Η “επανάσταση των ταπεινών” που αγνοεί η ελληνική αποτροπή – Πολλά, έξυπνα, μικρά και φθηνά
30/08/2026
Πολλές φορές υποστηρίζεται ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ανάπτυξη ενός ελληνικού στρατεύματος με επαρκή ισχύ ώστε να αντιτάξει στην τουρκική πολεμική μηχανή μια αναντίρρητη “θεωρία νίκης”, είναι η έλλειψη επαρκών κονδυλίων. Υποτίθεται ότι εάν διαθέταμε έναν πακτωλό δισεκατομμυρίων θα μπορούσαμε να επιτύχουμε αυτό το ιδεατό. Σε μια ευρύτερη ανάγνωση, ένα από τα πιο στερεότυπα επιχειρήματα με τα οποία “τεκμηριώνεται” η στρατιωτική ανωτερότητα των ΗΠΑ είναι ότι δαπανούν πολύ περισσότερα χρήματα για το στράτευμά τους από ό,τι οι υπόλοιποι.
Σε προηγούμενα άρθρα στο SLpress έχουμε αναφερθεί στο πόσο παραπλανητική είναι αυτή η αντίληψη, καθώς και το πόσο σημαντική είναι η “επανάσταση των ταπεινών” που βρίσκεται σήμερα εν εξελίξει στον χώρο της πολεμικής τεχνολογίας και πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος για την Εθνική Άμυνα της Ελλάδας, αν συνεχίσει να λειτουργεί με βάση μια “παραδοσιακή” αντίληψη λίγων, ακριβών, δυσαναπλήρωτων πλατφορμών, αγορασμένων από το εξωτερικό. Αυτών που κάποιοι αναλυτές αναφέρουν ως όπλα – τοτέμ ή όπλα – φετίχ, με την ψυχαναλυτική έννοια των συγκεκριμένων όρων.
Σε πρόσφατη ανάρτησή του στο FB, ο Αντιστράτηγος (ε.α.) Κωνσταντίνος Αλεξάκης, Επίτιμος Διοικητής Διακλαδικής Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων (ΔΔΕΕ), αναφέρεται ακριβώς σε αυτό το θέμα και παραπέμπει σε συνέντευξη του εμβληματικού Thomas Hammes, απόστρατου Συνταγματάρχη του Σώματος των Πεζοναυτών των ΗΠΑ (USMC), ανώτερου ερευνητή στο National Defense University, συγγραφέα της κλασικής μελέτης “The Sling and the Stone: On War in the 21st Century” και έναν από τους πατέρες του όρου “Πόλεμος Τέταρτης Γενεάς”.
Η συνήθης τύφλωση
Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτό από ένα επιμένον κομμάτι του πολιτικοστρατιωτικού κατεστημένου στον κόσμο γενικώς, αλλά και στην Ελλάδα. Αυτή η τυφλότητα δεν είναι κάτι το καινούργιο. Η εμμονική άρνηση των εξελίξεων είναι ενδημική νόσος των στρατιωτικών ηγητόρων στην Ιστορία. Σήμερα, για παράδειγμα, δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι η ρομποτική επανάσταση των τελευταίων χρόνων είναι ένα περαστικό φαινόμενο και, αργά ή γρήγορα, θα επανέλθουμε στη “φυσιολογική κατάσταση” των περασμένων ετών. Οι απόψεις αυτές θυμίζουν τον Στρατάρχη Χαίηγκ (τον “Χασάπη του Σομ”), ο οποίος το 1925 επέμενε πως τα άρματα μάχης και τα αεροπλάνα ήταν απλά “accessories” και ο πόλεμος θα συνέχιζε να κρίνεται “από τον άνθρωπο και το άλογο”…
Ωστόσο, η άρνηση των τεχνολογικών εξελίξεων είναι απλώς μέρος ενός ευρύτερου φαινομένου. Υπάρχει μια ευρύτερη τάση για την υποτίμηση των επιδράσεων “ταπεινών” παραγόντων στην εξέλιξη της πολεμικής ισχύος και στην ανάλυση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ένα πιθανό αίτιο για αυτό είναι το “ανθρωποθεϊκό” πνεύμα που αναπτύχθηκε στον Διαφωτισμό, σε συνδυασμό με ένα αυστηρά ντετερμινιστικό, νευτώνειο παράδειγμα (paradigm) ανάγνωσης της Ιστορίας, το οποίο άτυπα συνεχίζει να κυριαρχεί και σήμερα, παρόλο που οι θεωρίες του Χάους και της Πολυπλοκότητας (ChaoPlexity) το έχουν επιστημολογικά ανατρέψει.
