Κάλεσμα Άιζενκοτ και στον ακροδεξιό Σμότριτς – Τραμπ: «Απίθανη μία νέα επίθεση στο Ιράν»
08/11/2026
Ο κύριος αντίπαλος του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, Γκάντι Άιζενκοτ, έλαβε το απόγευμα της Κυριακής εντολή από τον Ισραηλινό πρόεδρο Ισαάκ Χέρτζογκ για τη συγκρότηση της επόμενης κυβέρνησης του σε επίσημη τελετή στην προεδρική κατοικία. Προχώρησε σε ένα αμφιλεγόμενο κάλεσμα συνεργασίας.
Το κόμμα κεντρώο Γιασάρ ήλθε δεύτερο σε ψήφους και έδρες στις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ, πίσω από το δεξιό Λικούντ του Μπένιαμιν Νετανιάχου, αλλά τα κόμματα που τάσσονται υπέρ του Νετανιάχου (μεταξύ αυτών και της ακροδεξιάς) δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν ένα μπλοκ που θα μπορούσε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης στην Κνεσέτ.
Πριν συναντήσει τον Πρόεδρο, δήλωσε «αν τα μέλη του Λικούντ και του Θρησκευτικού Σιωνισμού πιστεύουν ειλικρινά ότι έχει έρθει η ώρα για ενότητα, δεν βλέπω κανέναν λόγο να μην υποστηρίξουν μια κυβέρνηση με επικεφαλής εμένα», υπογραμμίζοντας ότι η χώρα βρίσκεται σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους της ιστορίας της και κάνοντας ένα άνοιγμα στο κόμμα του Νετανιάχου και στο ακροδεξιό κόμμα του Μπεζαλέλ Σμότριτς.
Το κόμμα του Σμότριτς υποστηρίζει σθεναρά την προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και την επέκταση των εβραϊκών οικισμών. Τάσσεται κατά της δημιουργίας ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Φέρει έντονα θρησκευτικά στοιχεία, συνδέοντας την εθνική πολιτική με βιβλικές και ραβινικές ερμηνείες. Ο Σμότριτς προβαίνει συχνά σε ακραίες δηλώσεις κατά των Παλαιστινίων, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων την προσάρτηση της Γάζας και την εκδίωξη των Παλαιστινίων από την Δυτική Όχη. Η Γαλλία του έχει απαγορεύσει την είσοδο.
«Περιμένω από εσάς να κάνετε ό,τι είναι δυνατόν για να σχηματίσετε μια κυβέρνηση που θα υπηρετεί ολόκληρο τον λαό», δήλωσε ο Χέρτζογκ στην παρέμβασή του. «Εύχομαι από καρδιάς, όποια κυβέρνηση και αν σχηματιστεί, να οδηγήσει στην ενότητα, τη σύνδεση και την επούλωση μεταξύ όλων των τμημάτων του λαού», ανέφερε.
Στη δική του σύντομη δήλωση, ο Άιζενκοτ είπε: «Στέκομαι εδώ σήμερα με βαθύ αίσθημα καθήκοντος και με σαφή συνειδητοποίηση της βαριάς ευθύνης και του βάρους πάνω στους ώμους μου. Μαζί μου και μπροστά στα μάτια μου στέκονται όλοι οι πολίτες του Ισραήλ». Ο πρώην αρχηγός του στρατού επισήμανε ότι το Ισραήλ «βρίσκεται σε μια δύσκολη και κρίσιμη περίοδο έκτακτης ανάγκης. Τα μέτωπα του πολέμου παραμένουν ανοιχτά. Ταυτόχρονα, βρισκόμαστε εν μέσω μιας καταστροφικής διπλωματικής κρίσης».
Είπε ακόμη ότι είναι «δεσμευμένος με την εντολή που μου δόθηκε εδώ σήμερα, να ηγηθώ της συγκρότησης μιας εθνικής κυβέρνησης έκτακτης ανάγκης. Αυτό θα απαιτήσει δημιουργικές και έκτακτες πολιτικές κινήσεις. Το Ισραήλ δεν έχει το προνόμιο να σπαταλά χρόνο ή να επαναλαμβάνει ατέλειωτους εκλογικούς γύρους».
