Μόνο ζημιά κάνει η υποβάθμιση των υπαξιωματικών
23/01/2026
Το πρόσφατο νομοσχέδιο για τις Ένοπλες Δυνάμεις παρουσιάστηκε ως εκσυγχρονισμός και εφαρμογή του αμερικανικού προτύπου. Στον πυρήνα όμως των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων, η ηγεσία διέπεται από μια αδιαπραγμάτευτη αρχή: “An Officer is only as good as his NCO” (ένας Αξιωματικός είναι τόσο καλός όσο ο Υπαξιωματικός του). Χωρίς αυτή τη θεσμική σχέση εξουσίας και εμπιστοσύνης, δεν υπάρχει δυτικός στρατός· υπάρχει μόνο διοικητική ιεραρχία.
Το νέο νομοθετικό πλαίσιο δεν υιοθετεί αυτήν τη φιλοσοφία. Αντιθέτως, διαφαίνεται ότι παγιώνει μια βαθύτερη παθογένεια: τη διαχρονική αδυναμία ουσιαστικής κατανόησης και αξιοποίησης του Σώματος των Υπαξιωματικών. Η ψήφιση του νομοσχεδίου άφησε ανοιχτά ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων. Όχι επειδή δεν αναγνώρισε προβλήματα, αλλά επειδή απέφυγε να αγγίξει τον πυρήνα τους.
Η θεσμική εκτόπιση του Υπαξιωματικού δεν προέκυψε τυχαία, αλλά μέσω ενός δομικού πληθωρισμού Αξιωματικών. Δεν πρόκειται για ιστορικό ατύχημα, αλλά για συνειδητή ή επιπόλαιη επιλογή των τελευταίων δεκαετιών, τόσο από την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία όσο και από μια πολιτεία που νομοθετούσε χωρίς κριτήριο τη λειτουργικότητα, με όρους ισορροπιών, διαχείρισης και πρόσκαιρης ευκολίας. Το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτο: συρρίκνωση του ζωτικού χώρου ευθύνης του Υπαξιωματικού, υποβάθμιση καθηκόντων και διατάραξη της λειτουργικής ισορροπίας της ιεραρχίας.
Για δεκαετίες, το σύστημα επένδυσε σε μια βολική αλλά καταστροφική πρακτική: γαλόνια χωρίς εξουσία. Αντί να διαμορφώσει επαγγελματίες Υπαξιωματικούς με σαφή θεσμικό ρόλο, καλλιέργησε την προσδοκία της προαγωγής σε Αξιωματικό ως μοναδική μορφή επαγγελματικής δικαίωσης. Έτσι παγιώθηκε η εικόνα του Υπαξιωματικού ως “Αξιωματικού εν αναμονή”, χωρίς πραγματικό πεδίο άσκησης εξουσίας και χωρίς διακριτή αποστολή.
Η αντίσταση στο νέο πλαίσιο δεν προέρχεται μόνο από όσους φοβούνται την αλλαγή, αλλά και από όσους αντιλαμβάνονται ότι αυτή είναι ατελής. Πολλοί Υπαξιωματικοί, όπως και Αξιωματικοί προερχόμενοι από Υπαξιωματικούς, εμμένουν στο παλιό μοντέλο όχι από νοσταλγία, αλλά από ρεαλισμό. Το νομοσχέδιο δεν εγκαθιδρύει ένα πραγματικό δυτικό —και ειδικά αμερικανικό— πρότυπο, αλλά μια ελληνοποιημένη εκδοχή του: περιορίζει τη δυνατότητα εξέλιξης χωρίς να εκχωρεί την εξουσία που θα καθιστούσε τον Υπαξιωματικό θεσμικά ισχυρό.
Την ίδια στιγμή, μέρος των Αξιωματικών καριέρας επικαλείται το ίδιο πρότυπο για διαφορετικούς, προφανώς συντεχνιακούς λόγους. Η απομάκρυνση των Αξιωματικών προερχόμενων από Υπαξιωματικούς παρουσιάζεται ως αποκατάσταση της ιεραρχικής πυραμίδας και ως “εξορθολογισμός”, στηριζόμενη σε μια υπαρκτή αλήθεια: ότι το παλαιό σύστημα καλλιέργησε μια στρεβλή λογική, η οποία βόλεψε όσους απέφευγαν τις ουσιαστικές ευθύνες. Ωστόσο, η επίκληση αυτή παρακάμπτει τη θεμελιώδη προϋπόθεση των δυτικών στρατών: τη θεσμική ενδυνάμωση του Σώματος των Υπαξιωματικών ως πυρήνα διοίκησης σε τακτικό επίπεδο. Έτσι, το λεγόμενο “αμερικανικό μοντέλο” δεν υιοθετείται ως συνολική μεταρρύθμιση, αλλά εργαλειοποιείται ως μηχανισμός εσωτερικής ανακατανομής ισχύος.
