Επείγει η εθνική στρατηγική για εξωτερική και αμυντική πολιτική
06/11/2026
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από μια εξωτερική πολιτική διαχείρισης κρίσεων. Χρειάζεται στρατηγική με δημοκρατική νομιμοποίηση και αποτελέσματα: στρατηγική που να συνδέει πολιτικούς σκοπούς, διαθέσιμα μέσα και αποδεκτό κίνδυνο. Ζητούμενο είναι η διασφάλιση της κυριαρχίας, η προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων, η ειρήνη και η ευημερία του λαού. Η γεωγραφική θέση δεν αποτελεί αυτομάτως ισχύ· μετατρέπεται σε επιρροή μόνον όταν στηρίζεται σε παραγωγική βάση, θεσμική συνέχεια, κοινωνική συνοχή και αξιόπιστη αποτροπή.
Η σύνδεση Βαλκανίων, Ανατολικής Μεσογείου και ευρωπαϊκών δικτύων δημιουργεί δυνατότητες για την Ελλάδα. Η γεωγραφία, όμως, αποκτά στρατηγική αξία όταν υποστηρίζεται από λειτουργικές υποδομές, οικονομική δραστηριότητα και διπλωματική αξιοπιστία. Ένας λιμένας ή ένας ενεργειακός διάδρομος αυξάνει την επιρροή όταν εξασφαλίζει υπηρεσίες και εναλλακτικές επιλογές, ενώ η υπερβολική εξάρτηση από μία διαδρομή δημιουργεί ευπάθεια.
Η ευρωπαϊκή Στρατηγική Πυξίδα συνδέει ασφάλεια, επενδύσεις, ανθεκτικότητα και συνεργασίες. Για την Ελλάδα προέχει η ενεργός συμμετοχή σε ευρωπαϊκές συμπράξεις, με ανταλλάγματα σε τεχνογνωσία και ασφάλεια εφοδιασμού.
Κυριαρχία και διεθνής νομιμότητα
Η κυριαρχία αποτελεί νομική ιδιότητα του κράτους. Η ισχύς αφορά την δυνατότητα υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και επηρεασμού των εξελίξεων. Η διάκριση είναι ουσιώδης: η οικονομική αδυναμία δεν καταργεί δικαιώματα, αλλά δυσχεραίνει την προστασία τους. Αντίστοιχα, η στρατιωτική υπεροχή δεν νομιμοποιεί αυθαίρετες διεκδικήσεις.
Το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Χάρτη του ΟΗΕ απαγορεύει την απειλή ή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή πολιτικής ανεξαρτησίας κράτους. Το άρθρο 51 αναγνωρίζει το δικαίωμα ατομικής ή συλλογικής άμυνας σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης, με άμεση αναφορά των μέτρων στο Συμβούλιο Ασφαλείας και υπό τους όρους του άρθρου.
Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας διακρίνει την κυριαρχία στην αιγιαλίτιδα ζώνη από τα κυριαρχικά δικαιώματα στην ΑΟΖ και στην υφαλοκρηπίδα. Τα άρθρα 74 παράγραφος 1 και 83 παράγραφος 1 προβλέπουν οριοθέτηση με συμφωνία βάσει του διεθνούς δικαίου, με σκοπό δίκαιη λύση. Η εφαρμογή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις απαιτεί ειδική εξέταση συμβατικών και εθιμικών κανόνων.
Τουρκία και ευρωπαϊκή αλληλεγγύη
Η επίσημη ελληνική θέση προσδιορίζει ως διαφορά προς επίλυση την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Η στρατηγική οφείλει να διατηρεί απολύτως σαφές το αντικείμενο του διαλόγου και να διακρίνει τις διαπραγματεύσιμες διευθετήσεις από ζητήματα κυριαρχίας και μονομερείς αναθεωρητικές διεκδικήσεις.
Η διατήρηση της απειλής χρήσης βίας, η αμφισβήτηση της κυριαρχίας ελληνικών νησιών, οι θεωρίες περί «γκρίζων ζωνών» και οι υβριδικές πιέσεις δεν μπορούν να εξομοιώνονται με θεμιτές νομικές διαφορές. Ο διάλογος είναι αναγκαίος, αλλά αποκτά περιεχόμενο μόνον όταν δεν μετατρέπεται σε διαδικασία σταδιακής νομιμοποίησης μονομερών αξιώσεων.