«Μετά τα δύσκολα χρόνια που περάσαμε, πρέπει να κάνουμε τα πράγματα αυτή τη φορά διαφορετικά, αυτή τη φορά για χάρη όλων των Ισραηλινών», είπε ακόμη ενώ έτεινε χείρα συνεργασίας «σε όλες τις κοινοβουλευτικές παρατάξεις και στους εκλεγμένους αξιωματούχους» λέγοντας ότι «η πόρτα μου είναι ανοιχτή και το χέρι απλωμένο -εγκάρδια και με προθυμία- προς όλους όσοι αντιλαμβάνονται την κατάσταση.
Ξεκινούν οι πρώτες διαπραγματεύσεις
Ο Άιζενκοτ έχει προθεσμία 28 ημερών για να παρουσιάσει το νέο σχήμα, το οποίο στηρίζουν κόμματα με συνολικά 67 βουλευτές, οπότε εκτός απροόπτου θα λάβει ψήφο εμπιστοσύνης. Εάν κρίνει ο πρόεδρος της χώρας ότι είναι απαραίτητο, μπορεί να λάβει μία παράταση 14 ημερών. Μέχρι να ψηφιστεί η νέα κυβέρνηση, ο Μπένιαμιν Νετανιάχου παραμένει πρωθυπουργός, υπηρεσιακός μεν αλλά πρακτικά με ευρείες αρμοδιότητες.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Άιζενκοτ θα συναντηθεί αύριο με τον εθνικιστή ηγέτη του Yisrael Beytenu, Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, σε μια προσπάθεια να επιλύσουν τις διαφωνίες σχετικά με τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης και να συντονίσουν την κοινοβουλευτική ατζέντα. Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί μία ημέρα πριν από την ορκωμοσία της νέας Κνεσέτ. Ο Αϊζενκότ αναμένεται επίσης να συναντηθεί αργότερα σήμερα με τον εθνικιστή πρόεδρο του B’Yachad, Ναφτάλι Μπένετ, ο οποίος έχει παραμείνει σιωπηλός εν μέσω των διαπραγματεύσεων μεταξύ Αϊζενκότ και Λίμπερμαν.
Η στήριξη των αραβικών πολιτικών δυνάμεων αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για την αλλαγή κυβέρνησης στο Ισραήλ, με το Ράαμ του Μανσούρ Αμπάς να δηλώνει έτοιμο να υπερψηφίσει μια κυβέρνηση υπό τον Γκάντι Άιζενκοτ, ακόμη και χωρίς συμφωνία κυβερνητικής συνεργασίας. Την ίδια ώρα, η «Κοινή Λίστα», η εκλογική συμμαχία των κομμάτων Χαντάς, Ταάλ και Μπαλάντ, ξεκαθαρίζει ότι δεν θα υπερψηφίσει μια τέτοια κυβέρνηση, αλλά ούτε θα επιδιώξει την ανατροπή της.
Σύμφωνα με την ισραηλινή εφημερίδα Haaretz, οι δύο σχηματισμοί, που διαθέτουν συνολικά 19 έδρες στην Κνεσέτ, οκτώ το Ράαμ και 11 η Κοινή Λίστα, προετοιμάζονται για μια κρίσιμη εβδομάδα. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους, επιδιώκουν την απομάκρυνση του Μπενιαμίν Νετανιάχου και των συμμάχων του, Μπεζαλέλ Σμότριτς και Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, από την εξουσία.
Όμως, το άνοιγμα Άιζενκοτ προς τον Μπεζαλέλ Σμότριτς αλλάζει τα δεδομένα, καθώς αποτελεί “κόκκινο πανί” για τα αραβικά κόμματα και φαίνεται ότι ο Άιζενκοτ προκρίνει κυβέρνηση με ένα μέρος της Δεξιάς, όπως δείχνουν και τα ανοίγματα στο Λίκουντ, για μην εξαρτάται από αυτά. Άγνωστο αν το κάλεσμα στον Σμότριτς επηρεάσει την συμμαχία του Άιζενκοτ με τον Κεντρώο Λαπίντ και άλλα κόμματα.
Τραμπ για Ιράν
Την ίδια στιγμή, «εξαιρετικά απίθανο» θεωρεί ο Ντόναλντ Τραμπ το να χρειαστεί να δώσει εντολή για την επανέναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν, εφόσον σημειωθεί πρόοδος στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ, σύμφωνα με σημερινές δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου στο CNN.
«Εξαρτάται από το αν θα υπογράψουν ή όχι μια πολύ ισχυρή συμφωνία», δήλωσε ο Τραμπ στον δημοσιογράφο του CNN Τζιμ Σιούτο, κατά τη διάρκεια 20λεπτης τηλεφωνικής συνέντευξης, κατά τη διάρκεια της οποίας επανέλαβε πέντε φορές την εκτίμησή του ότι δεν θα χρειαστεί να γίνουν νέες επιθέσεις στο Ιράν.
