Πόσο ο Ελληνικός Στρατός προσαρμόζεται στο νέο είδος πολέμου
05/08/2026
Οι στρατοί καλούνται να επαναπροσδιορίσουν, όχι μόνο τα μέσα που διαθέτουν, αλλά και την αποστολή κάθε σχηματισμού, από την Ταξιαρχία, μέχρι το Σώμα Στρατού. Η συζήτηση που έχει ανοίξει στις ΗΠΑ γύρω από τον επιχειρησιακό ρόλο των Ταξιαρχιών Μάχης (Brigade Combat Teams) αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα.
Πρόσφατη μελέτη του Modern War Institute στο West Point δεν εστιάζει τόσο στο πόσες ταξιαρχίες χρειάζεται ένας στρατός, ή ποιος είναι ο ιδανικός αριθμός αρμάτων και τεθωρακισμένων που πρέπει να διαθέτουν. Αντίθετα, θέτει ένα πολύ πιο θεμελιώδες ερώτημα: Ποιο ακριβώς επιχειρησιακό πρόβλημα καλείται να λύσει κάθε τύπος ταξιαρχίας; Με άλλα λόγια, γιατί υπάρχει μια τεθωρακισμένη ταξιαρχία, γιατί μια μηχανοκίνητη ή αεροκίνητη και υπό ποιες συνθήκες ο διοικητής ενός Σώματος Στρατού, ή μιας Μεραρχίας, θα επιλέξει να χρησιμοποιήσει τη μία αντί της άλλης.
Το ερώτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή όπου η τεχνολογία μεταβάλλει ριζικά τον χαρακτήρα των επιχειρήσεων. Η διαρκής επιτήρηση του πεδίου μάχης από μη επανδρωμένα αεροσκάφη, η ευρεία χρήση πυρομαχικών περιπλάνησης, η ηλεκτρονική μάχη και τα πλήγματα μεγάλης ακρίβειας, καθιστούν ολοένα δυσκολότερη την επιβίωση μεγάλων, συγκεντρωμένων σχηματισμών.
Ο Ελληνικός Στρατός και η Ατζέντα 2030
Για τον Ελληνικό Στρατό, η συζήτηση αυτή είναι ιδιαίτερα επίκαιρη, καθώς το πρόγραμμα “Ατζέντα 2030” φιλοδοξεί να οδηγήσει σε μια συνολική αναδιοργάνωση των χερσαίων δυνάμεων. Μέχρι σήμερα, οι ελληνικές ταξιαρχίες περιγράφονται κυρίως με βάση τον εξοπλισμό, ή τη γεωγραφική περιοχή στην οποία επιχειρούν. Γίνεται λόγος για τεθωρακισμένες, μηχανοκίνητες, αεροκίνητες ή ταξιαρχίες πεζοναυτών, χωρίς όμως να έχει αποτυπωθεί με σαφήνεια ποιος είναι ο διακριτός επιχειρησιακός τους ρόλος σε έναν σύγχρονο πόλεμο υψηλής έντασης.
Οι τεθωρακισμένες ταξιαρχίες, για παράδειγμα, δεν υπάρχουν απλώς για να διαθέτουν άρματα μάχης Leopard 2A6HEL ή Leopard 2A4. Ο πραγματικός τους ρόλος είναι να αποτελούν τη δύναμη διάρρηξης της εχθρικής άμυνας. Σε ένα ενδεχόμενο μέτωπο στον Έβρο, θα είναι οι σχηματισμοί που θα αναλάβουν να διασπάσουν οργανωμένες αμυντικές τοποθεσίες, να υπερνικήσουν ισχυρές τεθωρακισμένες δυνάμεις και να δημιουργήσουν το επιχειρησιακό ρήγμα από το οποίο θα περάσουν οι υπόλοιπες δυνάμεις. Στο μέλλον, ο ρόλος αυτός θα εξαρτάται όχι μόνο από τα άρματα μάχης, αλλά και από τη στενή συνεργασία με UAV αναγνώρισης, περιφερόμενα πυρομαχικά, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, ενεργητικά συστήματα αυτοπροστασίας και μη επανδρωμένα οχήματα μηχανικού.