Στις 21 Οκτωβρίου 2026 η δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου εξ ονόματος της ΕΕ επανέλαβε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο προσβάλλει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, αντιβαίνει στο Δίκαιο της Θάλασσας και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντί τους. Πρόκειται για θεσμική στήριξη με διπλωματική αξία.
Η μετατροπή της σε πρακτική ασφάλεια προϋποθέτει συνεχή εργασία, συντονισμό με την Κύπρο και ελληνική αποτρεπτική ικανότητα. Ο διάλογος και τα μέτρα αποφυγής επεισοδίων χρειάζονται παράλληλα, ώστε η προστασία των δικαιωμάτων να υπηρετείται με έλεγχο της κλιμάκωσης.
Στον ίδιο στρατηγικό ορίζοντα ανήκει το Κυπριακό. Η συνεχιζόμενη κατοχή εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν αποτελεί περιφερειακή εκκρεμότητα που μπορεί να αποσυνδεθεί από την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη διεθνή νομιμότητα.
Η Ελλάδα οφείλει να στηρίζει λύση σύμφωνη με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο, χωρίς εγγυήσεις τρίτων κρατών και αναχρονιστικά δικαιώματα επέμβασης. Ο σταθερός συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να συνδυάζει διπλωματία, ενεργειακό σχεδιασμό, θαλάσσια ασφάλεια και ευρωπαϊκή κινητοποίηση, με πλήρη σεβασμό στη διακριτή κρατική υπόσταση και στις αποφάσεις της.
Συμμαχίες και στρατηγική αυτονομία
Η στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει απομόνωση ή ίσες αποστάσεις. Σημαίνει ικανότητα διαμόρφωσης εθνικών επιλογών, αξιολόγησης των εξαρτήσεων και ανάληψης ευθύνης μέσα στις συμμαχίες της χώρας. Κάθε συμφωνία πρέπει να εξετάζεται ως προς το πεδίο εφαρμογής, τις δεσμεύσεις, τις εξαιρέσεις και τις πραγματικές δυνατότητες συνδρομής. Η γενική πολιτική συμπαράσταση δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένη επιχειρησιακή υποχρέωση, ούτε η συμμαχική συμμετοχή υποκαθιστά την εθνική ετοιμότητα.
Το άρθρο 5 της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού προβλέπει συλλογική αντίδραση σε ένοπλη επίθεση, αλλά αφήνει σε κάθε σύμμαχο την επιλογή της ενέργειας που θεωρεί αναγκαία. Το άρθρο 42 παράγραφος 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση θεμελιώνει υποχρέωση βοήθειας και συνδρομής με όλα τα διαθέσιμα μέσα σε κράτος μέλος που δέχεται ένοπλη επίθεση στο έδαφός του. Η ελληνογαλλική στρατηγική εταιρική σχέση περιλαμβάνει ειδικότερη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής και ανανεώθηκε το 2026. Οι διαφορετικές αυτές εγγυήσεις πρέπει να αποτιμώνται νηφάλια, να ασκούνται σε πραγματικά σενάρια και να εντάσσονται σε ενιαίο εθνικό σχεδιασμό.
Προτείνεται σταθερός συντονισμός Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας, με σεβασμό στη διακριτή τους κρατική υπόσταση, και εμβάθυνση συνεργασιών με ευρωπαϊκούς, αμερικανικούς και περιφερειακούς εταίρους. Η οικονομική διπλωματία, η ναυτιλία και οι επιστημονικές σχέσεις μπορούν να διευρύνουν το πλέγμα κοινών συμφερόντων.
Κριτήριο είναι το μετρήσιμο όφελος για την ασφάλεια και την ανάπτυξη. Οι συνεργασίες οφείλουν επίσης να διατηρούν συνοχή με το διεθνές δίκαιο και τον σεβασμό των δικαιωμάτων, ώστε να στηρίζουν την αξιοπιστία της ελληνικής επιχειρηματολογίας.
