Αμφίβιες και παράκτιες επιχειρήσεις – Νορμανδία, Μαύρη Θάλασσα και Αιγαίο
21/10/2026
Στην πρόσφατη πολυεθνική διακλαδική άσκηση MEDUSA 15/2026, κατά την ημέρα διακεκριμένων επισκεπτών στις 18 Σεπτεμβρίου 2026, πραγματοποιήθηκε αποβατική ενέργεια, η οποία επανέφερε στο προσκήνιο τη δημόσια συζήτηση για τους πεζοναύτες και τις αμφίβιες επιχειρήσεις. Αφορμή αποτέλεσε η χρησιμοποίηση ελαστικών λέμβων για την αποβίβαση των δύο πρώτων κυμάτων πεζοναυτών.
Οι αμφίβιες επιχειρήσεις είχαν απασχολήσει και πάλι την δημοσιότητα το 2021, όταν εγκρίθηκε από τη Βουλή η προμήθεια 76 μεταχειρισμένων Αμφίβιων Οχημάτων Εφόδου AAV-7 από τα αμερικανικά αποθέματα, η οποία ευτυχώς τελικά δεν υλοποιήθηκε. Και λέμε ευτυχώς, διότι η συγκεκριμένη προμήθεια, αντί να θεραπεύσει τις αδυναμίες της υφιστάμενης οργάνωσης και της ιδέας ενεργείας των πεζοναυτών, θα κινδύνευε να τις παγιώσει, δεσμεύοντας σημαντικούς πόρους και περιορίζοντας τις δυνατότητες προσαρμογής τους στις σύγχρονες επιχειρησιακές απαιτήσεις.
Σήμερα, στις αμφίβιες και παράκτιες επιχειρήσεις δεν παρατηρείται απλώς μια αλλαγή υλικού ή τακτικών, αλλά μια ευρύτερη αλλαγή παραδείγματος. Και επειδή αυτές οι επιχειρήσεις συνδέονται άμεσα με την άμυνα του Αιγαίου, της κύριας περιοχής ενδεχόμενης στρατιωτικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία, πρόκειται για ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας, το οποίο απαιτεί σοβαρή εξέταση.
Η εξέλιξη των αμφίβιων επιχειρήσεων
Οι αμφίβιες επιχειρήσεις στη σύγχρονη εποχή εξελίχθηκαν κυρίως κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με καθοριστική συμβολή των Αμερικανών και των Βρετανών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν το μεγαλύτερο Σώμα Πεζοναυτών στον κόσμο, το οποίο αποτελεί αυτοτελή κλάδο των ενόπλων δυνάμεων, με δικά του αεροπορικά μέσα και με εν ενεργεία δύναμη που αριθμεί περίπου 170.000 άτομα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι Αμερικανοί κατασκεύασαν πλήθος εξειδικευμένων μέσων και, ιδιαίτερα από το 1943, τελειοποίησαν το δόγμα τους, πραγματοποιώντας πολυάριθμες επιτυχημένες αποβατικές επιχειρήσεις.
Η πιο απαιτητική μορφή αμφίβιας επιχείρησης είναι η αμφίβια έφοδος, η οποία αποσκοπεί στην εγκατάσταση αποβατικής δύναμης σε κατεχόμενη από τον εχθρό ακτή. Το αποκορύφωμα της εξέλιξης αυτής υπήρξε η συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία, το 1944, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί το ιστορικό αρχέτυπο της αμφίβιας εφόδου μεγάλης κλίμακας.
Η αμφίβια έφοδος απαιτεί μεγάλο αριθμό εξειδικευμένων μέσων, όπως αποβατικά πλοία και σκάφη, αεροπορικές δυνάμεις, μέσα υποστήριξης και εκτεταμένες δυνατότητες επιμελητείας. Πρόκειται για μία από τις πλέον σύνθετες στρατιωτικές επιχειρήσεις, από πλευράς μέσων, εκπαίδευσης, σχεδίασης και διακλαδικού συντονισμού. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, σημαντικές αμφίβιες επιχειρήσεις πραγματοποίησαν κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία, η Ιαπωνία και η Σοβιετική Ένωση.
