Τα γηρατειά σε τροχιά κοινωνικού Καιάδα
25/09/2026
Τα τελευταία στατιστικά στοιχεία που αφορούν τον κίνδυνο φτώχειας ανά ηλικιακή ομάδα είναι αποκαλυπτικά: Σε απόλυτους αριθμούς, τα άτομα 65+ σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού εκτινάχθηκαν από 590.000 το 2024 σε 860.000 το 2025, καταγράφοντας μια σοκαριστική αύξηση 270.000 ανθρώπων μέσα σε έναν χρόνο.
Επειδή οι αριθμοί δεν κατανοούνται εύκολα πλήρως, η αύξηση αυτή ισούται σχεδόν με ολόκληρο τον πληθυσμό των Δωδεκανήσων μαζί με τη Χίο και τη Σάμο, ενώ το σύνολο των 860.000 ανθρώπων αντιστοιχεί πλέον σχεδόν σε ολόκληρο τον πληθυσμό της Κρήτης και των Ιονίων νήσων μαζί! Η Κυβέρνηση αντιτάσσει διαχρονικά τη διαχείριση της “καμένης γης” στο ασφαλιστικό, προτάσσοντας τις οριζόντιες περικοπές και την κατάργηση του ΕΚΑΣ για τους χαμηλοσυνταξιούχους ως επιπτώσεις των Μνημονίων και των πολιτικών λιτότητας που ακολούθησαν, και σε κάθε ευκαιρία τα “φορτώνει” στους προηγούμενους.
Όμως τώρα, μετά από την επταετή διαχείριση του “επιτελικού κράτους” του Κυριάκου Μητσοτάκη, πού βρισκόμαστε; Και το σημαντικότερο, πού οδηγούμαστε; Ας αναλύσουμε το απλό ντόμινο των γεγονότων για να δούμε πού καταλήγει η κατάσταση. Πρώτον, η κυβερνητική πολιτική χαμηλών εισφορών εφαρμόζεται πλέον σε όλο το φάσμα της οικονομίας, από τον τουρισμό, την εστίαση και το λιανεμπόριο μέχρι τη βιομηχανία, τις κατασκευές, τις νέες τεχνολογίες και τις υπηρεσίες.
Παράλληλα, με την εισαγωγή φθηνού αλλοδαπού εργατικού δυναμικού (ιδιαίτερα στην αγροτική παραγωγή, τον τουρισμό και τις κατασκευές), επιβάλλεται ένα καθεστώς χαμηλόμισθης ή αδήλωτης εργασίας, και τούτο είναι γεγονός, όχι αφήγημα. Αυτό μειώνει τεχνητά τις εισφορές, μεταφραζόμενο σε άμεση απώλεια εσόδων για τα ασφαλιστικά ταμεία. Έτσι μένει φθηνός συνολικά ο εργαζόμενος, με το άλλοθι να γίνει ανταγωνιστικός, προφανώς προς όφελος της εργοδοσίας.
Δεύτερον, οι Έλληνες νέοι είτε φεύγουν στο εξωτερικό είτε δεν κάνουν οικογένειες λόγω των καθηλωμένων μισθών. Η Ελλάδα μετατρέπεται με μαθηματική ακρίβεια σε μια χώρα γερόντων. Χωρίς νέους εργαζόμενους να αιμοδοτούν το σύστημα, τα ασφαλιστικά ταμεία στερεύουν από πόρους σήμερα, καθηλώνοντας τις συντάξεις την ίδια ώρα που οι δικαιούχοι αυξάνονται, και καταδικάζουν τους εργαζόμενους σε συντάξεις-ψίχουλα αύριο.
Τρίτον, με τον πρωτογενή τομέα να τελεί υπό διάλυση, η χώρα δεν παράγει, εισάγει δε προϊόντα που θα μπορούσε να παράγει, επιβαρύνοντας το εμπορικό ισοζύγιο και μετακυλίοντας το κόστος στους καταναλωτές, ενώ τα ολιγοπώλια αισχροκερδούν στο απυρόβλητο με αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης. Η αγοραστική δύναμη των ηλικιωμένων εκμηδενίζεται, καθώς με τις σταθερές τους συντάξεις αγοράζουν πλέον τα μισά και ίσως λιγότερα προϊόντα από ό,τι παλαιότερα.
Τα γηρατειά σαν εικόνα του μέλλοντος όλων
Έτσι, το ντόμινο ολοκληρώνεται (χωρίς να συνυπολογίσουμε το κόστος υγείας, ενέργειας, καυσίμων κ.ά.): Η αγοραστική δύναμη εκμηδενίζεται και ο ηλικιωμένος οδηγείται στη φτώχεια. Ουσιαστικά παίρνει μια σύνταξη πείνας από ένα, αν όχι χρεοκοπημένο, τουλάχιστον υπό διαρκή ασφυξία, σύστημα και καλείται να επιβιώσει σε μια πανάκριβη χώρα.
Και εδώ είναι το παράδοξο! Ενώ η στατιστική ΕΛΣΤΑΤ/Eurostat δείχνει ότι σε βάθος δεκαετίας οι δείκτες της ακραίας φτώχειας βελτιώθηκαν συνολικά στη χώρα, η οικονομική πραγματικότητα δείχνει ότι οι συνταξιούχοι έχουν εγκλωβιστεί: οι συντάξεις τους δεν έχουν αντίκρισμα στο ράφι του σούπερ μάρκετ, η φθηνή εργασία στερεί πόρους από το σύστημα και οι κυβερνητικές παροχές (όπως αυτές της ΔΕΘ) λειτουργούν περισσότερο ως ασπιρίνες, παρά ως μόνιμη λύση στο πρόβλημα.
Θα πει κανείς: “Μα λίγο πολύ, όλοι αυτό το “παράδοξο” δεν ζούμε;” που εξηγεί το στατιστικό “γιατί” το 67,2% των Ελλήνων δηλώνει ότι δυσκολεύεται να καλύψει τις βασικές του ανάγκες: Ασφαλώς! Αλλά το θέμα μας εδώ είναι τα “τίμια” γηρατειά… που στην εσχατιά της ζωής τους αξίζουν, αν μη τι άλλο, μια αξιοπρεπή διαβίωση. Γιατί μια χώρα που αφήνει τα γηρατειά της να φτωχαίνουν, είναι μια χώρα που έχει ήδη χρεοκοπήσει ηθικά.