Αποτροπή και ελληνική αμυντική παραγωγή
Η αποτροπή προϋποθέτει αξιόπιστες δυνατότητες, ετοιμότητα, διοικητική συνοχή και σαφή επικοινωνία των σκοπών. Η αξιολόγησή της πρέπει να περιλαμβάνει διαθεσιμότητα συστημάτων, εκπαίδευση, αποθέματα, συντήρηση και προστασία δικτύων. Η αγορά εξοπλισμού αποδίδει στρατηγικά όταν συνοδεύεται από δυνατότητα διαρκούς υποστήριξης.
Η Διακήρυξη της Χάγης του ΝΑΤΟ, το 2025, έθεσε δέσμευση ετήσιων επενδύσεων 5% του ΑΕΠ έως το 2035, με τουλάχιστον 3,5% για βασικές αμυντικές απαιτήσεις και έως 1,5% για συναφείς ανάγκες ασφάλειας και ανθεκτικότητας. Πρόκειται για πολιτική συμμαχική δέσμευση, όχι νομοθετική διάταξη, με προβλεπόμενη επανεξέταση το 2029. Για την Ελλάδα προέχει η αποδοτική κατανομή πόρων με δημοσιονομική βιωσιμότητα και διατήρηση κοινωνικών υπηρεσιών.
Προτείνεται πολυετές σχέδιο ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, με ανάπτυξη κρίσιμων ικανοτήτων, συμπαραγωγές και πιστοποιημένους προμηθευτές. Συντήρηση, ανταλλακτικά, ηλεκτρονικά, ασφαλείς επικοινωνίες και λογισμικό αποτελούν προτεραιότητες. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2021/697 θεσπίζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας για συνεργατική έρευνα και ανάπτυξη. Οι δημόσιες συμβάσεις χρειάζονται ελέγξιμη μεταφορά τεχνογνωσίας, συνολικό κόστος κύκλου ζωής και αξιολόγηση παραδόσεων. Πανεπιστήμια και τεχνική εκπαίδευση πρέπει να συνδέονται με παραγωγικές ανάγκες.
Εσωτερική ανθεκτικότητα και Κοινότητα Πολιτών
Η διαρκής ισχύς χρειάζεται εργαζόμενους, παραγωγική οικονομία και κοινωνική εμπιστοσύνη. Η ενεργειακή διαφοροποίηση, η ασφάλεια τροφίμων και νερού και η προστασία υποδομών περιορίζουν δυνατότητες εξωτερικού καταναγκασμού. Οι επενδύσεις σε λιμένες, διασυνδέσεις και ψηφιακά δίκτυα χρειάζονται παράλληλα εναλλακτικές λειτουργίας και δυνατότητα αποκατάστασης.
Στο θεσμικό πρότυπο του Χάρτη Δημοκρατικής Αναγέννησης, η Κοινότητα Πολιτών αποτελεί προτεινόμενο θεμέλιο συμμετοχής, παραγωγικής οργάνωσης και λογοδοσίας. Τα τοπικά παραγωγικά σύμφωνα μπορούν να συνδέουν αγροδιατροφή, μεταποίηση, μικρές επιχειρήσεις και έρευνα. Σκοπός είναι μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και κυκλοφορία εισοδήματος στον τόπο.
Η επανακατοίκηση της υπαίθρου απαιτεί εργασία, προσιτή κατοικία, υγεία, σχολείο και μετακινήσεις. Στα νησιά και στις παραμεθόριες περιοχές, η φροντίδα των κατοίκων ενισχύει τη συνοχή και τη βιωσιμότητα της παρουσίας τους.
Η εθνική άμυνα και η εξωτερική πολιτική παραμένουν ευθύνη του Κράτους. Το άρθρο 101 του Συντάγματος αφορά τη διοικητική αποκέντρωση και το άρθρο 102 την αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού. Η παράγραφος 5 του άρθρου 102 συνδέει τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων με αντίστοιχους πόρους. Οι προτάσεις του Χάρτη διακρίνονται σε άμεσα εφαρμόσιμες παρεμβάσεις, νομοθετικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που απαιτούν συνταγματική αναθεώρηση. Κάθε μεταφορά αρμοδιότητας χρειάζεται πόρους και διοικητική επάρκεια.