«Η απάντηση είναι ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να χρειαστεί κάτι τέτοιο. Είναι ένα κράτος που βρίσκεται σε παρακμή. Μόλις δημοσιεύτηκαν τα στοιχεία, είδατε τι συνέβη φέτος: πληθωρισμός 301%. Είναι εξαιρετικά απίθανο να χρειαστεί. Θα το έκανα αν ήταν απαραίτητο, αλλά τους πλήξαμε πολύ σκληρά. Τους χτύπησα πάρα πολύ σκληρά. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο σκληρά τους χτύπησα», διευκρίνισε ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
«Επομένως, είναι εξαιρετικά απίθανο να χρειαστεί να το κάνω. Η οικονομία τους καταρρέει. Τους έχουμε καταφέρει ισχυρά στρατιωτικά πλήγματα. Θα μπορούσαμε να τους αποτελειώσουμε», πρόσθεσε. Ο Τραμπ, ο οποίος στο παρελθόν έχει στείλει αντιφατικά μηνύματα σχετικά με την πρόθεσή του να τερματίσει τον πόλεμο, κατέστησε σαφές κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ότι οι αμερικανικές δυνάμεις βρίσκονται σε ετοιμότητα στην περιοχή, σε περίπτωση που αποφασίσει να διατάξει νέες επιθέσεις. «Είμαστε έτοιμοι. Έχω εδώ τρία αεροπλανοφόρα. Το ένα μόλις έφτασε. Διαθέτουμε τρία. Βρίσκονται σε πλήρη ετοιμότητα και είναι εξοπλισμένα για άμεση δράση», δήλωσε.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε επίσης ότι οι ΗΠΑ έχουν εντοπίσει στόχους υποδομών στο εσωτερικό του Ιράν, σε περίπτωση επανέναρξης των στρατιωτικών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και γέφυρες. «Έχουμε εντοπίσει 38 γέφυρες τις οποίες μπορούμε να καταστρέψουμε μέσα σε κυριολεκτικά μία ώρα. Θα έχουν καταρρεύσει όλες τους», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, ανέφερε ότι θα προτιμούσε να μην καταστρέψει τις ιρανικές υποδομές. «Δεν θέλω να το κάνω αυτό, γιατί ουσιαστικά θα χρειαστούν 10 χρόνια για να τις ανοικοδομήσουν», δήλωσε, προσθέτοντας: «Δεν μου αρέσει να γκρεμίζω γέφυρες. Και οι γέφυρες είναι από τα πιο δύσκολα έργα στην κατασκευή. Χρειάζονται χρόνια για να ολοκληρωθούν και εγώ είμαι καλός κατασκευαστής».
Όσον αφορά τη δυνατότητα του Ιράν να αμυνθεί απέναντι σε ενδεχόμενα νέα αμερικανικά πλήγματα, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η ιρανική αντιαεροπορική άμυνα έχει καταστραφεί. «Είναι αδύνατον, καθώς δεν διαθέτουν πλέον αντιαεροπορικά συστήματα. Όλα τα αντιαεροπορικά τους συστήματα έχουν καταστραφεί», δήλωσε.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έδωσε επίσης νέα στοιχεία για την κατάσταση των αποθεμάτων πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι το καθεστώς διατηρεί μόλις το 10% της πυραυλικής του ισχύος και το 15% των δυνατοτήτων του σε drones.
«Το μόνο που μπορούν πλέον να κάνουν είναι να λειτουργούν περίπου στο 10% των δυνατοτήτων τους, κατασκευάζοντας ορισμένους πυραύλους και drones. Όσον αφορά τα drones, βρίσκονται περίπου στο 15%, καθώς μεγάλο μέρος των εργοστασίων τους έχει καταστραφεί», υποστήριξε ο ένοικος του Λευκού Οίκου. «Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα χρειαστεί», επανέλαβε αναφερόμενος στο ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής επιχείρησης. «Θέλουν πάρα πολύ να καταλήξουν σε συμφωνία».
Οι δύο πλευρές παραμένουν σε αδιέξοδο
Οκτώ μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, οι δύο πλευρές παραμένουν σε αδιέξοδο, με λίγη ιδιαίτερη στρατιωτική δραστηριότητα ή ουσιαστική διπλωματική πρόοδο, ενώ τα πετρελαιοφόρα που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ έχουν γίνει στόχος ιρανικών επιθέσεων.