Η μεταπολεμική περίοδος
Μεταπολεμικά ίσως μόνο οι Αμερικανοί είχαν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν τέτοιες επιχειρήσεις. Ωστόσο και αυτοί μετά την Κορέα, δεν έχουν πραγματοποιήσει αμφίβια έφοδο σε κατεχόμενη ακτή, πλην κάποιων άλλων μικρής κλίμακας, ενώ οι μεγάλης κλίμακας αμφίβιες έφοδοι εναντίον οργανωμένης παράκτιας άμυνας έγιναν σπάνιες.
Οι Βρετανοί στα Φώκλαντ το 1982, παρότι αποβιβάστηκαν σε μη κατεχόμενη ακτή, κατάφεραν να ανακαταλάβουν το νησί με τοπική αεροπορική υπεροχή, την οποία συνεχώς αμφισβητούσε η Αργεντινή Αεροπορία. Οι Βρετανοί κέρδισαν τελικά με πολύ μικρό περιθώριο επιτυχίας, με απώλειες 7 πλοίων, τα οποία θα ήταν πολύ περισσότερα αν οι Αργεντινοί διέθεταν περισσότερα από 5 βλήματα Exocet AM39. Η έκβαση ανέδειξε την ευπάθεια των ναυτικών δυνάμεων απέναντι σε αεροπορικές επιθέσεις και αντιπλοϊκούς πυραύλους, ιδιαίτερα όταν η αεροπορική υπεροχή δεν είναι εξασφαλισμένη.
Μετά τον πόλεμο των Φώκλαντ, οι Αμερικανοί Πεζοναύτες άρχισαν να προβληματίζονται εντονότερα με τις αυξανόμενες απειλές για την αποβατική δύναμη, με κυριότερη τη διάδοση των αντιπλοϊκών πυραύλων, που εκτοξεύονται από την ξηρά, τη θάλασσα ή από τον αέρα. Ο Στρατηγός Νόρμαν Σβάρτσκοπφ το 1991 απέρριψε τα σχέδια για τη χρήση δύο ταξιαρχιών των Πεζοναυτών με σκοπό την απελευθέρωση της Πόλης του Κουβέιτ μέσω αμφίβιας επίθεσης. Έκρινε ότι ο κίνδυνος για τα πλοία και τις δυνάμεις που θα μετέφεραν ήταν υπερβολικά υψηλός, οπότε οι πεζοναύτες πραγματοποίησαν αμφίβια επίδειξη για να παραπλανήσουν τους Ιρακινούς.
Οπότε κατά τη δεκαετία του 1990, οι Αμερικανοί υιοθέτησαν μια νέα επιχειρησιακή αντίληψη, τον Επιχειρησιακό Ελιγμό από τη Θάλασσα (Operational Maneuver from the Sea – OMFTS), η οποία αντιμετώπιζε τη θάλασσα και την ξηρά ως έναν ενιαίο και συνεχή χώρο ελιγμών. Η νέα αντίληψη αντιπροσώπευε σημαντική μεταστροφή από τον παραδοσιακό αμφίβιο πόλεμο. Ενώ ο τελευταίος επικεντρωνόταν στην εξασφάλιση προγεφυρώματος και στη σταδιακή συγκέντρωση δυνάμεων στην ακτή, ο OMFTS προέβλεπε τη χρησιμοποίηση της θάλασσας ως χώρου ελιγμού για την απευθείας προσβολή στόχων στην ενδοχώρα.
Συναφής ήταν και η αντίληψη των επιχειρήσεων πέραν του ορίζοντα (Over-the-Horizon – OTH), σύμφωνα με την οποία τα αποβατικά πλοία θα παρέμεναν σε απόσταση περί τα 50 χιλιόμετρα από τις εχθρικές ακτές, μειώνοντας την έκθεσή τους στα παράκτια όπλα. Από εκεί, οι αποβατικές δυνάμεις θα κινούνταν προς τους αντικειμενικούς σκοπούς σε απόσταση 300 περίπου χιλιομέτρων στην ενδοχώρα, αξιοποιώντας μέσα μεγάλης εμβέλειας και υψηλής ταχύτητας.