Οι μηχανοκίνητες ταξιαρχίες, από την άλλη πλευρά, δεν θα πρέπει να θεωρούνται απλώς ελαφρύτερες εκδόσεις των τεθωρακισμένων. Η αποστολή τους είναι διαφορετική. Αποτελούν τη δύναμη εκμετάλλευσης της επιτυχίας. Αφού δημιουργηθεί το ρήγμα στην εχθρική διάταξη, οι μηχανοκίνητες δυνάμεις καλούνται να διευρύνουν τη διείσδυση, να καταλάβουν κρίσιμα εδάφη, να ασφαλίσουν τα πλευρά των προελαυνόντων σχηματισμών και να καταστρέψουν εχθρικές δυνάμεις που έχουν αποκοπεί. Η μελλοντική τους ισχύς δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από νέα τεθωρακισμένα οχήματα μάχης, αλλά και από οργανικά FPV drones, UAV επιτήρησης, συστήματα anti-drone, κινητές ομάδες ηλεκτρονικού πολέμου και δικτυοκεντρικά συστήματα διοίκησης.
Αεροκίνητες και αποβατικές ταξιαρχίες
Οι αεροκίνητες ταξιαρχίες, όπως η 71η Αερομεταφερόμενη, διαθέτουν ήδη έναν σαφώς διαφοροποιημένο ρόλο. Η αξία τους δεν περιορίζεται στην αεροκίνηση με ελικόπτερα. Αποτελούν τη δύναμη άμεσης αντίδρασης του Στρατού, ικανή να μεταφερθεί γρήγορα σε κρίσιμους τομείς, να ενισχύσει απειλούμενες περιοχές, ή να εκμεταλλευθεί μια αιφνίδια επιχειρησιακή ευκαιρία. Στο μέλλον, οι επιχειρήσεις τους θα βασίζονται ολοένα περισσότερο στη συνεργασία με UAV, αυτόνομα συστήματα ανεφοδιασμού και δίκτυα πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο.
Αντίστοιχα, η 32η Ταξιαρχία Πεζοναυτών αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο περιβάλλον του Αιγαίου. Οι σύγχρονες αμφίβιες επιχειρήσεις δεν θυμίζουν πλέον τις μαζικές αποβάσεις του παρελθόντος. Αντίθετα, δίνεται έμφαση σε ταχείες μετακινήσεις μεταξύ νησιών, στην κατάληψη κρίσιμων σημείων, στη συνεργασία με το Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία, καθώς και στην αξιοποίηση drones και πυραυλικών συστημάτων για τη δημιουργία ζωνών άρνησης πρόσβασης.
Η 1η Ταξιαρχία Καταδρομών-Αλεξιπτωτιστών αποτελεί μια διαφορετική κατηγορία. Ο ρόλος της δεν είναι η συμβατική μάχη πρώτης γραμμής, αλλά οι επιχειρήσεις σε μεγάλο βάθος, η αναγνώριση ειδικού σκοπού, η στοχοποίηση κρίσιμων εγκαταστάσεων και η υποστήριξη επιχειρήσεων ακριβείας. Οι νέες τεχνολογίες επιτρέπουν στις ειδικές δυνάμεις να λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος, συνδέοντας αισθητήρες, UAV και πυρά μεγάλης ακρίβειας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο ρόλος των Ανώτερων Διοικήσεων Ταγμάτων Εθνοφυλακής στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Μέχρι σήμερα αντιμετωπίζονται κυρίως ως σχηματισμοί εδαφικής άμυνας. Ωστόσο, οι εμπειρίες από τον πόλεμο στην Ουκρανία δείχνουν ότι μπορούν να εξελιχθούν σε δυνάμεις άρνησης περιοχής, εξοπλισμένες με περιφερόμενα πυρομαχικά, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, αντιπλοϊκούς πυραύλους και ισχυρές δυνατότητες αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Ο ρόλος κάθε είδους ταξιαρχίας
Η σημαντικότερη ίσως διαπίστωση είναι ότι οι ελληνικές ταξιαρχίες δεν θα πρέπει πλέον να ορίζονται από τα μέσα που διαθέτουν, αλλά από το επιχειρησιακό αποτέλεσμα που καλούνται να επιτύχουν. Η σαφής αποστολή κάθε σχηματισμού μπορεί να αποτελέσει τον οδηγό, όχι μόνο για τη δομή δυνάμεων, αλλά και για την εκπαίδευση, την οργάνωση και τις προμήθειες.
Παράλληλα, δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, η οποία θα μπορεί να αναπτύσσει εξειδικευμένες λύσεις – από UAV και συστήματα anti-drone μέχρι αισθητήρες, ηλεκτρονικό πόλεμο και αυτόνομα οχήματα – προσαρμοσμένες στις ανάγκες κάθε τύπου ταξιαρχίας.