Το ζητούμενο δεν είναι η παραγωγή Αξιωματικών δεύτερης κατηγορίας. Είναι η συγκρότηση Υπαξιωματικών πρώτης γραμμής: στελεχών με εξουσία που απορρέει από καθήκον, γνώση και ευθύνη, όχι από τίτλους χωρίς περιεχόμενο. Στους δυτικούς στρατούς, στους οποίους αναφέρεται ο Υπουργός, η ισχύς του Υπαξιωματικού δεν είναι ρητορική. Είναι θεσμική και επιχειρησιακά αναγκαία.
Η σχέση Αξιωματικών-Υπαξιωματικών
Κατά την άποψη του γράφοντος, η μάχη για τη διατήρηση του παλιού μοντέλου έχει ουσιαστικά χαθεί, καθώς το νομοσχέδιο έχει ήδη ψηφιστεί από τη Βουλή και είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανατραπεί στην πράξη μέσω δικαστικών προσφυγών. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα αλλάξουμε, αλλά αν θα τολμήσουμε να αλλάξουμε σωστά ή αν θα περιοριστούμε σε μια ακόμη ελληνική προσαρμογή της ίδιας αποτυχίας.
Παρακάτω παρουσιάζονται συνοπτικά προτάσεις, σε αντιπαραβολή με διεθνή πρότυπα και πρακτικές, για να φανεί πώς η θεσμική ενδυνάμωση των Υπαξιωματικών καθορίζει την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και πώς το προωθούμενο μοντέλο κινδυνεύει να καταρρεύσει στην πράξη, λόγω της μειωμένης προσέλευσης υποψηφίων με επαρκή προσόντα στις Σχολές Υπαξιωματικών και της αυξανόμενης τάσης παραιτήσεων ήδη υπηρετούντων, εφόσον δεν ενσωματωθούν αλλαγές και κρίσιμες ρυθμίσεις στις αναμενόμενες εγκυκλίους και διευκρινιστικές οδηγίες.
Το δομικό σφάλμα κουλτούρας εντοπίζεται στην αφετηρία της εκπαιδευτικής διαδικασίας στις Παραγωγικές Σχολές (Ευελπίδων, Ικάρων, Ναυτικών Δοκίμων), όπου η στρατιωτικοποίηση και η διαμόρφωση ηγετικού προφίλ ανατίθεται κυρίως σε αρχαιοτέρους σπουδαστές με αποτέλεσμα οι απόφοιτοι να αντιλαμβάνονται τον Υπαξιωματικό ως εκτελεστικό στέλεχος δευτερευόντων καθηκόντων. Στους δυτικούς στρατούς, αυτό αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα ανώτερων Υπαξιωματικών, που διδάσκουν πώς κερδίζεται ο σεβασμός και όχι πως επιβάλλεται μέσω βαθμού. Στα αμερικάνικα West Point και το Annapolis, οι TAC NCOs και Drill Sergeants θέτουν από την πρώτη ημέρα τα πρότυπα στρατιωτικής συμπεριφοράς, ενώ στη βρετανική Sandhurst ο Warrant Officer της Ακαδημίας ενσαρκώνει το ανώτατο στρατιωτικό κύρος.
Η ουσιαστική διοίκηση σε μια Μονάδα καταρρέει όταν ασκείται μονοπρόσωπα, οδηγώντας στη φθορά της μικροδιαχείρισης. Η λύση είναι η ενιαία δυάδα Αξιωματικού–Υπαξιωματικού: ο Αξιωματικός σχεδιάζει, αποφασίζει και φέρει τη συνολική ευθύνη ο Υπαξιωματικός εκπαιδεύει, επιβάλλει πρότυπα και μετουσιώνει τις αποφάσεις σε πράξη. Στην αμερικανική βάση Quantico πρόσφατα, Στρατηγοί τεσσάρων αστέρων και Αρχιλοχίες παρακολουθούν μαζί την ομιλία του Προέδρου Τραμπ, σε μια διάταξη δίπλα-δίπλα που υπογραμμίζει τη σημασία του Υπαξιωματικού στη διοίκηση — κάτι που φαίνεται αδιανόητο σήμερα για τα ελληνικά δεδομένα.