]Αντί της υποχρεωτικής δημιουργίας και διεύρυνσης ενός παραδοσιακού προγεφυρώματος, επιδιωκόταν η συνεχής κίνηση από τα πλοία προς τους αντικειμενικούς σκοπούς, παρακάμπτοντας, όπου ήταν δυνατόν, τις ισχυρότερες εχθρικές παράκτιες θέσεις. Μέσα όπως τα αεροσκάφη MV-22 Osprey και τα αερόστρωμνα αποβατικά σκάφη LCAC προσέφεραν νέες δυνατότητες μεταφοράς δυνάμεων και προσβολής στόχων σε μεγαλύτερο βάθος.
Τι κατέδειξαν οι τελευταίες συγκρούσεις
Οι πρόσφατες συγκρούσεις κατέδειξαν ότι η φονικότητα των οπλικών συστημάτων έχει αυξηθεί σημαντικά σε όλες τις διαστάσεις του πεδίου της μάχης, ιδιαίτερα με τη διάδοση των μη επανδρωμένων συστημάτων, των αισθητήρων και των πυρομαχικών ακριβείας. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα τόσο τις αμφίβιες όσο και τις παράκτιες επιχειρήσεις, καθώς καθιστά ολοένα πιο επικίνδυνη τη συγκέντρωση αποβατικών πλοίων και των υπόλοιπων μονάδων επιφανείας που απαιτούνται για την προστασία και την υποστήριξή τους.
Η Ρωσία είχε ανανεώσει τον αμφίβιο στόλο της την δεκαετία του 2010 και όταν εισέβαλε στην Ουκρανία, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν εχθρό που δεν διέθετε ναυτικ Embed Code ό. Ωστόσο, οι Ρώσοι δεν επιχείρησαν επίθεση από τη Μαύρη Θάλασσα προς τα μετόπισθεν της Ουκρανίας. Μια τέτοια επίθεση θα μπορούσε να υπερκεράσει τις χερσαίες αμυντικές γραμμές της Ουκρανίας ή, εφόσον διεξαγόταν σε μεγαλύτερη απόσταση, να προσεγγίσει την Οδησσό από την πλευρά της ξηράς.
Και ασφαλώς μπορεί στις σύγχρονες συγκρούσεις να μην είχαμε αμφίβιες επιχειρήσεις από τη θάλασσα προς την ξηρά, ωστόσο πραγματοποιήθηκαν παράκτιες επιχειρήσεις από την ξηρά προς τη θάλασσα, από την Ουκρανία, το Ιράν και τους Χούθι. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η Ουκρανία, παρά την απουσία συμβατικού στόλου, κατόρθωσε να περιορίσει δραστικά την ελευθερία ενεργείας του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Μέσω μιας ασύμμετρης εκστρατείας, η οποία συνδύαζε μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας, παράκτιους αντιπλοϊκούς πυραύλους, μέσα επιτήρησης και πληροφορίες, προκάλεσε σημαντικές απώλειες στον ρωσικό στόλο και τον ανάγκασε να περιορίσει τη δραστηριότητά του στη Μαύρη Θάλασσα.
Η εμπειρία αυτή επιβεβαιώνει ότι η δυνατότητα άρνησης θαλάσσιας πρόσβασης (sea denial), δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την κατοχή ισχυρού στόλου επιφανείας. Χερσαία οπλικά συστήματα, μη επανδρωμένα μέσα και κατάλληλα δίκτυα αισθητήρων μπορούν να αμφισβητήσουν σοβαρά την ελευθερία ενεργείας ακόμη και μιας αριθμητικά ανώτερης ναυτικής δύναμης.
Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Το Ιράν, παρά τα συνεχή και σφοδρά πλήγματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να ασκεί θαλάσσιο έλεγχο από την ξηρά και να εμποδίζει την πρόσβαση στα Στενά του Ορμούζ. Οι Αμερικανοί, τουλάχιστον μέχρι τώρα, δεν επιχείρησαν οποιαδήποτε αποβατική ενέργεια για να καταλάβουν κάποιο από τα νησιά του Κόλπου ή στην ιρανική ακτογραμμή.
Το ίδιο και οι Χούθι, παρά την Επιχείρηση “Σκληρός Καβαλάρης” – μια εκστρατεία τιμωρητικών πληγμάτων που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον τους τον Μάρτιο του 2025 – εξακολουθούν να μπορούν να πλήττουν στόχους στην Ερυθρά Θάλασσα σχεδόν κατά βούληση.
Η νέα αντίληψη των Αμερικανών Πεζοναυτών
Οι Αμερικανοί Πεζοναύτες επένδυσαν επί δεκαετίες στην ανάπτυξη των μέσων και των δυνατοτήτων, που θα επέτρεπαν την πλήρη εφαρμογή του OMFTS, από το 2020 και μετά. Παρά ταύτα, ήδη από το 2019 και πριν ακόμη τα διδάγματα των συγχρόνων συγκρούσεων, πίστευαν ότι το OMFTS δεν θα ήταν βιώσιμο.
Ο τότε διοικητής του Σώματος των Πεζοναυτών, στρατηγός Ντέιβιντ Μπέργκερ, δήλωσε: «Αντιλήψεις που οραματίζονται μία τεράστια ναυτική αρμάδα 9 ναυτικά μίλια από τις ακτές στη Νότια Σινική Θάλασσα, που προετοιμάζεται να εξαπολύσει την αποβατική δύναμη σε κύματα, με αμφίβια οχήματα και αποβατικά σκάφη, είναι παράλογες και μη εφαρμόσιμες… Πρέπει να αποδεχθούμε την πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί με τη διάδοση πυρών ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς, ναρκών και άλλων έξυπνων όπλων και να αναζητήσουμε νέους τρόπους για να ξεπεράσουμε αυτές τις απειλές».
Στο πλαίσιο αυτό, το αμερικανικό Σώμα Πεζοναυτών προχώρησε σε έναν ευρύ μετασχηματισμό, με στόχο τη δημιουργία μικρότερων, περισσότερο ευέλικτων και διασπαρμένων δυνάμεων, με περιορισμένο υλικοτεχνικό αποτύπωμα, ικανών να επιχειρούν εντός της ζώνης εμπλοκής των οπλικών συστημάτων του αντιπάλου.
Η κεντρική ιδέα είναι ότι οι Πεζοναύτες δεν θα αποτελούν απλώς μια εκστρατευτική δύναμη που μεταφέρεται από τη θάλασσα στην ξηρά για να διεξαγάγει χερσαίες επιχειρήσεις. Θα αποτελούν επίσης οργανικό στοιχείο της ναυτικής εκστρατείας, συμβάλλοντας άμεσα στον θαλάσσιο έλεγχο (sea control) και στην άρνηση θαλάσσιου ελέγχου (sea denial) από τον αντίπαλο.
Οι κύριες αποστολές των πεζοναυτών
Δύο έννοιες έχουν ιδιαίτερη σημασία στη νέα επιχειρησιακή αντίληψη: Οι Επιχειρήσεις Προκεχωρημένων Εκστρατευτικών Βάσεων (Expeditionary Advanced Base Operations – EABO), που περιγράφουν έναν τρόπο ενεργείας, και οι Δυνάμεις Προκεχωρημένης Παρουσίας (Stand-in Forces – SIF), που προσδιορίζουν τον επιχειρησιακό ρόλο των δυνάμεων που ενεργούν εντός της ζώνης απειλής του αντιπάλου.
