ΓΝΩΜΗ

Πως μπορεί να κοπεί ο ομφάλιος λώρος της διαφθοράς στον αθλητισμό

Πως μπορεί να κοπεί ο ομφάλιος λώρος της διαφθοράς στον αθλητισμό, Δημήτρης Παναγιωτόπουλος
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ

Η δημόσια συζήτηση για τις διερευνώμενες πράξεις στον χώρο της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης (ΕΟΚ) δεν αφορά απλώς ένα ακόμη “σκάνδαλο”. Αγγίζει το θεμέλιο του αθλητισμού: Την πεποίθηση ότι ο αγώνας κρίνεται στον αγωνιστικό χώρο, με ίσους κανόνες, ανεξάρτητη διαιτησία και διοίκηση που υπηρετεί το άθλημα.

Όταν εμφανίζονται καταγγελίες για δωροδοκία, δωροληψία ή χειραγώγηση, το πλήγμα δεν περιορίζεται στα πρόσωπα που ερευνώνται. Διαχέεται στα σωματεία, στους αθλητές, στους φιλάθλους, στους χορηγούς και, κυρίως, στα παιδιά που μαθαίνουν ότι ο αθλητισμός είναι σχολείο δικαιοσύνης.

Αφετηρία κάθε υπεύθυνης παρέμβασης είναι η νομική ακρίβεια. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, βρίσκεται σε εξέλιξη ποινική διερεύνηση. Η καταγγελία, η δίωξη, το ένταλμα, η σύλληψη, ακόμα και η προφυλάκιση, δεν αποτελούν καταδίκη. Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει για όλους και η δικαστική κρίση δεν υποκαθίσταται από τηλεοπτικές δίκες.

Η προστασία του τεκμηρίου, όμως, δεν επιβάλλει θεσμική αδράνεια. Η ποινική ευθύνη είναι διαφορετική από τη διοικητική, πειθαρχική και δεοντολογική ευθύνη των αθλητικών οργάνων. Η πρώτη κρίνεται από τη Δικαιοσύνη· οι άλλες ενεργοποιούνται για να προστατευθούν η διοργάνωση, τα αποδεικτικά στοιχεία και η εμπιστοσύνη του κοινού.

Το νομικό πλαίσιο της διαφθοράς στον αθλητισμό

Το άρθρο 132 του ν. 2725/1999, όπως ισχύει, συγκροτεί τον ειδικό πυρήνα προστασίας της γνησιότητας των αθλητικών αγώνων. Καλύπτει την αθέμιτη παρέμβαση που αποβλέπει στην αλλοίωση της εξέλιξης, της μορφής ή του αποτελέσματος, την απαίτηση ή αποδοχή ωφελήματος για τον ίδιο σκοπό και την προσφορά ή υπόσχεση ωφελήματος σε αθλητή, προπονητή, διαιτητή, διοικητικό παράγοντα ή άλλο πρόσωπο ικανό να επηρεάσει τον αγώνα. Όταν ο σκοπός επιτευχθεί, ή η αναμέτρηση περιλαμβάνεται σε στοιχηματική διοργάνωση, η ποινική απαξία είναι βαρύτερη και μπορεί να επιβληθεί κάθειρξη έως δέκα έτη.

Ο ίδιος κανόνας δεν εξαντλείται στην τιμωρία. Προβλέπει ειδικές ανακριτικές δυνατότητες, προστασία μαρτύρων, κίνητρα ουσιαστικής συνεργασίας και αυτοτελείς πειθαρχικές συνέπειες για την προσβολή του φιλάθλου πνεύματος. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η υποχρέωση ενημέρωσης της Εθνικής Πλατφόρμας Αθλητικής Ακεραιότητας και της οικείας ομοσπονδίας για την ποινική δίωξη και την εξέλιξη της διαδικασίας. Η γνώση αυτή γεννά θεσμικό καθήκον: Διαφύλαξη αρχείων, αποτροπή επηρεασμού μαρτύρων, ενεργοποίηση των αρμόδιων οργάνων και λήψη αναλογικών προσωρινών μέτρων με προηγούμενη ακρόαση και δικαίωμα προσφυγής.