Έτσι, δίνεται έμφαση στα όπλα – σύμβολα, τα οποία “οφείλουν” να ενσωματώνουν διαρκώς και υψηλότερη τεχνολογία, ενώ κάθε αντιστροφή σε αυτήν την τάση (όταν δηλαδή εμφανίζονται οπλικά συστήματα χαμηλής τεχνολογίας και χαμηλού κόστους, που υπερτερούν των υψηλής τεχνολογίας) θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, μια περιστασιακή απόκλιση από την κανονικότητα.
Όμως, το φαινόμενο δεν περιορίζεται στην τεχνολογία. Οι “μεγάλοι” παράγοντες που μπορούν εύκολα να “κουμπώσουν” σε ένα νευτώνειο μοντέλο ερμηνείας των ιστορικών εξελίξεων, υιοθετούνται άκριτα, ενώ οι “ταπεινοί” παράγοντες απορρίπτονται, όχι μόνο γιατί είναι ταπεινοί, αλλά και γιατί είναι συνήθως αστάθμητοι και διαταράσσουν την τάξη της φαντασιακής γραμμικής εξέλιξης της Ιστορίας. Στο πλαίσιο αυτής της ανάγνωσης, οι πόλεμοι και οι μάχες θεωρούνται “μάχες στρατηγών”, όπου θριαμβεύει η στρατηγική του ενός έναντι του άλλου. Όμως, η πραγματικότητα είναι συνήθως πιο σύνθετη.
Ένα παράδειγμα από τη Ρωσία
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μάχη του Τάνενμπεργκ στην αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου οι Γερμανοί συνέτριψαν μια ισχυρή ρωσική στρατιά, εμπλέκοντάς την σε έναν εγκλωβισμό τύπου “Μάχης των Καννών” (μια τυπική εμμονή των Γερμανών, που και αυτή έχει βαθιά πολιτισμικά θεμέλια). Η συντριπτική, πλην όμως όχι αποφασιστική, αυτή νίκη θεωρείται ευρέως ότι υπήρξε αποτέλεσμα της στρατηγικής ανωτερότητας των Γερμανών ανώτατων διοικητών έναντι των ανίκανων Ρώσων και φυσικά αυτή η αντίληψη απεικονίζει ένα σημαντικό κομμάτι της πραγματικότητας. Όμως, δεν είναι η μόνη αιτία.
Ένας παραγνωρισμένος λόγος για την ρωσική συντριβή στο Τάνενμπεργκ, αλλά και γενικότερα για τις ανεπαρκείς επιδόσεις των ρωσικών στρατευμάτων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν η έλλειψη ενός σώματος μόνιμων υπαξιωματικών, σε αντίθεση με το εξαιρετικό αντίστοιχο σώμα του Γερμανικού Αυτοκρατορικού Στρατού.
Ειδικά στη μάχη του Τάνενμπεργκ, η σύγκρουση διεξήχθη σε δασώδεις περιοχές και βάλτους, όπου οι δυνάμεις διασπώνταν σε μικρές ομάδες. Χωρίς υπαξιωματικούς οι Ρώσοι στρατιώτες δεν ήξεραν τι να κάνουν, έχαναν το ηθικό τους, παρέλυαν και τελικά παραδίδονταν. Επίσης, η έλλειψη ενός επαρκούς, επαγγελματικού σώματος υπαξιωματικών ήταν ένας βασικός παράγοντας που εμπόδισε τον Μπρουσίλοφ, μία από τις μεγαλύτερες στρατηγικές ιδιοφυίες της σύγχρονης εποχής, να εφαρμόσει πλήρως τις καινοτόμες μεθοδολογίες του.
Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να έχει αντιστραφεί πλήρως, αν αρκετές δεκαετίες πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη δεκαετία του 1870, επί τσάρου Αλεξάνδρου του Β΄, ο Στρατάρχης Ντμίτρι Μιλιούτιν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις του και να δημιουργήσει ένα μόνιμο σώμα υπαξιωματικών στον Τσαρικό Στρατό, κάτι που τελικά δεν προχώρησε, υποτίθεται για λόγους κόστους. Αν είχε γίνει αυτή η “ταπεινή” αλλαγή, τότε η πορεία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου θα ήταν πιθανότατα διαφορετική, αλλά και η πορεία της Ρωσίας.