Επίσης, μέσα από θεσμοθετημένο mentoring, οι έμπειροι Υπαξιωματικοί καθοδηγούν τους νέους Αξιωματικούς, συνδέοντας τη θεωρία με την εμπειρία και ξεπερνώντας την ψευδαίσθηση ότι η αποφοίτηση από τις Παραγωγικές Σχολές Αξιωματικών συνεπάγεται αυτομάτως επιχειρησιακή επάρκεια.
Η απαξίωση του Υπαξιωματικού στην Ελλάδα δεν είναι μόνο οργανωτική, αλλά και βαθιά κοινωνική και πολιτισμική, καλλιεργημένη επί δεκαετίες μέσα από στερεότυπα, όπως η καρικατούρα του τηλεοπτικού Επισμηνία Καραβανέα! Ο στρατεύσιμος πολίτης δυσκολεύεται να τον αντιληφθεί ως κρίσιμο παράγοντα λειτουργίας της Μονάδας, ιδιαίτερα όταν του ανατίθενται καθήκοντα κατώτερα του βαθμού του ή μειωτικού χαρακτήρα. Επιπλέον, όταν οι Αξιωματικοί επιτρέπουν στους οπλίτες να παρακάμπτουν τον Υπαξιωματικό, υποσκάπτεται ο ρόλος του. Μόνο όταν η πραγματική συμβολή του Υπαξιωματικού γίνει ορατή μπορεί να ανακοπεί η κοινωνική απαξίωση — και αυτό είναι απαραίτητη συνθήκη για την προσέλκυση και παραμονή ικανών στελεχών.
Προϋπόθεση για ένα ισχυρό και λειτουργικό Σώμα Υπαξιωματικών είναι μία ενιαία επαγγελματική πυραμίδα και κοινή εκπαιδευτική βάση. Ο προβληματικός διχασμός του Σώματος σε δύο παράλληλες πυραμίδες εξέλιξης, μία για αποφοίτους ΑΣΣΥ και μία για ΕΠΟΠ–ΕΜΘ, δεν εξυπηρετεί καμία επιχειρησιακή ανάγκη· αντίθετα, τροφοδοτεί καχυποψία και εσωστρέφεια μεταξύ στελεχών που καλούνται να υπηρετήσουν και να πολεμήσουν μαζί.
Σε αυτό το πλαίσιο, ΕΠΟΠ και ΕΜΘ οφείλουν, μετά από συγκεκριμένο χρόνο υπηρεσίας και αντικειμενική αξιολόγηση, να εντάσσονται στις ΑΣΣΥ σε προκαθορισμένο εξάμηνο και ποσοστό, παράλληλα με τους εισακτέους μέσω εξετάσεων. Όσοι δεν πληρούν τα κριτήρια ή δεν αξιοποιούν το θεσμοθετημένο παράθυρο εξέλιξης οφείλουν να αποστρατεύονται, σύμφωνα με το δόγμα “up or out”, ώστε το σύστημα να παραμένει λειτουργικό.
Αυτονόητη προϋπόθεση αποτελεσματικής ιεραρχίας είναι τα διακριτικά βαθμού να αποτυπώνουν αποκλειστικά τη θέση στην ιεραρχία και όχι την προέλευση του στελέχους. Ο πληθωρισμός βαθμών που εισάγει το νομοσχέδιο αποδυναμώνει το κύρος τους και τους μετατρέπει σε τυπικούς τίτλους χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Απαιτείται, συνεπώς, σαφής ευθυγράμμιση με τα νατοϊκά πρότυπα (OR-1 έως OR-9), όπου οι τίτλοι θέσης ορίζονται ρητά ως λειτουργικοί ρόλοι και όχι ως διακριτοί βαθμοί.
Μερικές ιδέες
Η βιωσιμότητα των ΑΣΣΥ προϋποθέτει τη μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο κλιμακωτής εκπαίδευσης. Η αρχική φοίτηση οφείλει να επανέλθει σε διετή διάρκεια και να είναι αποκλειστικά διά ζώσης, με έμφαση στη στρατιωτικοποίηση και στη διαμόρφωση σαφούς επαγγελματικής επάρκειας. Πέραν αυτού του σταδίου, οι επόμενοι κύκλοι εκπαίδευσης πρέπει να υλοποιούνται σε προκαθορισμένα ορόσημα της σταδιοδρομίας, μέσω πιστοποιημένης εξ αποστάσεως φοίτησης τύπου “ανοικτού πανεπιστημίου”, αποκλειστικά για στελέχη που προάγονται ή προετοιμάζονται για ανώτερους ρόλους, κατόπιν αξιολόγησης και όχι απλώς με τη συμπλήρωση ετών υπηρεσίας. Με τον τρόπο αυτό καλύπτονται στοχευμένες ανάγκες γνώσης, χωρίς να υπονομεύεται η επιχειρησιακή διαθεσιμότητα των Μονάδων.