Στο πλαίσιο των EABO, μικρά και ευκίνητα τμήματα Πεζοναυτών εγκαθιστούν προσωρινές προκεχωρημένες βάσεις με περιορισμένες υποδομές σε νησιά ή παράκτιες περιοχές. Από αυτές μπορούν να διεξάγουν επιτήρηση και αναγνώριση, να προσβάλλουν ναυτικούς στόχους με πυραύλους, να παρέχουν αντιαεροπορική προστασία, να υποστηρίζουν τη διοίκηση και τον έλεγχο και να συμβάλλουν στη διεξαγωγή ναυτικών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, οι κύριες αποστολές τους περιλαμβάνουν:
- Τη διεξαγωγή επιχειρήσεων άρνησης θαλάσσιου ελέγχου, με στόχο την αποτροπή ή τον περιορισμό της εχθρικής δραστηριότητας στις παράκτιες περιοχές.
- Την υποστήριξη επιχειρήσεων θαλάσσιου ελέγχου, μέσω της προσβολής εχθρικών ναυτικών δυνάμεων και της διευκόλυνσης της ελευθερίας ενεργείας του φίλιου στόλου.
Βεβαίως οι Αμερικανοί και οι Κινέζοι είναι οι μόνοι ίσως που διατηρούν σήμερα δυνατότητες εκτέλεσης αμφίβιας εφόδου ευρείας κλίμακας, όσο και αν είναι αμφίβολο αν θα τις χρησιμοποιήσουν. Παράλληλα, οι Βρετανοί Πεζοναύτες (Royal Marines), στο πλαίσιο του προγράμματος Future Commando Force (FCF), απομακρύνονται από την αμφίβια έφοδο και προσανατολίζονται προς μια περισσότερο ευέλικτη δύναμη, επιπέδου λόχου ή και μικρότερη, κατανεμημένη και τεχνολογικά προηγμένη, σχεδιασμένη να επιχειρεί σε αμφισβητούμενα παράκτια περιβάλλοντα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αμφίβιες δυνάμεις των σκανδιναβικών χωρών, ειδικά της Σουηδίας και της Φινλανδίας, οι οποίες και πριν τις τελευταίες εξελίξεις, ήταν οργανωμένες σε μικρά ευέλικτα τμήματα, με ειδικό εξοπλισμό και αξιοσημείωτες επιχειρησιακές αντιλήψεις.
Συμπεράσματα από τις αμφίβιες και παράκτιες επιχειρήσεις
Ο μετασχηματισμός των δυνάμεων Πεζοναυτών, ιδιαίτερα των αμερικανικών, συνιστά σημαντική μεταβολή στη σχέση μεταξύ χερσαίου και ναυτικού πολέμου. Οι χερσαίες δυνάμεις πλέον, αμφίβιες ή άλλες παράκτιες, σχεδιάζονται και οργανώνονται ώστε να παράγουν άμεσα επιχειρησιακά αποτελέσματα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ναυτικής εκστρατείας. Υπό αυτό το πρίσμα, ο μετασχηματισμός των πεζοναυτών αλλά και τα διδάγματα από τις πρόσφατες παράκτιες επιχειρήσεις, έχουν τρεις σημαντικές συνέπειες.
Πρώτον, αμφισβητείται ο παραδοσιακός διαχωρισμός μεταξύ χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων. Οι χερσαίες δυνάμεις μπορούν πλέον να συμβάλλουν άμεσα στην άρνηση θαλάσσιου ελέγχου από τον αντίπαλο και, έμμεσα ή σε συνεργασία με τον στόλο, στην εξασφάλιση του φίλιου θαλάσσιου ελέγχου. Η ξηρά δεν αποτελεί απλώς τον τελικό προορισμό μιας αμφίβιας επιχείρησης, αλλά και χώρο από τον οποίο μπορούν να ασκηθούν αποφασιστικές επιδράσεις στη θάλασσα.
Δεύτερον, προσδίδεται μεγαλύτερη σημασία στην αναγνώριση, την επιτήρηση, την κατάδειξη στόχων, τις επικοινωνίες και την αντιμετώπιση της εχθρικής αναγνώρισης. Η αποτελεσματικότητα μιας δύναμης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την οργανική ισχύ πυρός της, αλλά και από την ικανότητά της να διασυνδέει αισθητήρες, κέντρα διοίκησης και μέσα προσβολής διαφορετικών κλάδων, δημιουργώντας ένα ενιαίο δίκτυο εντοπισμού και προσβολής στόχων.
Τρίτον, αναδεικνύεται η σημασία της τακτικής διασποράς σε συνδυασμό με την επιχειρησιακή συγκέντρωση των αποτελεσμάτων. Οι μονάδες μπορούν να παραμένουν διασπαρμένες, μειώνοντας την ευπάθειά τους στα εχθρικά πυρά, και ταυτόχρονα να συγκεντρώνουν την ισχύ τους εναντίον επιλεγμένων στόχων μέσω συντονισμένων και διακλαδικών πυρών. Πρόκειται για μετατόπιση από τη φυσική συγκέντρωση δυνάμεων στη συγκέντρωση των αποτελεσμάτων τους.
Το Αιγαίο και οι Έλληνες πεζοναύτες
Οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Το νησιωτικό περιβάλλον του Αιγαίου, οι μικρές θαλάσσιες αποστάσεις, η ύπαρξη πολυάριθμων νησιών και νησίδων και η δυνατότητα προσβολής ναυτικών στόχων από την ξηρά δημιουργούν συνθήκες στις οποίες οι νέες επιχειρησιακές αντιλήψεις θα μπορούσαν να έχουν σημαντική εφαρμογή. Ωστόσο δεν έχουμε διαπιστώσει μέχρι στιγμής, τουλάχιστον στον δημόσιο λόγο, ότι παρακολουθούμε αυτές τις εξελίξεις και λαμβάνουμε μέτρα για να προσαρμοστούμε στα νέα δεδομένα.
Η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι αν οι Έλληνες πεζοναύτες πρέπει να αντιγράψουν τους Αμερικανούς ή τους Βρετανούς, αλλά εάν η σημερινή οργάνωση και η ιδέα ενεργείας τους ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες επιχειρησιακές απαιτήσεις του Αιγαίου. Όταν ολόκληρο το Αιγαίο πλέον όχι μόνον επιτηρείται, αλλά βρίσκεται κιόλας εντός του βεληνεκούς διαφόρων οπλικών συστημάτων της Τουρκίας, εμείς δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι θα πραγματοποιήσουμε μια κλασικής μορφής αμφίβια έφοδο.
Εκτός από τους πεζοναύτες, τίθεται βεβαίως και το γενικότερο ζήτημα της άμυνας του Αιγαίου, του οποίου οι πεζοναύτες αποτελούν υποπερίπτωση. Χρησιμοποιώντας τα διδάγματα των τελευταίων εξελίξεων, τεχνολογικών και επιχειρησιακών, πρέπει να εξετάσουμε πως θα εξασφαλίσουμε το Αιγαίο υπό το πρίσμα του δόγματος Άρνηση Πρόσβασης / Απαγόρευση Περιοχής (Anti-Access / Area Denial – A2/AD). Φυσικά δεν πρόκειται να κάνουμε μεγάλα βήματα, όσο στην περιοχή επιχειρήσεων του Αιγαίου διατηρούμε τρεις διοικητές, όπως έχουμε επισημάνει παλαιότερα, ως να βρισκόμαστε στην εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί η απόκτηση νέων οπλικών συστημάτων, χωρίς τον προβληματισμό για το πώς θα χρησιμοποιηθούν αυτά τα συστήματα. Ο πόλεμος δεν είναι άθροισμα όπλων και μέσων και το δόγμα χρησιμοποίησής τους απαιτεί σημαντική διανοητική προσπάθεια. Ωστόσο αν ψάξει κάποιος τις διατριβές των σπουδαστών στην Ανωτάτη Διακλαδική Σχολή Πολέμου και στη Σχολή Εθνικής Άμυνας, δύσκολα μπορεί να βρει κάποιο θέμα για τις αμφίβιες επιχειρήσεις, ενώ θα βρει εκατοντάδες για θέματα διεθνούς πολιτικής.