Σε τελική ανάλυση, η εμπειρία της Ουκρανίας και η αμερικανική συζήτηση συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: Στο σύγχρονο πεδίο μάχης δεν αρκεί να υπάρχουν διαφορετικοί τύποι ταξιαρχιών. Πρέπει να είναι απολύτως σαφές γιατί υπάρχει ο καθένας από αυτούς και ποιο μοναδικό επιχειρησιακό πρόβλημα είναι σχεδιασμένος να επιλύει. Αυτό ίσως αποτελεί και το σημαντικότερο δίδαγμα για τη μελλοντική εξέλιξη του Ελληνικού Στρατού.
Ανώτερα κλιμάκια
Η συζήτηση για τον ρόλο των ταξιαρχιών οδηγεί αναπόφευκτα στο ερώτημα αν εξακολουθούν να χρειάζονται οι Μεραρχίες και τα Σώματα Στρατού. Η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και οι πρόσφατες αλλαγές που πραγματοποιούν στρατοί, όπως ο αμερικανικός, ο βρετανικός και ο γαλλικός, δείχνουν ότι όχι μόνο εξακολουθούν να είναι απαραίτητα, αλλά ο ρόλος τους γίνεται ακόμη σημαντικότερος. Ωστόσο, δεν είναι πλέον αυτός που είχαν στον Ψυχρό Πόλεμο.
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Μεραρχίες και τα Σώματα Στρατού ήταν κυρίως σχηματισμοί διοίκησης μεγάλων μαζών στρατευμάτων. Η αποστολή τους ήταν να συντονίζουν πολλές ταξιαρχίες ή συντάγματα που επιχειρούσαν σε σχετικά περιορισμένο χώρο και να διαχειρίζονται τα πυρά πυροβολικού, τη μηχανική υποστήριξη και την επιμελητεία. Σήμερα, όμως, το πεδίο μάχης εκτείνεται σε βάθος εκατοντάδων χιλιομέτρων και βρίσκεται υπό συνεχή επιτήρηση από δορυφόρους, UAV, αισθητήρες και συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου. Η διοίκηση δεν αφορά πλέον απλώς τη μετακίνηση μονάδων, αλλά τη διαχείριση ενός τεράστιου δικτύου αισθητήρων, πληροφοριών και μέσων προσβολής.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ταξιαρχία παραμένει ο βασικός τακτικός σχηματισμός που δίνει τη μάχη. Είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μπορεί να διεξάγει συνδυασμένες επιχειρήσεις, αλλά αρκετά μικρή ώστε να κινείται γρήγορα και να προσαρμόζεται στις συνθήκες. Από μόνη της όμως δεν μπορεί να διεξαγάγει εκστρατεία. Δεν διαθέτει επαρκή μέσα πληροφοριών, αεράμυνας, πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, ηλεκτρονικού πολέμου, ή διοικητικής μέριμνας για να επιχειρεί επί εβδομάδες σε ένα μέτωπο δεκάδων χιλιομέτρων. Αυτά είναι μέσα που συγκεντρώνονται σε ανώτερα επίπεδα διοίκησης.
Ο ρόλος Μεραρχίας και Σώματος Στρατού
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο σύγχρονος ρόλος της Μεραρχίας. Η Μεραρχία δεν είναι απλώς ένα ενδιάμεσο διοικητικό επίπεδο ανάμεσα στην Ταξιαρχία και το Σώμα Στρατού. Είναι ο σχηματισμός που ενοποιεί τις επιχειρήσεις πολλών ταξιαρχιών και τις μετατρέπει σε μία ενιαία επιχείρηση. Συντονίζει τη χρήση του πυροβολικού μεγάλου βεληνεκούς, των UAV αναγνώρισης, των περιφερόμενων πυρομαχικών, των επιθετικών ελικοπτέρων, της αντιαεροπορικής άμυνας, των μηχανικών και των μέσων ηλεκτρονικού πολέμου. Παράλληλα, κατανέμει τα αποθέματα, οργανώνει τις εφεδρείες και αποφασίζει ποια ταξιαρχία θα αναλάβει τη διάρρηξη της εχθρικής άμυνας, ποια θα εκμεταλλευθεί το ρήγμα και ποια θα ασφαλίσει τα πλευρά.