Η Σύμβαση Macolin, την οποία η Ελλάδα κύρωσε με τον ν. 4726/2020, επιβεβαιώνει ότι η χειραγώγηση αγώνων δεν αντιμετωπίζεται από έναν μόνο φορέα. Απαιτεί συνεργασία εισαγγελικών και διοικητικών αρχών, αθλητικών οργανώσεων, παρόχων στοιχηματισμού και εθνικής πλατφόρμας. Απαιτεί επίσης πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων, ασφαλείς διαύλους αναφοράς, προστασία καταγγελλόντων και αποτελεσματικές, αναλογικές κυρώσεις. Αυτή είναι η σύγχρονη έννοια της αθλητικής ακεραιότητας: Όχι μια αφηρημένη ηθική επίκληση, αλλά μόνιμη θεσμική υποδομή πρόληψης, ανίχνευσης και λογοδοσίας.

Η ιδιότητα μέλους διοίκησης και η παράβαση του νόμου

Στο ζήτημα της ιδιότητας μέλους διοικητικού συμβουλίου ο νόμος απαιτεί προσοχή. Το άρθρο 3 του ν. 2725/1999 ορίζει συγκεκριμένα κωλύματα. Για κακούργημα δεν αρκούν ένα δημοσίευμα, μια καταγγελία ή μόνη η άσκηση δίωξης. Απαιτείται το δικονομικό στάδιο που προβλέπει ο νόμος, δηλαδή παραπομπή στο ακροατήριο με κλητήριο θέσπισμα, ή αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα, μέχρι την έκδοση απαλλακτικής απόφασης. Κώλυμα υπάρχει και μετά από αμετάκλητη καταδίκη για κακούργημα, ή για τα ειδικώς αναφερόμενα πλημμελήματα, μεταξύ των οποίων η δωροδοκία και η δωροληψία.

Όταν συντρέξει νόμιμο κώλυμα, η ιδιότητα χάνεται αυτοδικαίως. Κατά την παρ. 9 του άρθρου 3, το αρμόδιο όργανο οφείλει μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τότε που έλαβε γνώση να εκδώσει τη σχετική διαπιστωτική πράξη. Αν παραλείψει να ενεργήσει, προβλέπεται παρέμβαση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και συνέπειες για τα υπαίτια μέλη. Η πράξη δεν “δημιουργεί” την έκπτωση· πιστοποιεί έννομη συνέπεια που έχει ήδη επέλθει από τον νόμο.

Δεν ακολουθεί, πάντως, ότι όλες οι προηγούμενες αποφάσεις ενός διοικητικού συμβουλίου είναι αυτομάτως άκυρες. Χρειάζεται συγκεκριμένος έλεγχος: Επηρεάστηκαν η απαρτία ή η πλειοψηφία; Υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων; Συνδεόταν η απόφαση με διαιτητικούς ορισμούς, οικονομικές αναθέσεις ή αγώνες που ερευνώνται; Υπάρχουν καλόπιστοι τρίτοι; Η νομιμότητα δεν υπηρετείται ούτε με συγκάλυψη ούτε με ισοπεδωτικές ακυρώσεις. Υπηρετείται με τεκμηριωμένη κρίση για κάθε πράξη και κάθε αρμοδιότητα.

Η πραγματική θεσμική τομή

Η κρίση αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: Τη συγκέντρωση κανονιστικής, διοικητικής, αγωνιστικής και ελεγκτικής ισχύος γύρω από το ίδιο κέντρο. Η αυτονομία του αθλητισμού είναι αναγκαία, αλλά δεν είναι ασυλία. Υπάρχει μέσα στο Σύνταγμα, στον νόμο και στις εγγυήσεις δίκαιης κρίσης. Όταν εκείνος που οργανώνει, ορίζει, αξιολογεί και ελέγχει ανήκει στην ίδια αλυσίδα εξουσίας, η θεσμική αξιοπιστία παραμένει ευάλωτη, ακόμη και χωρίς απόδειξη συγκεκριμένης παρανομίας.

Χρειάζεται καθαρός διαχωρισμός ανάμεσα στο άθλημα και στη διαχείριση των επαγγελματικών αγώνων. Η Ομοσπονδία πρέπει να παραμένει θεματοφύλακας της καλαθοσφαίρισης: Να χαράσσει τους κανόνες του αθλήματος, να εκπροσωπεί διεθνώς τη χώρα, να οργανώνει τις εθνικές ομάδες, να αναπτύσσει το ερασιτεχνικό, αναπτυξιακό, σχολικό και γυναικείο μπάσκετ και να εγγυάται την ακεραιότητα σε ολόκληρη την πυραμίδα.

