Γιατί χρειάζεται ξεχωριστή ποινική πρόβλεψη για τις γυναικοκτονίες
05/08/2026
Η συζήτηση για την καθιέρωση της γυναικοκτονίας ως ιδιαίτερης μορφής ανθρωποκτονίας στον Ελληνικό ποινικό κώδικα έχει προκαλέσει έντονες επιστημονικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Οι πολέμιοι της πρότασης υποστηρίζουν ότι η αφαίρεση ζωής τιμωρείται ήδη με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας (άρθρο 299 ΠΚ), το οποίο προβλέπει την αυστηρότερη δυνατή ποινή.
Επομένως, δεν ωφελεί μια νέα νομοθετική πρόβλεψη για τις γυναικοκτονίες που επιπλέον θα παραβίαζε την κατοχυρωμένη συνταγματικά αρχή της ισότητας (άρθρο 4 Σ). Ωστόσο, οι ειδικές ποινικές διατάξεις για συγκεκριμένες μορφές εγκληματικότητας δεν είναι κάτι ξένο στην ελληνική ποινική πραγματικότητα, όταν υπάρχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δικαιολογούν αυτοτελή τυποποίηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μια ειδική ρύθμιση αποβλέπει στην πλήρη εγκληματολογική ορατότητα ενός δομικού φαινομένου και στην ενδυνάμωση της αναγκαίας θεσμικής υποδομής για την αντιμετώπισή του.
Χωρίς αμφιβολία, όλα τα θύματα, όλες οι ανθρώπινες ζωές έχουν την ίδια αξία, και η αρχή αυτή διέπει το ποινικό δίκαιο. Επίσης, όλοι χωρίς διακρίσεις καλούνται να είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Τα παραπάνω ουδόλως εμπόδισαν τον Έλληνα νομοθέτη να εισάγει στον ποινικό κώδικα το έγκλημα της παιδοκτονίας (άρθρο 303 ΠΚ). Δεν έχει φυσικά η ζωή του νεογνού διαφορετική αξία από κάθε άλλη ανθρώπινη ζωή, αλλά η ποινική νομοθεσία ακολούθησε την εγκληματολογική προσέγγιση σχετικά με το ειδικό ψυχολογικό και διανοητικό πλαίσιο μετά τον τοκετό, με σοβαρές βιολογικές και ορμονικές μεταβολές για τη μητέρα, που δικαιολογούν ξεχωριστή ποινική αντιμετώπιση, πιο επιεική.
Ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί σοβαρά ότι η ειδική μορφή αυτή ανθρωποκτονίας υποβιβάζει τη ζωή του μωρού, αφού η ποινή για τη θανάτωσή του είναι πιο επιεικής από αυτή του 299 ΠΚ, ή ότι υπάρχει άνιση μεταχείριση, επειδή η προνομιακή μεταχείριση του άρθρου 303 ΠΚ αφορά μόνο τη μητέρα και όχι τον πατέρα ή οποιονδήποτε τρίτο; Αν ο νομοθέτης μπορεί να διαφοροποιήσει ασύμμετρα την ποινική μεταχείριση λόγω ενός βιολογικά/ψυχολογικά ειδικού πλαισίου χωρίς να παραβιάζει το άρθρο 4 Σ, τότε κατά μείζονα λόγο μπορεί να δημιουργήσει μια ταξινομική κατηγορία που δεν θίγει καν την ποινή. Η αρχή της ισότητας δεν επιβάλλει όμοια μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων, και η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών εννόμων τάξεων, με αντίστοιχες συνταγματικές διατάξεις περί ισότητας που καθιέρωσαν ήδη νομοθετικά τη γυναικοκτονία αποτελεί παράδειγμα.
Γυναικοκτονίες: Η εκφραστική λειτουργία στο Ποινικό Δίκαιο
Στην περίπτωση της γυναικοκτονίας, εγκληματολογικά γίνεται αποδεκτό ότι πρόκειται για ιδιαίτερη κατηγορία, λόγω του έμφυλου πλαισίου βίας, που χαρακτηρίζεται από πατριαρχική εξουσιαστική λογική. Πρόκειται για ένα εγκληματικό φαινόμενο, ένα συνεχές μοτίβο έμφυλης βίας, που φανερώνει κοινωνική παθογένεια και όχι για μια μεμονωμένη εγκληματική πράξη. Οι πατριαρχικές αντιλήψεις περί της θέσης της γυναίκας στην οικογένεια και στην κοινωνία, περί της εξουσίας του άνδρα πάνω στη γυναίκα, παίζουν κομβικό ρόλο.
Επηρεάζουν ακόμη και τις ίδιες τις γυναίκες ως αυτουργούς, διότι γυναικοκτονίες τελούνται και από γυναίκες, εναντίον π.χ. άλλων γυναικών συγγενών για “ανήθικη” συμπεριφορά που λερώνει την τιμή της οικογένειας. Η εγκληματολογική αυτή προσέγγιση αντανακλάται και στο Στατιστικό Πλαίσιο Μέτρησης του UNODC/UN Women, το οποίο προβλέπει ειδική κατηγοριοποίηση των γυναικοκτονιών με βάση- μεταξύ άλλων- τη σχέση δράστη και θύματος, διακρίνοντας περιπτώσεις τέλεσης από οικείο σύντροφο, από άλλα μέλη της οικογένειας, και από τρίτους.
