H Eλλάδα λάμπει δια της απουσίας της στα Βαλκάνια!
29/07/2026
Τα Δυτικά Βαλκάνια εξελίσσονται σε τελευταία ή και ξεχασμένη προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς συγκαλούνται μεν (τον περασμένο Ιούνιο) ή προγραμματίζονται (τον προσεχή Δεκέμβριο) Σύνοδοι Κορυφής, αλλά δεν καταγράφεται κανένα σημαντικό βήμα προόδου.
Η δε ελληνική κυβέρνηση – με εξαίρεση τις συχνές επαφές του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, με το Βελιγράδι – δεν διαθέτει παρεμβατική δύναμη στα Βαλκάνια και, ειδικά, στα Τίρανα και τα Σκόπια. Το βαλκανικό κενό της κυβέρνησης γίνεται εμφανές με τη σταδιακή απώλεια της Χειμάρρας για την ελληνική εθνική μειονότητα και την αδυναμία αντίδρασης στη διαρκή καταπάτηση ακόμα και της κακής Συμφωνίας των Πρεσπών.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, δεν έχουν κάνει το παραμικρό βήμα. Ουδεμία πρωτοβουλία ή έστω μικρή προσπάθεια, ώστε η Ελλάδα να ανακτήσει τον πρωταγωνιστικό – πολιτικό και οικονομικό – ρόλο που είχε στα Βαλκάνια από τα τέλη της δεκαετίας του ΄90 ως και το 2010, όταν οι ελληνικές τράπεζες αποχώρησαν, υποχρεωτικά, από τις γειτονικές χώρες, λόγω των διατάξεων του πρώτου Μνημονίου.
Η επιρροή της Αθήνας αποδεικνύεται μικρότερη ακόμα και συγκριτικά με τις αρχές και τα μέσα της ταραγμένης δεκαετίας του ’90. Τότε, τα βαλκανικά προβλήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ήταν, ασφαλώς, μεγάλα, αλλά οι Πρεσβείες μας επηρέαζαν πολλές εξελίξεις και, κυρίως, δεκάδες προσωπικότητες στις χώρες άμεσου ενδιαφέροντος.
Χάρη σε αυτή τη δουλειά υποδομής, η κατάσταση άλλαξε – πολύ γρήγορα – υπέρ της Ελλάδας. Αντίστοιχα, οι Έλληνες πρωθυπουργοί και υπουργοί Εξωτερικών είχαν καταφέρει να καταστούν προνομιακοί – ή και αναπόφευκτοι! – συνομιλητές των ηγεσιών των ΗΠΑ, των ισχυρών μελών της ΕΕ και της Ρωσίας.
Απούσα η Ελλάδα από τα Βαλκάνια
Κατά την πρόσφατη (5 Ιουνίου, στο Μαυροβούνιο) σύνοδο κορυφής ΕΕ-Δυτικών Βαλκανίων, κανένας Ευρωπαίος αξιωματούχος δεν είχε να παρουσιάσει κάτι περισσότερο από την επαναλαμβανόμενη (στις ίδιες συναντήσεις των προηγούμενων ετών) γενικόλογη διατύπωση ότι «επιβεβαιώθηκε η δυναμική της διαδικασίας της διεύρυνσης» με τις έξι υποψήφιες χώρες της περιοχής. Στην ίδια γραμμή αοριστίας, η ελληνική πλευρά δεν έλαβε σαφή θέση ως προς τη Σερβία και το βαθμό προσαρμογής της στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας.
Θέση δεν έλαβε ούτε ως προς την Αλβανία και την…εκπληκτική πρόταση του πρωθυπουργού, Έντι Ράμα, για συμμετοχή των υποψηφίων χωρών, με περιορισμένα δικαιώματα, σε όργανα της ΕΕ, ως μέσο επιτάχυνσης των εσωτερικών μεταρρυθμίσεών τους. Μεγάλη φαντασία και απύθμενο θράσος προς κάλυψη της εσωτερικής διαφθοράς!
Παράλληλα, το Μέγαρο Μαξίμου και το υπουργείο Εξωτερικών δεν ασχολούνται, ούτε παρεμπιπτόντως, με όσα εξελίσσονται στην Πρίστινα, τον προβληματικό διάλογό της με το Βελιγράδι και τις ιδέες μετατροπής των – υφιστάμενων από το 2009 – δυνάμεων εσωτερικής ασφάλειας (της Kosovo Security Force-KSF), σε “κανονικές” ένοπλες δυνάμεις.