Η επαγγελματική λίγκα πρέπει να αναλάβει, μέσα σε σαφές νομοθετικό πλαίσιο, την εμπορική και λειτουργική διαχείριση του επαγγελματικού πρωταθλήματος: Πρόγραμμα, παραγωγή, προβολή, κεντρικά έσοδα και υπηρεσίες προς τις ομάδες. Ο διαχωρισμός αυτός δεν σημαίνει ότι οι ομάδες πρέπει να ελέγξουν τη διαιτησία. Μια τέτοια μεταφορά θα άλλαζε απλώς τον φορέα της εξάρτησης.

Οι ορισμοί, η αξιολόγηση, η εκπαίδευση και η πειθαρχική κρίση των διαιτητών πρέπει να ανήκουν σε οργανικά και λειτουργικά ανεξάρτητο σύστημα, προστατευμένο τόσο από τη διοίκηση της Ομοσπονδίας όσο και από τους επαγγελματικούς συλλόγους. Απαιτούνται διαφανή προσόντα, σταθερές θητείες, ασυμβίβαστα, αιτιολογημένες διαδικασίες και εξωτερικός έλεγχος ακεραιότητας. Η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να υποστηρίζουν τους ορισμούς και να ανιχνεύουν ασυνήθιστα πρότυπα· δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ανθρώπινη ευθύνη. Κάθε εξαίρεση ή ανθρώπινη παρέμβαση πρέπει να καταγράφεται και να ελέγχεται.

Ανάλογη ανεξαρτησία χρειάζεται η αθλητική δικαιοσύνη. Τα δικαιοδοτικά όργανα πρέπει να έχουν ασφάλεια θητείας, σαφή ασυμβίβαστα, διαφανή επιλογή, επαρκή γραμματειακή υποστήριξη και δημοσιευμένες, αιτιολογημένες αποφάσεις. Δεν μπορεί η διοίκηση που ελέγχεται να καθορίζει ουσιαστικά εκείνους που θα την κρίνουν. Η δίκαιη διαδικασία, η ακρόαση και η προσφυγή δεν είναι εμπόδια στην κάθαρση· είναι οι εγγυήσεις που την καθιστούν αξιόπιστη.

Η ανεξαρτησία, βέβαια, δεν εξασφαλίζεται μόνο με μια νέα ονομασία επιτροπής. Χρειάζεται συγκεκριμένος μηχανισμός επιλογής: Δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος, αντικειμενικά προσόντα, συμμετοχή προσώπων που δεν εξαρτώνται οικονομικά ή διοικητικά από τους ελεγχόμενους φορείς, περιορισμένη και μη ανανεώσιμη θητεία όπου αυτό είναι πρόσφορο, κανόνες αποχής και δημοσιοποίηση των βασικών λόγων κάθε κρίσιμης απόφασης. Η χρηματοδότηση πρέπει να είναι επαρκής αλλά θεσμικά θωρακισμένη, ώστε η απειλή περικοπής πόρων να μη μετατρέπεται σε μέσο πίεσης. Και ο έλεγχος πρέπει να αφορά όχι μόνο το αποτέλεσμα μιας απόφασης, αλλά και την ακεραιότητα της διαδικασίας με την οποία αυτή ελήφθη.

Από την αντίδραση στην πρόληψη

Η ακεραιότητα δεν προστατεύεται μόνο όταν ξεσπά μια κρίση. Χρειάζεται ανεξάρτητη μονάδα ακεραιότητας με λειτουργική σύνδεση προς την ΕΠΑΘΛΑ, ασφαλής και ανώνυμος δίαυλος αναφορών, προστασία του καταγγέλλοντος, υποχρεωτικό μητρώο συμφερόντων και ετήσιες δηλώσεις για μέλη διοίκησης, επιτροπών, διαιτητικά και ανώτερα στελέχη. Χρειάζεται ψηφιακή δημοσιότητα των αποφάσεων, των αναθέσεων, των οικονομικών στοιχείων και των πρακτικών που δεν καλύπτονται από νόμιμο απόρρητο, καθώς και περιοδικός εξωτερικός έλεγχος ακεραιότητας.