Δεν είναι καθόλου σίγουρο, μεταξύ των άλλων, ότι θα είχε ξεσπάσει η Οκτωβριανή Επανάσταση και πολύ περισσότερο ότι θα είχε καταφέρει να επιβληθεί. Οι μόνιμοι υπαξιωματικοί αποτελούν κατά κανόνα στυλοβάτες του καθεστώτος, όπως συνέβη και στη μεταπολεμική Γερμανία, όπου οι υπαξιωματικοί ήταν οι πυλώνες πάνω στους οποίους οικοδομήθηκαν τα Freikorps για να πολεμήσουν τους Σπαρτακιστές στις επαναστατικές και εμφύλιες συρράξεις που ακολούθησαν τη γερμανική ήττα. Αντιθέτως, στη Ρωσία οι υπαξιωματικοί, που δεν ήταν επαγγελματίες, ήταν αυτοί που, αρνούμενοι να πάρουν τα όπλα κατά του εξεγερμένου πλήθους, πυροδότησαν την επανάσταση.
Και αν λοιπόν δεν είχε συμβεί η Οκτωβριανή Επανάσταση, ή αν είχε αποτύχει, ή έστω αν είχε κινηθεί προς άλλη κατεύθυνση και δεν είχε οδηγήσει στην επικράτηση των Μπολσεβίκων, τότε ολόκληρη η ιστορία του 20ου αιώνα θα ήταν διαφορετική. Δεν μπορούμε, φυσικά, να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν μια τέτοια μεταρρύθμιση θα είχε αποτρέψει την επανάσταση. Μπορούμε, όμως, να υποθέσουμε βάσιμα ότι, ένας αποτελεσματικότερος στρατός, με μεγαλύτερη συνοχή και διαφορετικές επιδόσεις στον πόλεμο, θα είχε μεταβάλει ουσιωδώς το περιβάλλον μέσα στο οποίο κατέρρευσε το τσαρικό καθεστώς.
Η “επανάσταση των ταπεινών” ως κλειδί για το μέλλον
Βλέπουμε λοιπόν πόσο σημαντικοί είναι οι “ταπεινοί” παράγοντες, πόσο δυναμικό μέγεθος είναι η πολεμική ισχύς και πόσο εύκολο είναι να κινηθούν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση οι ιστορικές εξελίξεις από αστάθμητους παράγοντες. Και αν αυτό συμβαίνει γενικώς, σε ρευστές εποχές όπως στον Α’ Παγκόσμιο και σήμερα είναι πολύ πιο επικίνδυνες.
Για την Ελλάδα, επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα διατεθούν για την Άμυνα, αλλά σε τι είδους δομή ισχύος θα ενταχθούν. Ένα ακόμη πανάκριβο οπλικό σύστημα δεν θεραπεύει αυτομάτως τις αδυναμίες στην εκπαίδευση, στη διοίκηση, στην επάνδρωση, στην εφεδρεία, στα αποθέματα, στη συντήρηση και στην ικανότητα ταχείας προσαρμογής. Αντιθέτως, η επένδυση στους “ταπεινούς” παράγοντες μπορεί να πολλαπλασιάσει την αξία ακόμη και περιορισμένων μέσων. Η πολεμική ισχύς δεν είναι άθροισμα πλατφορμών, αλλά αναδυόμενη ιδιότητα ενός ολόκληρου συστήματος.
Η “επανάσταση των ταπεινών”, συνεπώς, δεν σημαίνει απλώς φθηνότερα όπλα αλλά διαφορετική αντίληψη περί πολέμου. Μεταξύ των άλλων, περιλαμβάνει τη μετάβαση από τη λατρεία του τεχνολογικού αντικειμένου στην καλλιέργεια ενός προσαρμοστικού πολεμικού οικοσυστήματος, ικανού να μαθαίνει, να διασπείρεται, να ανασυντίθεται και να παράγει δυσανάλογα αποτελέσματα. Και για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να συναγωνιστεί την Τουρκία σε έναν γραμμικό αγώνα αριθμών, αυτή η μετατόπιση δεν είναι μια οικονομική λύση ανάγκης αλλά αποτελεί τον πυρήνα μιας ελληνοκεντρικής θεωρίας νίκης.