Το ζήτημα του ποινικού οφέλους από μια ιδιαίτερη μορφή αδικήματος, όταν προβλέπεται ήδη η ανώτατη δυνατή ποινική τιμωρία από έτερο ποινικό άρθρο, αφορά στην πραγματικότητα ένα μόνο από τα επίπεδα λειτουργίας του ποινικού δικαίου. Ποινική τυποποίηση δεν σημαίνει μόνο επιβολή ποινής. Το ποινικό δίκαιο έχει και την αποκαλούμενη εκφραστική λειτουργία, κατά την οποία εκπέμπει μηνύματα προς την κοινωνία σχετικά με τις θεμελιώδεις αξίες που προστατεύει και τις μορφές βίας που ρητά καταδικάζει. H εκφραστική λειτουργία αυτή είναι επίσης δομικά παραγωγική.
Η τωρινή έλλειψη σταθερής νομικής κατηγορίας συντελεί σε μή ενιαία και συστηματική καταγραφή των γυναικοκτονιών. Η υιοθέτηση ενός ειδικού αδικήματος, θα διευκόλυνε την Ελλάδα να τηρήσει διεθνείς δεσμεύσεις της, όπως την υποχρέωση συλλογής αναλυτικών στατιστικών στοιχείων για τις σχετικές μορφές βίας, απορρέουσα από τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (άρθρο 11). Επίσης θα βοηθούσε την πολιτεία στην πιο ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, που μπορεί να συνιστά μορφή διάκρισης βάσει του άρθρου 14 ΕΣΔΑ κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ.
Στην ιστορία του ποινικού δικαίου, η λογική των νομικών προβλέψεων δεν υπαγορεύτηκε αποκλειστικά από τον σκοπό επιβολής αυστηρότερης ποινής, αλλά συχνά έπαιξε ρόλο η ανάγκη να αναγνωριστεί η ιδιαιτερότητα ορισμένων εγκληματικών συμπεριφορών, να διευκολυνθεί η καταγραφή και μελέτη τους, να ενισχυθεί η πρόληψη και κυρίως να εκφραστεί η κοινωνική απαξία τους. Εφόσον το θέμα αφορά την ανθρωποκτονία, το παράδειγμα της τιμωρίας της στα πλαίσια της τρομοκρατίας, όπως τυποποιήθηκε λόγω ευρωπαϊκής δέσμευσης στο άρθρο 187Α ΠΚ παρ. 1α αρχικά με τον ν. 3251/2004 (άρθρο 40), είναι ενδεικτικό.
Η τυποποίηση δεν προέκυψε διότι δεν υπήρχε τρόπος να τιμωρηθούν ποινικά οι τρομοκράτες για τις δολοφονίες τους, διότι οι ποινές ήταν ανεπαρκείς, ή διότι τα θύματα αξιολογήθηκαν διαφορετικά. Στην Ελλάδα και πριν τη θέσπιση της διάταξης, ίσχυε η ισόβια κάθειρξη του άρθρου 299 ΠΚ. Η ιδιαίτερη ποινική πρόβλεψη αφορά στο ότι η τρομοκρατία συνιστά ένα ιδιαίτερο έγκλημα με ειδικό σκοπό, διαφορετικά χαρακτηριστικά και αυξημένη κοινωνική απαξία, η οποία δεν μπορούσε να αποτυπωθεί επαρκώς μέσω των κοινών εγκλημάτων. Επιπλέον, υπήρχε ανάγκη πιο αυστηρών μέτρων σε άλλα επίπεδα ποινικής μεταχείρισης των τρομοκρατικών δολοφονιών, όπως μεγαλύτερη παραγραφή.
Στην περίπτωση της γυναικοκτονίας επίσης δεν υπάρχει ανάγκη για αυστηροποίηση της επαπειλούμενης ποινής, αλλά για έκφραση αυξημένης κοινωνικής απαξίας και ενίσχυση της κοινωνικής ευαισθητοποίησης. Ετι, ένα διακριτό έγκλημα θα δημιουργούσε τη νομική βάση για συμπληρωματικά μέτρα ποινικής πολιτικής, εκπαίδευση των διωκτικών και δικαστικών αρχών και ενα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο αντιμετώπισης του εγκληματικού φαινομένου.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν αφορά τη “νομική συμβατότητα” του όρου, αλλά το θεσμικό έλλειμμα στην κατανόηση- και συχνά στη μέτρηση- της εγκληματολογικής και κοινωνιολογικής διάστασης του φαινομένου. Η ποινική αναγνώριση της γυναικοκτονίας, με υποχρεωτική στατιστική καταγραφή και κωδικοποίηση φύλου θύματος και θύτη, τύπου σχέσης και ιστορικού βίας, δεν θα ήταν ούτε ρητορική, ούτε αντισυνταγματική. Θα ήταν συνεπής με τις ελληνικές ποινικές παραδόσεις και εγκληματολογικά τεκμηριωμένη. Αντίθετα η έλλειψη νομικής και εγκληματολογικής ορατότητας, ειδικά σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης συχνότητας γυναικοκτονιών χωρίς αξιόπιστη καταγραφή τους, συνιστά μορφή θεσμικής αδράνειας.