Η συμμετοχή των κατοίκων στον αναπτυξιακό σχεδιασμό προσφέρει γνώση των πραγματικών αναγκών και κοινωνικό έλεγχο της εφαρμογής. Προϋποθέτει δημοσιότητα, ισότιμη πρόσβαση και προστασία από τοπικά συμφέροντα που μπορούν να μονοπωλήσουν τη λήψη αποφάσεων. Η Κοινότητα Πολιτών δεν υποκαθιστά το Κράτος ούτε κατακερματίζει την εθνική βούληση. Τη θεμελιώνει κοινωνικά: επαναφέρει τον πολίτη από τη θέση του θεατή στη θέση του συμμέτοχου, παράγει συνεργασία και εμπιστοσύνη και συνδέει την τοπική γνώση με τον ενιαίο εθνικό σχεδιασμό. Η δημοκρατική συμμετοχή γίνεται έτσι συντελεστής ανθεκτικότητας και όχι απλή διαδικαστική διακήρυξη.
Στρατηγική εφαρμογή και έλεγχος
Προτείνεται δεκαπενταετής εθνική στρατηγική με τετραετή προγράμματα, υπεύθυνο συντονισμό και ετήσια ενημέρωση της Βουλής. Η συνέχεια απαιτεί συμφωνία σε βασικούς στόχους, χωρίς περιορισμό της δημοκρατικής διαφωνίας. Οι αποφάσεις πρέπει να στηρίζονται σε κοινή εκτίμηση απειλών, κοστολόγηση και εξέταση εναλλακτικών.
Η πολιτική ηγεσία οφείλει να ιεραρχεί ζωτικά συμφέροντα, στόχους και χρηματοδοτήσιμες δεσμεύσεις. Δημόσιο κείμενο στρατηγικής, διαβαθμισμένα παραρτήματα και κοινοβουλευτική ενημέρωση επιτρέπουν έλεγχο εξαγγελιών, δαπανών και αποτελεσμάτων. Η επιστημονική τεκμηρίωση και η διπλωματική μνήμη απαιτούν μόνιμες υπηρεσιακές δομές.
Ο σχεδιασμός χρειάζεται τρία σενάρια: σταδιακή αποκλιμάκωση, παρατεταμένη ένταση και οξεία κρίση. Για καθένα πρέπει να προσδιορίζονται διπλωματικές επιλογές, επιχειρησιακή ετοιμότητα, οικονομικές αντοχές και μηχανισμοί επικοινωνίας. Η περιοδική αξιολόγηση θα εξετάζει αμυντική διαθεσιμότητα, εγχώρια προστιθέμενη αξία, διαφοροποίηση προμηθευτών και αντοχή υποδομών. Ο θεσμικός έλεγχος οφείλει να προστατεύει τις διαβαθμισμένες πληροφορίες και να επιτρέπει ουσιαστική λογοδοσία.
Η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει τον περιφερειακό και ευρωπαϊκό της ρόλο μόνον όταν συνδέει νόμιμους σκοπούς με αξιόπιστα μέσα και όταν η εξωτερική της πολιτική εκφράζει συνέχεια και όχι εναλλασσόμενους τακτικισμούς. Εθνική ισχύς δεν είναι μόνο τα οπλικά συστήματα. Είναι η παραγωγική ικανότητα, η τεχνολογική γνώση, η δημογραφική αντοχή, η κοινωνική δικαιοσύνη, η θεσμική αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη των πολιτών προς την Πολιτεία.
Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι μια Ελλάδα που απλώς αντιδρά στις αποφάσεις άλλων, αλλά μια Ελλάδα που γνωρίζει τι επιδιώκει, διαθέτει τα μέσα να το υποστηρίξει και έχει τον λαό της ενεργό φορέα αυτής της πορείας. Η εθνική στρατηγική γίνεται τότε πράξη δημοκρατικής αυτογνωσίας: υπεράσπιση της κυριαρχίας, συγκρότηση ισχύος και δημιουργία των όρων ώστε ο ελληνικός λαός να αποφασίζει για το μέλλον του με ελευθερία, ασφάλεια και ευθύνη.