Η προστασία πρέπει να καλύπτει όχι μόνο το επαγγελματικό πρωτάθλημα, όπου κυκλοφορούν περισσότερα χρήματα και στοιχηματικό ενδιαφέρον, αλλά και τα ερασιτεχνικά, αναπτυξιακά, νεανικά και σχολικά πρωταθλήματα. Εκεί διαμορφώνεται η αθλητική συνείδηση και εκεί οι νεότεροι αθλητές είναι περισσότερο ευάλωτοι σε εξαρτήσεις και πιέσεις. Κώδικες δεοντολογίας χωρίς εκπαίδευση, αναφορά κινδύνων και πραγματική εφαρμογή μένουν κενό γράμμα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων. Δεν αρκεί ένα μέλος να δηλώνει γενικά ότι ενεργεί αμερόληπτα. Πρέπει να καταγράφονται οικονομικές, επαγγελματικές, συγγενικές και διοικητικές σχέσεις που μπορούν εύλογα να δημιουργήσουν υπόνοια εξάρτησης. Η δήλωση πρέπει να επικαιροποιείται, να ελέγχεται από ανεξάρτητο όργανο και να οδηγεί, όπου απαιτείται, σε υποχρεωτική αποχή. Η παράβαση δεν μπορεί να μένει χωρίς συνέπεια. Αντίστοιχα, οι καταγγελίες πρέπει να πρωτοκολλούνται, να αξιολογούνται με προκαθορισμένα κριτήρια και να αφήνουν ψηφιακό ίχνος, ώστε κανείς να μην μπορεί να τις εξαφανίσει ή να τις χρησιμοποιήσει επιλεκτικά.

Η πρόληψη απαιτεί ακόμη συστηματική παρακολούθηση ασυνήθιστων στοιχηματικών κινήσεων και αγωνιστικών προτύπων, πάντοτε με σεβασμό στην προστασία προσωπικών δεδομένων. Ένα σήμα κινδύνου δεν αποδεικνύει χειραγώγηση· ενεργοποιεί όμως ελεγχόμενη διαδικασία επαλήθευσης. Η ανταλλαγή πληροφοριών με την ΕΠΑΘΛΑ και τις αρμόδιες αρχές πρέπει να γίνεται γρήγορα, με καθορισμένες αρμοδιότητες και ασφαλή τήρηση αρχείων. Έτσι αποφεύγονται τόσο η ατιμωρησία όσο και η άδικη δημόσια έκθεση προσώπων στη βάση ενός ανεπεξέργαστου δεδομένου.

Το δίδαγμα από την υπόθεση της ΕΟΚ 

Η υπόθεση της ΕΟΚ, όποια και αν είναι η τελική ποινική έκβασή της, αποτελεί δοκιμασία ωριμότητας. Η Πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί τη νομιμότητα, χωρίς να χειραγωγήσει το αθλητικό αυτοδιοίκητο. Η Ομοσπονδία οφείλει να συνεργαστεί πλήρως, να διαφυλάξει τα στοιχεία και να ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς της. Η επαγγελματική λίγκα και οι ομάδες οφείλουν να αποδεχθούν ότι η εμπορική αυτοδιαχείριση δεν συνεπάγεται εξουσία πάνω στη διαιτησία, ή στη δικαιοσύνη.

Αναγκαίο είναι, επίσης, ένα σαφές μεταβατικό σχέδιο. Η θεσμική αλλαγή δεν γίνεται με ένα σύνθημα ούτε με μια βιαστική μεταφορά αρμοδιοτήτων. Πρώτα χαρτογραφούνται οι σημερινές εξαρτήσεις, οι συμβάσεις και οι ροές χρηματοδότησης. Έπειτα θεσπίζονται τα νέα ασυμβίβαστα, η διαδικασία επιλογής των ανεξάρτητων οργάνων και οι μηχανισμοί ελέγχου. Τέλος, προβλέπεται αξιολόγηση της λειτουργίας τους από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες και δημόσια λογοδοσία. Η μετάβαση πρέπει να εξασφαλίζει τη συνέχεια των πρωταθλημάτων, χωρίς να διαιωνίζει το σύστημα που καλείται να αλλάξει.

Η απάντηση, τελικά, δεν είναι να αντικαταστήσουμε ένα πρόσωπο με ένα άλλο. Είναι να οικοδομήσουμε θεσμούς που δεν εξαρτώνται από την καλή προαίρεση κανενός. Η μεταρρύθμιση πρέπει να μετριέται με δημοσιευμένους δείκτες: Χρόνο διερεύνησης αναφορών, αριθμό δηλωμένων συγκρούσεων, αιτιολόγηση εξαιρέσεων στους ορισμούς και εφαρμογή των αποφάσεων. Μόνο έτσι η λογοδοσία γίνεται καθημερινή πρακτική και όχι έκτακτη υπόσχεση μετά από κάθε κρίση.

Ο αγώνας ανήκει στους αθλητές και στους φιλάθλους. Η διοίκηση είναι υπηρεσία, όχι ιδιοκτησία. Και η αυτονομία του αθλητισμού αποκτά δημοκρατικό περιεχόμενο μόνο όταν συνοδεύεται από διαφάνεια, έλεγχο και λογοδοσία.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx