Δομή διοικήσεως Ενόπλων Δυνάμεων: Ο “ελέφας στο δωμάτιο”
24/01/2026
Η δομή διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων, παρότι ζήτημα θεμελιώδους σημασίας, παραμένει υποβαθμισμένο στον δημόσιο διάλογο. Η στρατιωτική ισχύς, όμως, εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της διοίκησης. Γι’ αυτό θα εξετάσουμε τα κλιμάκια της νέας δομής διοίκησης.
Μετά την αναγκαιότητα σύστασης ενιαίας Διοίκησης Αιγαίου, το δεύτερο σοβαρότερο ζήτημα που αφορά τη δομή διοίκησης είναι η Διοίκηση Ειδικού Πολέμου (ΔΕΠ) — ο πραγματικός “ελέφαντας στο δωμάτιο”. Η ίδρυσή της το 2021 δεν προήλθε από επιχειρησιακή απαίτηση, αλλά από παράθυρο ευκαιρίας που βρήκαν οι υποστηρικτές της, από τη γοητεία που ασκούν οι επίλεκτες δυνάμεις στους πολιτικούς και την κοινή γνώμη, καθώς και από το έλλειμμα στρατιωτικής παιδείας. Οι υποστηρικτές της ΔΕΠ, κυρίως όσοι έχουν υπηρετήσει εκεί, δεν προβάλλουν σαφές επιχειρησιακό πλεονέκτημα από τη δημιουργία της. Αντιθέτως, αποδίδουν την κριτική που ασκείται σε αυτήν σε υποτιθέμενο φθόνο όσων αντιτίθενται. Ωστόσο, το ζήτημα είναι σοβαρό για καφενειακές συζητήσεις.
Ειδικός Πόλεμος
Η ύπαρξη της ΔΕΠ οδηγεί σε σύγχυση εννοιών, δημιουργεί δύο παράλληλες χερσαίες διοικήσεις, περιπλέκει αδικαιολόγητα τη διοίκηση και τον έλεγχο, ενθαρρύνει την “τακτικοποίηση” και τον κατακερματισμό των στρατιωτικών ενεργειών και τελικά δεν προάγει την επιθετική προσπάθεια. Ειδικότερα:
Πρώτον, ο όρος “Ειδικός Πόλεμος” δεν έχει υιοθετηθεί από το ΝΑΤΟ. Στο αμερικανικό δόγμα, ορίζεται ως «η εκτέλεση δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν συνδυασμό φονικών και μη φονικών ενεργειών από ειδικά εκπαιδευμένη και μορφωμένη δύναμη, με βαθιά κατανόηση πολιτισμών και ξένων γλωσσών, ικανότητα δράσης μικρών κλιμακίων και δυνατότητα εκπαίδευσης και μάχης μαζί με γηγενείς δυνάμεις σε φιλικό, αβέβαιο ή εχθρικό περιβάλλον» (ADP 3-05, Army Special Operations, 2019).
Ποια σχέση έχει ο ελληνικός “Ειδικός Πόλεμος” με τον ανωτέρω ορισμό, καθώς πρόκειται για εντελώς διαφορετικές έννοιες. Η εκτίμηση είναι ότι, έχοντας ήδη συγκροτήσει Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων και αναζητώντας έναν όρο για μια νέα υπερ-διοίκηση, επιλέχθηκε αυθαίρετα ο τίτλος “Ειδικός Πόλεμος”, ανεξαρτήτως του πραγματικού περιεχομένου του. Υπολανθάνει η αντίληψη ότι η επίκληση ενός αμερικανικού ή ΝΑΤΟϊκού όρου προσδίδει αυτομάτως κύρος και αξιοπιστία!
Δεύτερον, η λειτουργία που επιβαρύνεται περισσότερο —χωρίς λόγο— είναι αυτή της διοίκησης και του ελέγχου, και μάλιστα με τρεις διαφορετικούς τρόπους:
- Με τη σύσταση της ΔΕΠ δημιουργούνται στην πράξη δύο διοικήσεις χερσαίων δυνάμεων, καθώς τόσο το ΓΕΣ όσο και η ΔΕΠ υπάγονται απευθείας στο ΓΕΕΘΑ. Το μείζον των δυνάμεων της ΔΕΠ δεν είναι αυτές των Ειδικών Επιχειρήσεων, αλλά οι σχηματισμοί του επίλεκτου πεζικού, δηλαδή πεζοναυτών, αλεξιπτωτιστών και καταδρομών. Πριν τη σύσταση της ΔΕΠ ούτως ή άλλως οι σχηματισμοί αυτοί υπάγονταν σε έναν σχηματισμό, την Ι Μεραρχία.
