδομένα ως προς τη δικαστική της εξέλιξη, καθώς δεν αποκλείεται να τεθεί εκ νέου στο μικροσκόπιο των εισαγγελικών αρχών.
Στην αίτησή του, ο πρώην πρωθυπουργός επισημαίνει ότι έχει επανειλημμένα ζητήσει δημόσια από την κυβέρνηση να δώσει απαντήσεις για την υπόθεση, χωρίς –όπως αναφέρει– να έχει υπάρξει μέχρι σήμερα οποιαδήποτε ανταπόκριση. Απευθυνόμενος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο κ. Σαμαράς χαρακτηρίζει την υπόθεση του Predator ζήτημα που αφορά την εθνική ασφάλεια, τη λειτουργία των θεσμών και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Υποστηρίζει ακόμη ότι η φερόμενη παρακολούθησή του έχει ήδη γίνει γνωστή δημόσια και ότι ο ίδιος έχει αναδείξει κατ’ επανάληψη το θέμα τόσο από το βήμα της Βουλής όσο και με δημόσιες παρεμβάσεις του, τονίζοντας πως δεν μπορεί να παραμείνει «στο σκοτάδι ή στη σιωπή».
Σύμφωνα με την αίτηση, η παρακολούθηση προσώπων που κατέχουν κορυφαίες θεσμικές θέσεις συνιστά ζήτημα μείζονος θεσμικής και εθνικής σημασίας. Για τον λόγο αυτό ζητεί από την Εισαγγελία την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και ειδικότερα της φερόμενης παγίδευσής του με το λογισμικό Predator.
Σήκωσε το γάντι το Μαξίμου
Ερωτηθείς σχετικά με την αίτηση του κ. Σαμαρά, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, τόνισε ότι από τη στιγμή που ένας πολίτης, είτε ήταν πρωθυπουργός, είτε όχι, απευθύνεται στη Δικαιοσύνη, τις απαντήσεις τις δίνει η Δικαιοσύνη. Μάλιστα, ο κ. Μαρινάκης τοποθετήθηκε σκωπτικά και για το βίντεο που ανήρτησε στο tik tok ο κ. Σαμαράς, λέγοντας ότι του θυμίζει τις επαναλήψεις τηλεοπτικών προγραμμάτων που «σκίζουν», όπως το θρυλικό Ρετιρέ, για να σχολιάσει ότι «δεν σημαίνει ότι αυτό που αποδίδει στην ελληνική τηλεόραση θα αποδώσει και στην πολιτική».
Ειδικότερα, απαντώντας για την αίτηση του κ. Σαμαρά στον Άρειο Πάγο, ο κ. Μαρινάκης είπε: «Για την ουσία της υπόθεσης αυτής έχει απαντήσει με μια σειρά από διατάξεις η δικαιοσύνη. Από εκεί και πέρα δε γνωρίζω για επικοινωνία του κυρίου Σαμαρά με την κυβέρνηση για το θέμα αυτό ούτε υπάρχει κάποια τέτοια ενημέρωση εδώ και χρόνια που συζητείται αυτό.
Ο κ. Μαρινάκης έκλεισε την απάντησή του για το ζήτημα καταλογίζοντας εμμέσως πλην σαφώς πολύ καθυστερημένη αντίδραση στον πρώην πρωθυπουργό, επισημαίνοντας ότι η υπόθεση των υποκλοπών άρχισε να συζητείται το 2022, όταν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε δημοσιοποιήσει το ζήτημα και ο κ. Σαμαράς, το 2023 ήταν υποψήφιος με τη ΝΔ. Είπε ειδικότερα: «Θυμίζω ότι η υπόθεση αυτή ως προς το σκέλος των παραιτήσεων και το σκέλος που αφορούσε τις νόμιμες επισυνδέσεις του κυρίου Ανδρουλάκη ξεκίνησε να συζητείται το 2022. Στη συνέχεια το 2023 ο κύριος Σαμαράς ήταν και υποψήφιος με την ΝΔ».
Ακολούθως, ο κ. Μαρινάκης παρομοίασε με το τηλεοπτικό “Ρετιρέ” το βίντεο στο TikTok που ανήρτησε την Κυριακή ο πρώην πρωθυπουργός. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, αρχικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε «δεν θα καθόμαστε κάθε ημέρα να σχολιάζουμε τέτοιου είδους δηλώσεις».
Στη συνέχεια, όμως, συμπλήρωσε ότι «στην τηλεόραση βλέπουμε πολλές επαναλήψεις ελληνικών σειρών που ενώ παίζονται κάθε χρόνο σκίζουν στα νούμερα τηλεθέασης γιατί μας αρέσουν πολύ. Παράδειγμα έβλεπα το Ρετιρέ προ ημερών, μία θρυλική σειρά. Δεν σημαίνει ότι αυτό που αποδίδει στην ελληνική τηλεόραση θα αποδώσει και στην πολιτική»!
Εκτός του Μαρινάκη, επίθεση στον Σαμαρά εξαπέλυσε και ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, ταυτίζοντας την πολιτική κριτική του πρώην πρωθυπουργού, με αυτήν του Αλέξη Τσίπρα και της Ζωής, λέγοντας χαρακτηριστικά, «δεν ξέρω αν θέλουν να κάνουν παρέα!».
Απάντηση από συνεργάτες Σαμαρά
Συνεργάτες του πρώην πρωθυπουργού απάντησαν με αιχμηρό τρόπο στον κυβερνητικό εκπρόσωπο, διερωτώμενοι γιατί επέλεξε να συνδέσει την υπόθεση με τη συμμετοχή του κ. Σαμαρά στα ψηφοδέλτια της Νέας Δημοκρατίας το 2023.