To αμφιλεγόμενο σχέδιο, καταρχήν αμερικανικής έμπνευσης, άλλοτε επικρίνεται και άλλοτε συμπληρώνεται από τις αναποφάσιστες χώρες, με ισχυρή παρουσία στο Κόσοβο (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Τουρκία). Το μοναδικό σημείο συναίνεσής τους, προς το παρόν, είναι η βούληση δραστικής μείωσης των εθνικών τους δυνάμεων στην – από το 1999 – διεθνή KFOR μέχρι το Δεκέμβριο του 2028.
Η ίδρυση του “κανονικού” στρατού (με παράλληλη υποβάθμιση ή και αποχώρηση της KFOR) και η ενδεχόμενη εκμετάλλευσή του από ακραία στοιχεία θα επιδεινώσουν όχι μόνο την προβληματική σχέση Κοσόβου-Σερβίας, αλλά και τους γενικότερους συσχετισμούς στα Βαλκάνια. Η αναβάθμιση των KSF προκαλεί, εξάλλου, εσωτερικές συζητήσεις στο ΝΑΤΟ για το επίπεδο των μελλοντικών σχέσεών του με τις ένοπλες δυνάμεις μιας χώρας, που δεν έχει αναγνωριστεί από όλα τα μέλη της Συμμαχίας, όπως η Ελλάδα (και οι Ισπανία, Ρουμανία και Σλοβακία).
Η Σερβία στην βαλκανική σκακιέρα
Σε αυτό το πλαίσιο, φαίνεται αναγκαία για τα ελληνικά συμφέροντα η αναζωογόνηση των σχέσεων με τη Σερβία. Όχι με τη συνήθη επίκληση (που άλλοτε επιβεβαιώνεται και άλλοτε διαψεύδεται) των παλαιών ιστορικών δεσμών, αλλά στη βάση των πραγματικών γεγονότων και αμοιβαίων συμφερόντων. Γιατί, όσο και αν ο πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς αντιμετωπίζει πλήθος εσωτερικών προβλημάτων και διαμαρτυριών, έχει καταφέρει να ισορροπεί επιτυχώς στο διεθνές στερέωμα.
Η Σερβία συνομιλεί με όλους και η συνεργασία της διεκδικείται από πολλούς. Ίσως επειδή τηρεί ίσες αποστάσεις, ίσως επειδή ικανοποιεί με το σταγονόμετρο όλους, ίσως επειδή δεν δυσαρεστεί, σε μεγάλο βαθμό, κανέναν. Μεταξύ άλλων, συνεχίζει να αγοράζει οπλικά συστήματα από την Κίνα, αλλά και να πραγματοποιεί διάλογο και – μικρής κλίμακας – γυμνάσια με το ΝΑΤΟ. Αρνείται να υπογράψει διακηρύξεις κατά της επιθετικότητας της Ρωσίας, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει – μόνη της – σχεδόν το 40% της συνολικής ανθρωπιστικής βοήθειας των Δυτικών Βαλκανίων προς την Ουκρανία.
Η προσεκτική στροφή του Βούτσιτς από τη Μόσχα προς τη Δύση συμβολίστηκε και με την παραγγελία 12 γαλλικών Rafale τον Αύγουστο του 2024. Βέβαια, από την εξίσωση δεν απουσιάζει η Τουρκία. Τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Βούτσιτς επισκέφθηκε την Άγκυρα και, παρά την πίεση του προέδρου Ερντογάν, αρνήθηκε την αναβάθμιση των συζητήσεων σε επίπεδο Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας των δύο χωρών.
Επίσης, δεν ενέδωσε στις πιέσεις για σύγκληση του Συμβουλίου το Μάιο ή τον Ιούνιο του 2026, ενώ αποδέχθηκε (για εμπορικούς και τουριστικούς λόγους) την παράταση του καθεστώτος αμοιβαίας κατάργησης της βίζας, αν και η ΕΕ “συμβουλεύει” την επαναφορά του. Οι πιο πρόσφατες πληροφορίες αναφέρουν ότι το Ανώτατο Συμβούλιο Σερβίας-Τουρκίας πιθανώς θα συγκληθεί, πριν από τα τέλη του τρέχοντος έτους.
Αντίθετα, κατά τη σύντομη συνάντηση Μητσοτάκη-Βούτσιτς, στο περιθώριο της Συνόδου ΕΕ-Δυτικών Βαλκανίων, δεν προγραμματίστηκε συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Ελλάδας-Σερβίας. Η τρίτη (και τελευταία, ως τώρα) συνεδρίασή του πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο του 2019, χωρίς ο πρωθυπουργός να έχει ενδιαφερθεί, επί εξήμισι χρόνια, για την εκ νέου δρομολόγηση των διαδικασιών.