Οι δύο χώρες, καθώς και αξιωματούχοι του Κατάρ, το οποίο έχει αναλάβει διαμεσολαβητικό ρόλο στις συνομιλίες, τηρούν σιγή σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι στο Ιράν επικαλούνται τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών της περασμένης εβδομάδας στις ΗΠΑ, τα οποία επηρεάστηκαν εν μέρει από τη δυσαρέσκεια των Αμερικανών ψηφοφόρων για τον πόλεμο, ως ένδειξη ότι η προεδρία Τραμπ έχει αποδυναμωθεί.
Εκτιμούν, μάλιστα, ότι αυτό θα μπορούσε να καταστήσει τον Αμερικανό πρόεδρο πιο πρόθυμο να υποχωρήσει στις απαιτήσεις της Τεχεράνης, επιτρέποντάς της να συνεχίσει το πυρηνικό της πρόγραμμα, το οποίο, όπως υποστηρίζει η ίδια, είναι απαραίτητο για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών, καθώς και να διατηρήσει τον έλεγχο του Ορμούζ.
Παράλληλα, το Ιράν αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πώληση πετρελαίου στις διεθνείς αγορές, λόγω των αμερικανικών κυρώσεων, ενώ δισεκατομμύρια δολάρια από περιουσιακά του στοιχεία που βρίσκονται σε ξένες τράπεζες παραμένουν δεσμευμένα. Η διπλωματική κινητικότητα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή έχει ενταθεί από την Τρίτη, οπότε διεξήχθησαν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ.
Την Παρασκευή, το Κατάρ ανακοίνωσε ότι ο Τραμπ είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον εμίρη του Κατάρ, σεΐχη Ταμίμ μπιν Χαμάντ Αλ Θάνι, με αντικείμενο την αποκλιμάκωση της έντασης. Μία ημέρα νωρίτερα, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, είχε συνομιλίες με τους ομολόγους του από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν, το Πακιστάν, το Κουβέιτ, την Ιορδανία, την Τουρκία, την Κύπρο και το Κατάρ.
Ποιος είναι ο Άιεζνκοτ
Για να επιστρέψουμε στο Ισραήλ, ο Γκάντι Άιζενκοτ είναι γιος μεταναστών από το Μαρόκο και το δεύτερο από εννέα παιδιά. Μεγάλωσε στην Τιβεριάδα και στο Εϊλάτ, μακριά από τα πολιτικά και οικονομικά κέντρα εξουσίας της χώρας. Η καταγωγή του τον διαφοροποιεί από τον Νετανιάχου, ο οποίος μεγάλωσε σε ένα ιδιαίτερα προνομιούχο περιβάλλον της Ιερουσαλήμ.
Ο Άιζενκοτ ανήκει στους Μιζραχί, τους Εβραίους με καταγωγή από χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Πρόκειται για μια κοινότητα που παραδοσιακά αποτελεί σημαντική εκλογική βάση του Λικούντ. Το Ισραήλ δεν είχε ποτέ πρωθυπουργό από αυτή την κοινότητα.
Η καταγωγή του βρέθηκε πρόσφατα στο επίκεντρο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, όταν ο τηλεοπτικός παρουσιαστής Γινόν Μαγκάλ, γνωστός για τη στήριξή του στον Νετανιάχου, αποκάλεσε τον Άιζενκοτ «πίθηκο», υποστηρίζοντας ότι ένας πολιτικός μαροκινής καταγωγής καθοδηγείται από την ελίτ των Ασκεναζί, των Εβραίων ευρωπαϊκής καταγωγής.
Οι δηλώσεις προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων και καταδικάστηκαν ακόμη και από τον ίδιο τον Νετανιάχου. Ο Μαγκάλ υποστήριξε αργότερα ότι δεν αναφερόταν στην εθνική καταγωγή του Άιζενκοτ, αλλά χρησιμοποιούσε έναν όρο για κάποιον που λειτουργεί ως βιτρίνα άλλων. Ο Άιζενκοτ, πάντως, σπάνια αναφέρεται δημόσια στην καταγωγή του.