- Η νέα διοίκηση που συστήνεται αναλαμβάνει δύο σχηματισμούς που ούτως ή άλλως υπάγονταν στο ΓΕΕΘΑ. Η Διακλαδική Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων από την ίδρυσή της το 2013 υπαγόταν στο ΓΕΕΘΑ, η δε Ι Μεραρχία, με τους πεζοναύτες, καταδρομείς και αλεξιπτωτιστές χρησιμοποιούταν από το ΓΕΕΘΑ. Δηλαδή εκεί που είχαμε δύο διοικήσεις απευθείας υπό το ΓΕΕΘΑ, τώρα παρεμβάλλουμε μία νέα διοίκηση μεταξύ αυτών και του ΓΕΕΘΑ! Ένα νέο επίπεδο διοίκησης σημαίνει αύξηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών και επιμήκυνση του χρόνου λήψεως αποφάσεων, αλλά και υλοποίησής τους. Ιδιαίτερα υποβαθμίζεται η Διακλαδική Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων, της οποίας ο διοικητής δεν έχει άμεση πρόσβαση στον αρχηγό ΓΕΕΘΑ.
- Η νέα δομή δεν αντιμετωπίζει το σοβαρό πρόβλημα διοίκησης και ελέγχου στο Αιγαίο, το οποίο εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζεται ως ενιαία περιοχή επιχειρήσεων. Αντιθέτως, προστίθεται ακόμη ένας διοικητής (της ΔΕΠ) επιδεινώνοντας μια ήδη προβληματική κατάσταση (βλ. άρθρο 18/1/2026).
Τρίτον, για το σκέλος της ΔΕΠ που αφορά τις δυνάμεις της Ι Μεραρχίας (πεζοναύτες, αλεξιπτωτιστές, καταδρομείς), δύο κρίσιμες παρατηρήσεις:
- Η συγκέντρωση ανόμοιων δυνάμεων σε μία δεξαμενή δεν επιφέρει ουσιαστική αλλαγή εφόσον δεν αλλάζει ο τρόπος χρησιμοποιήσεώς τους. Παρά τον βαρύγδουπο τίτλο, το πρόβλημα απλώς παρακάμπτεται. Αν οι ταξιαρχίες αυτές χρησιμοποιούνται τμηματικά και διαδοχικά, τότε οδηγούμαστε στην “τακτικοποίηση” των επιχειρήσεων. Αυτή η λογική αντανακλά την αντίληψη της περιορισμένης ή ελεγχόμενης χρήσης βίας, την οποία ο Ευάγγελος Βενιζέλος περιέγραψε ως “σημειακή κρίση”. Δηλαδή, η λογική των “σημειακών κρίσεων” μπαίνει από την πίσω πόρτα ακόμα και αν δεν έχουμε τέτοια πρόθεση.
- Όσο μεγεθύνονται οι δυνατότητες της Τουρκίας, άλλο τόσο αυξάνεται η ανάγκη για διενέργεια από μέρους μας επιθετικών ενεργειών στο επιχειρησιακό και στο τακτικό επίπεδο. Επομένως, το ζητούμενο για όλες τις “ειδικές” ταξιαρχίες που είναι επίλεκτες δυνάμεις με ανώτερη εκπαίδευση, ηθικό και δυνατότητες, δεν είναι να τις περιθωριοποιήσουμε. Είναι να τις χρησιμοποιήσουμε επιθετικά με τρόπο που να αποδώσουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Αυτές οι δυνάμεις πρέπει να χρησιμοποιούνται συγκεντρωτικά, σε συνδυασμό και με άλλες δυνατότητες, ώστε το συνολικό αποτέλεσμα να είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών. Δηλαδή να επιτυγχάνουν επιχειρησιακού επιπέδου σκοπούς με στρατηγικά αποτελέσματα.
Χερσαία Διοίκηση και Σώματα Στρατού
Η κατάργηση της Στρατιάς απλοποιεί τη διοίκηση και τον έλεγχο και συντομεύει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Άλλωστε, το ΓΕΣ την περίοδο 1940–41 διεξήγαγε δύο πολέμους με δύο διακριτές δομές, το Γενικό Στρατηγείο και το έμπεδο ΓΕΣ. Επιπλέον ο Παπάγος ασκούσε στρατηγικό ρόλο. Παρά τις αδυναμίες και την κριτική που τού έχει ασκηθεί, η συγκεκριμένη ρύθμιση λειτούργησε αποτελεσματικά.
Το Ισραήλ, το οποίο συχνά προβάλλεται ως πρότυπο, δεν διαθέτει ενιαία χερσαία διοίκηση. Διαθέτει τρεις γεωγραφικές διοικήσεις επιπέδου Σώματος Στρατού. Αντιθέτως, η Αίγυπτος δημιούργησε Διοίκηση Χερσαίων Δυνάμεων πριν από τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, η οποία εκτιμάται ότι συνέβαλε στη συντριπτική ήττα της. Ασφαλώς, απαιτείται μια Διοίκηση Εσωτερικού (όχι η ΑΣΔΥΣ), ρόλο τον οποίο θα μπορούσε να αναλάβει εν καιρώ πολέμου η Γενική Επιθεώρηση.
Η μετονομασία των Γ΄ και Δ΄ Σώματος Στρατού σε Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Ηπείρου-Μακεδονίας (ΑΣΔΗΜ) και Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Θράκης (ΑΣΔΙΘ) αντίστοιχα, συνιστά ύβρη και περιφρόνηση των στρατιωτικών παραδόσεων. Τα Σώματα Στρατού αυτά διαθέτουν ιστορία άνω των εκατό ετών και χιλιάδες νεκροί έπεσαν υπερασπιζόμενοι τις σημαίες τους.
Αντίστοιχα ακατανόητη είναι η μετονομασία της ΑΣΔΕΝ σε Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου (ΑΣΔΑΑΜ). Οι επιχειρησιακές δυνατότητες της ΑΣΔΕΝ στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ανύπαρκτες. Αντί να δημιουργηθεί πραγματική διακλαδική Διοίκηση Αιγαίου, που θα ενοποιούσε τον Στόλο και την ΑΣΔΕΝ και θα διέθετε και δυνατότητες δράσης στην Ανατολική Μεσόγειο, επιλέγεται απλώς η μετονομασία!
Τέλος, ο χαρακτηρισμός της ΑΣΔΕΝ, του Δ΄ Σώματος Στρατού, του Αρχηγείου Στόλου και του Αρχηγείου Τακτικής Αεροπορίας (ΑΤΑ) ως “Μειζόνων Διοικήσεων Διακλαδικών Επιχειρήσεων” αποκαλύπτει πλήρη παρανόηση της διακλαδικότητας. Μια διοίκηση καθίσταται διακλαδική όταν διαθέτει δυνάμεις από τους άλλους κλάδους και όχι όταν απλώς στελεχώνεται από αξιωματικούς διαφορετικών Κλάδων, ή όταν βαφτίζεται διακλαδική. Επαναλαμβάνουμε το ίδιο λάθος με αυτό του 2003.
Στρατηγεία ΝΑΤΟ και ΕΕ
Η Ελλάδα διαθέτει στρατηγεία τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στην ΕΕ, τα οποία επηρεάζουν άμεσα την εθνική δομή διοίκησης. Το 2003 προσφέραμε στο ΝΑΤΟ το Γ΄ Σώμα Στρατού ως Σώμα Ταχείας Αντίδρασης, αφενός επειδή αυτό επεδίωκε, αφετέρου επειδή διέθετε αντίστοιχο στρατηγείο η Τουρκία. Ωστόσο, από το 2003 τα στρατηγεία του ΝΑΤΟ δεν διαθέτουν συγκεκριμένη περιοχή ευθύνης. Παράλληλα, η Τουρκία διέθετε από το 1952, ένα ή και δύο στρατηγεία στη δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ. Επίσης η Τουρκία διέθετε την πολιτική βούληση να αναπτύξει το αντίστοιχο στρατηγείο της όπου το ζητούσε το ΝΑΤΟ και ανέλαβε τρεις φορές τη διοίκηση της ISAF στο Αφγανιστάν.
Αντίστοιχα στρατηγεία διαθέτουν χώρες με πολύ μεγαλύτερες οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες από την Ελλάδα. Η Ολλανδία, για παράδειγμα, συμμετέχει σε κοινό στρατηγείο με τη Γερμανία. Στην Ελλάδα προβάλλεται το επιχείρημα ότι η συμμετοχή τρίτων χωρών στον λειτουργικό προϋπολογισμό του στρατηγείου αντισταθμίζει το κόστος. Ωστόσο, δεδομένου ότι εδώ σπανίως υπολογίζεται το συνολικό κόστος, και ότι αυτό δεν περιορίζεται στα λειτουργικά έξοδα, θα είχε ενδιαφέρον μια σοβαρή μελέτη για το πραγματικό κόστος διατήρησης ενός τέτοιου στρατηγείου.
Το σοβαρότερο, όμως, πρόβλημα είναι η υπονόμευση της αξιοπιστίας μας. Ενώ δηλώνουμε ότι διαθέτουμε στρατηγείο Σώματος Στρατού ικανό να διεξαγάγει επιχειρήσεις οπουδήποτε στο πλαίσιο της Συμμαχίας, δεν υφίσταται πολιτική βούληση να το αναπτύξουμε σε διεθνή αποστολή. Πρόκειται για μικρομεγαλισμό, τον οποίο αντιλαμβάνονται όλοι. Δεν αναπτύξαμε το στρατηγείο στο Αφγανιστάν και μάλλον δεν θα το πράξουμε στο μέλλον.
Σε ανάλογο πνεύμα, όταν η Ελλάδα παραχώρησε και δεύτερο στρατηγείο, αυτή τη φορά στην ΕΕ. Πρόκειται για την 1η Στρατιά, η οποία λειτουργεί ως Επιχειρησιακό Στρατηγείο (Operation Headquarters – OHQ), στρατηγικού επιπέδου. Αντίστοιχα στρατηγεία διαθέτουν μόνο οι Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ισπανία. Και εδώ ισχύουν οι ίδιες επιφυλάξεις.
Οι συμμαχίες —ιδίως οι στρατιωτικές— είναι αναγκαίες για την Ελλάδα και η ενεργός συμμετοχή της είναι επιβεβλημένη. Ωστόσο, η χώρα οφείλει να επανεξετάσει την προσφορά δύο στρατηγείων ανωτάτου επιπέδου σε ΝΑΤΟ και ΕΕ. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η εναρμόνιση σκοπών, μέσων και τρόπων, δηλαδή η συνεισφορά σε μια συμμαχία να είναι ανάλογη με τη θέση, τις δυνατότητες και τις επιδιώξεις της χώρας. Αυτό που παρατηρείται σήμερα είναι το αντίθετο: μια δυσαρμονία σκοπών, μέσων και τρόπων, δηλαδή ένας στρατηγικός ανορθολογισμός.
Τα προβλήματα παραμένουν
Μετά το 1990 έχουν παρουσιαστεί διάφορες “νέες δομές”, οι περισσότερες εκ των οποίων δεν τελεσφόρησαν. Ο βασικός τους προβληματισμός περιοριζόταν συνήθως σε δύο ερωτήματα: ποιες μονάδες θα καταργηθούν και ποιο σχήμα θα επιλεγεί για τους “ειδικούς” σχηματισμούς. Το Β΄ Σώμα Στρατού ιδρύθηκε το 1998 ως Δύναμη Άμεσης Αντίδρασης, καταργήθηκε ορθώς το 2013 και το 2021 συστάθηκε η Διοίκηση Ειδικού Πολέμου. Οι ίδιες ιδέες ανακυκλώνονται χωρίς συνολική-συνεκτική μεταρρύθμιση. Μία από τις βασικές αιτίες της στασιμότητας είναι η ένδεια στρατιωτικής σκέψης και η υποβάθμιση της στρατιωτικής μόρφωσης.
Η νέα δομή, που δεν είναι και τόσο νέα, δεν πρόκειται να λύσει πιεστικά και χρονίζοντα οργανωτικά προβλήματα. Είναι εντυπωσιακό ότι 75 χρόνια μετά την ένταξή μας στο ΝΑΤΟ, αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις στους στρατούς πιο προηγμένων χωρών και επαναλαμβάνουμε τα ίδια σφάλματα. Άλλωστε, καμία οργανωτική μεταρρύθμιση δεν αγγίζει το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα του Στρατού: τη χαμηλή επάνδρωση των μονάδων. Πρόβλημα που μπορεί να επιλυθεί μόνο με την αύξηση της στρατιωτικής θητείας.