Το Σώμα Στρατού λειτουργεί σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο. Ο ρόλος του δεν είναι να διοικεί απλώς περισσότερες Μεραρχίες, αλλά να συντονίζει μια ολόκληρη εκστρατεία. Διαχειρίζεται τον επιχειρησιακό χώρο σε βάθος εκατοντάδων χιλιομέτρων, συντονίζει τις επιχειρήσεις με την Πολεμική Αεροπορία και το Πολεμικό Ναυτικό, κατανέμει στρατηγικά αποθέματα και αποφασίζει πού θα συγκεντρωθεί η κύρια προσπάθεια. Διαθέτει επίσης μέσα που καμία Μεραρχία δεν μπορεί να διατηρεί οργανικά, όπως πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, συστήματα πληροφοριών και επιτήρησης, στρατηγικό ηλεκτρονικό πόλεμο, αντιαεροπορική άμυνα περιοχής και μεγάλες δυνάμεις μηχανικού και επιμελητείας.
Η ουκρανική εμπειρία δείχνει ότι οι στρατοί που δεν διαθέτουν ισχυρά επίπεδα επιχειρησιακής διοίκησης δυσκολεύονται να συντονίσουν μεγάλες επιθετικές ή αμυντικές επιχειρήσεις. Τα πρώτα χρόνια του πολέμου, τόσο η Ρωσία όσο και η Ουκρανία βασίστηκαν σε σχετικά αυτόνομες ταξιαρχίες, γεγονός που δημιούργησε προβλήματα στον συντονισμό των επιχειρήσεων, στη διαχείριση των εφεδρειών και στη συγκέντρωση πυρών. Δεν είναι τυχαίο ότι αμφότερες προχώρησαν στη συνέχεια στην επαναφορά ή ενίσχυση των επιπέδων Μεραρχίας και Σώματος Στρατού, ενώ η Ρωσία ανασυγκροτεί πλέον δεκάδες νέες μεραρχίες και σώματα.
Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδος
Για την Ελλάδα, η ανάγκη αυτή είναι ακόμη πιο έντονη λόγω της ιδιαιτερότητας του θεάτρου επιχειρήσεων. Ο Ελληνικός Στρατός καλείται να επιχειρεί ταυτόχρονα σε δύο εντελώς διαφορετικά περιβάλλοντα: Στον χερσαίο χώρο του Έβρου και στον νησιωτικό χώρο του Αιγαίου. Η διαχείριση αυτών των δύο θεάτρων απαιτεί διοίκηση σε επιχειρησιακό επίπεδο, ικανή να συντονίζει όχι μόνο ταξιαρχίες, αλλά και δυνάμεις της Πολεμικής Αεροπορίας, του Πολεμικού Ναυτικού, της Διοίκησης Ειδικού Πολέμου, της αντιαεροπορικής άμυνας και των στρατηγικών πυραυλικών μέσων.
Στο μέλλον, μάλιστα, ο ρόλος των Μεραρχιών και των Σωμάτων Στρατού ενδέχεται να μεταβληθεί ακόμη περισσότερο. Αντί να αποτελούν απλώς μεγάλα επιτελεία διοίκησης, θα εξελιχθούν σε κόμβους ολοκλήρωσης του πολέμου πολλαπλών πεδίων (multi-domain operations). Θα συγκεντρώνουν δεδομένα από δορυφόρους, UAV, αισθητήρες και μονάδες ηλεκτρονικού πολέμου, θα τα επεξεργάζονται μέσω συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και θα κατευθύνουν σε πραγματικό χρόνο πυρά πυροβολικού, πυραύλους, drones και επανδρωμένα μέσα, εκεί όπου απαιτείται. Με άλλα λόγια, η ταξιαρχία θα παραμένει η δύναμη που μάχεται, αλλά η Μεραρχία και το Σώμα Στρατού θα είναι οι σχηματισμοί που θα ενοποιούν όλες τις διαθέσιμες δυνατότητες σε μια ενιαία επιχειρησιακή προσπάθεια.
Έτσι, η συζήτηση δεν αφορά το αν χρειάζονται Μεραρχίες και Σώματα Στρατού, αλλά ποιος πρέπει να είναι ο νέος τους ρόλος. Στον πόλεμο του 21ου αιώνα, η αξία τους δεν θα μετριέται από τον αριθμό των μονάδων που διοικούν, αλλά από την ικανότητά τους να συγχρονίζουν ταξιαρχίες, πυρά, πληροφορίες, drones, ηλεκτρονικό πόλεμο και επιμελητεία, σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο και εξαιρετικά διαφανές πεδίο μάχης. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα τόσο από την Ουκρανία, όσο και από τις σύγχρονες δυτικές αντιλήψεις περί πολέμου μεγάλης κλίμακας.