Για τους συνεργάτες του Αντώνη Σαμαρά, η αναφορά του Παύλου Μαρινάκη για την υπόθεση των υποκλοπές και του Predator στις εκλογές του 2023 δεν ήταν τυχαία. «Αν θυμόμαστε καλά, η Νέα Δημοκρατία το 2023 είχε πρόεδρο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Έχει κάποια σχέση η Νέα Δημοκρατία με την υπόθεση; Έχει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μήπως; Γιατί λοιπόν ο κ. Μαρινάκης συσχετίζει την παρακολούθηση του κ. Σαμαρά με τη Νέα Δημοκρατία και τις εκλογές του 2023;», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Με τον τρόπο αυτό επιχειρούν να μετατρέψουν σε πολιτικό ερώτημα τη συγκεκριμένη αναφορά του κυβερνητικού εκπροσώπου, αφήνοντας σαφείς αιχμές για τη σκοπιμότητά της.
Θα το πάει μέχρι τέλους ο Σαμαράς;
Πάντως επιλογή του Αντώνη Σαμαρά να προσφύγει στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δεν αποτελεί μια ακόμη πολιτική παρέμβαση στο ήδη τεταμένο κλίμα των σχέσεών του με το Μέγαρο Μαξίμου. Αντιθέτως, δείχνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός είναι αποφασισμένος να μεταφέρει τη σύγκρουση σε ένα νέο επίπεδο, επιδιώκοντας πλέον τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών και της φερόμενης παγίδευσής του με το λογισμικό Predator. Με άλλα λόγια, δεν αρκείται στο να υπενθυμίζει πολιτικά την υπόθεση, αλλά εμφανίζεται διατεθειμένος να εξαντλήσει κάθε θεσμικό μέσο προκειμένου να αναζητηθούν απαντήσεις.
Το στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία είναι ότι, από τα πρόσωπα που έχουν κατά καιρούς συνδεθεί με την υπόθεση του Predator, ο Αντώνης Σαμαράς δείχνει να είναι εκείνος που επιλέγει να προχωρήσει με τον πιο αποφασιστικό τρόπο. Η δικαστική του πρωτοβουλία μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια να φωτιστούν όλες οι πτυχές της υπόθεσης και να διαπιστωθεί αν υπάρχουν ευθύνες ή εμπλοκές που μέχρι σήμερα δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς. Το αν αυτή η διαδικασία θα οδηγήσει σε νέα στοιχεία είναι προφανώς ζήτημα που ανήκει αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη. Ωστόσο, πολιτικά, η πρωτοβουλία του πρώην πρωθυπουργού επαναφέρει στο επίκεντρο ένα θέμα που η κυβέρνηση θεωρούσε ότι είχε κλείσει.
Δεν είναι τυχαίο ότι η αντίδραση του Μεγάρου Μαξίμου υπήρξε άμεση. Οι δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου, αλλά και οι παρεμβάσεις κορυφαίων στελεχών δείχνουν ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει πλέον τον Αντώνη Σαμαρά όχι απλώς ως έναν πρώην πρωθυπουργό που ασκεί εσωκομματική κριτική, αλλά ως έναν πολιτικό παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις και να διαμορφώσει την πολιτική ατζέντα.
Υπό αυτό το πρίσμα, η κινητικότητα που παρατηρείται στο κυβερνητικό στρατόπεδο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αν η υπόθεση των υποκλοπών επανέλθει δυναμικά στη δημόσια συζήτηση, ενδεχομένως να δημιουργήσει νέες πολιτικές πιέσεις σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιδιώκει να επικεντρωθεί σε άλλα ζητήματα. Η προοπτική μιας νέας δικαστικής διερεύνησης, ανεξάρτητα από την έκβασή της, είναι αρκετή για να κρατήσει το θέμα στην επικαιρότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ίσως γι’ αυτό εξακολουθούν να διατυπώνονται δημόσια απόψεις ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα έπρεπε να επιχειρήσει την αποκατάσταση των σχέσεών του με τον Αντώνη Σαμαρά. Χαρακτηριστική ήταν η πρόσφατη παρέμβαση του Βασίλη Φεύγα, ο οποίος υποστήριξε ότι η παράταξη θα είχε περισσότερα να κερδίσει από μια πολιτική συνεννόησης παρά από μια διαρκή σύγκρουση με έναν πρώην πρωθυπουργό που εξακολουθεί να διαθέτει πολιτικό εκτόπισμα και επιρροή σε ένα τμήμα της εκλογικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας.
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν πλέον υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια τέτοια προσέγγιση. Η πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά δείχνει ότι ο ίδιος δεν προτίθεται να αφήσει την υπόθεση να ξεχαστεί. Αντίθετα, εμφανίζεται αποφασισμένος να επιμείνει μέχρι να υπάρξουν, κατά την άποψή του, πλήρεις απαντήσεις. Εάν αυτή η στρατηγική οδηγήσει σε περαιτέρω πολιτική κλιμάκωση ή, αντίθετα, δημιουργήσει συνθήκες επαναπροσέγγισης, θα φανεί το επόμενο διάστημα. Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση των υποκλοπών δείχνει ότι δύσκολα μπορεί πλέον να θεωρείται οριστικά κλειστή στο πολιτικό επίπεδο.