Ο γιος του σκοτώθηκε στη Γάζα
Προτού ασχοληθεί με την πολιτική, ο Άιζενκοτ πέρασε τέσσερις δεκαετίες στον ισραηλινό στρατό. Κατατάχθηκε το 1978 και ανέβηκε σταδιακά στην ιεραρχία, μέχρι που ανέλαβε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου από το 2015 έως το 2019, επί πρωθυπουργίας Νετανιάχου. Το 2016 στήριξε τη διεξαγωγή στρατιωτικής έρευνας και δίκης για τον στρατιώτη Ελόρ Αζαρία, ο οποίος πυροβόλησε και σκότωσε έναν τραυματισμένο Παλαιστίνιο στη Χεβρώνα. Η στάση του προκάλεσε αντιδράσεις από τη δεξιά, με τον Άιζενκοτ να επιμένει ότι προτεραιότητά του ήταν η πειθαρχία και η τήρηση των κανόνων από τον στρατό.
Στην πολιτική μπήκε το 2022, μαζί με έναν ακόμη πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, τον Μπένι Γκαντς. Μετά την επίθεση της Χαμάς, τον Οκτώβριο του 2023, οι δύο άνδρες συμμετείχαν στο έκτακτο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο του Νετανιάχου. Αποχώρησαν τον Ιούνιο του 2024, καταγγέλλοντας ότι η κυβέρνηση δεν διέθετε σαφή στρατηγική για την επόμενη ημέρα στη Γάζα.
Στο μεταξύ, ο πόλεμος είχε πλήξει προσωπικά τον Άιζενκοτ. Τον Δεκέμβριο του 2023, ο μικρότερος γιος του, Γκαλ, σκοτώθηκε σε μάχη στη Γάζα, σε ηλικία 25 ετών. Δύο ανίψια του έχασαν επίσης τη ζωή τους στις συγκρούσεις. Σε άρθρο του τον Απρίλιο του 2026, ο Άιζενκοτ έγραψε ότι πάνω από τον τάφο του γιου του ορκίστηκε πως η θυσία του, όπως και των υπόλοιπων στρατιωτών που σκοτώθηκαν, δεν θα πήγαινε χαμένη. Έχει παρουσιάσει αυτή την υπόσχεση ως έναν από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους επιδιώκει να κυβερνήσει τη χώρα.
Πόσο διαφορετικός είναι από τον Νετανιάχου
Ο Άιζενκοτ θέλει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κυβερνάται το Ισραήλ. Στην εξωτερική πολιτική και στα ζητήματα ασφάλειας, ωστόσο, οι θέσεις του δεν απέχουν πολύ από εκείνες του Νετανιάχου, ενδεικτικό το κάλεσμα του στον ακροδεξιό σύμμαχο του Ισραηλινού πρωθυπουργού. Μία από τις βασικές δεσμεύσεις του είναι η σύσταση ανεξάρτητης επιτροπής που θα ερευνήσει τα λάθη και τις παραλείψεις των ισραηλινών αρχών πριν από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Ο Νετανιάχου έχει μέχρι σήμερα αρνηθεί τη σύσταση μιας τέτοιας επιτροπής
Στηρίζει επίσης την καθιέρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής ή εναλλακτικής εθνικής υπηρεσίας για όλους τους πολίτες, βάζοντας τέλος στις γενικευμένες εξαιρέσεις από τη στράτευση που απολαμβάνουν οι υπερορθόδοξοι Εβραίοι. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα, καθώς η κυβέρνηση Νετανιάχου στηρίζεται σε υπερορθόδοξα κόμματα.
Στα ζητήματα ασφάλειας, ωστόσο, ο Άιζενκοτ παραμένει υπέρμαχος της σκληρής στρατιωτικής γραμμής. Έχει στηρίξει τις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν και συμμερίζεται τον στόχο να εμποδιστεί η Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Έχει συνδεθεί επίσης με το λεγόμενο «δόγμα Νταχίγια», που προβλέπει τη χρήση συντριπτικής στρατιωτικής ισχύος, ακόμη και εναντίον πολιτικών υποδομών, με στόχο την αποτροπή μελλοντικών επιθέσεων.
Η βασική διαφωνία του με τον Νετανιάχου αφορά τη στρατηγική και τη διαχείριση των πολέμων. Ο Άιζενκοτ θεωρεί ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να συνοδεύονται από σαφείς πολιτικούς στόχους και διπλωματικές πρωτοβουλίες. Έχει κατηγορήσει μάλιστα τον πρωθυπουργό ότι παρέτεινε τον πόλεμο στη Γάζα για πολιτικούς λόγους, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των Ισραηλινών ομήρων.