Η διαφοροποίηση των απαιτήσεων ανά βαθμίδα καθιστά σαφές ότι η εξειδικευμένη γνώση δεν πρέπει να παρέχεται οριζόντια και πρόωρα, αλλά τη στιγμή που καθίσταται υπηρεσιακά αναγκαία. Με αυτό το σχήμα, η εκπαίδευση μετατρέπεται από τυπική υποχρέωση σε εργαλείο άμεσης ενίσχυσης της επιχειρησιακής ικανότητας του στελέχους. Η συμμετοχή Ανθυπασπιστών στις Σχολές Πολέμου και την ΑΔΙΣΠΟ είναι αναγκαία ώστε η δυάδα ηγεσίας, ανεξαρτήτως προέλευσης, να λειτουργεί με κοινό δόγμα και ενιαία αντίληψη.
Παράλληλα, οι ακαδημαϊκοί τίτλοι οφείλουν να μοριοδοτούνται ουσιαστικά, ώστε να επηρεάζουν την ανέλιξη προς την κορυφή της επετηρίδας. Επιπλέον, πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα Υπαξιωματικών με συναφές πανεπιστημιακό πτυχίο, οι οποίοι το επιλέγουν, να μετατάσσονται στο Σώμα των Αξιωματικών..
Η καταξίωση του Ανθυπασπιστή πρέπει να επισφραγίζεται με την απονομή ξίφους, ενώ τα στελέχη σε θέσεις ευθύνης οφείλουν να απολαμβάνουν προνόμια αντίστοιχα με αυτά των Αξιωματικών που υποστηρίζουν, ώστε η ηγεσία να εμφανίζεται ενιαία και αδιαίρετη. Αυτονόητο είναι ότι η άσκηση εξουσίας πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη μισθολογική διαβάθμιση. Η καθιέρωση του αρχαιότερου Ανθυπασπιστή κάθε Κλάδου ως συμμετέχοντος συμβούλου στα Ανώτατα Στρατιωτικά Συμβούλια, για θέματα ανθρώπινου δυναμικού, ευθυγραμμίζει τη χώρα με τα συμμαχικά πρότυπα και αποκαθιστά τη θεσμική εκπροσώπηση εκεί όπου διαμορφώνεται η πολιτική των Ενόπλων Δυνάμεων.
Επανασχεδιασμός του κανονιστικού πλαισίου
Η ουσιαστική αναβάθμιση των Υπαξιωματικών προϋποθέτει σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και ζωτικό χώρο ευθύνης, τον οποίο σήμερα περιορίζει ο υπερβολικός αριθμός Αξιωματικών, ιδίως μη μάχιμων. Όταν Αξιωματικοί αναλαμβάνουν τεχνικούς ρόλους ή καθήκοντα απλού προϊσταμένου, αλλοιώνεται η αποστολή τους και ταυτόχρονα ακυρώνεται ο θεσμικός ρόλος των Υπαξιωματικών. Διεθνώς, ο Υπαξιωματικός τοποθετείται στον άξονα της επιχειρησιακής λειτουργίας με σαφές καθηκοντολόγιο και πραγματική ευθύνη, όπως στο US Navy όπου ο Command Master Chief (CMC) είναι τρίτος στην ιεραρχία πλοίου.
Οι Αξιωματικοί πρέπει να αποκτούν ουσιαστική εμπειρία στις Μονάδες με σκοπό τη διαμόρφωση επιχειρησιακής αντίληψης και όχι την κάλυψη λειτουργικών κενών, ώστε στη συνέχεια να αξιοποιούνται κυρίως σε διοικητικές και επιτελικές θέσεις, γεγονός που προϋποθέτει περιορισμένο αριθμό. Η λογική αυτή, σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα, επιβάλλει τον συνολικό επανασχεδιασμό του κανονιστικού πλαισίου πολιτικής χρησιμοποίησης τόσο των Αξιωματικών όσο και των Υπαξιωματικών.
Αποτελεί διαχρονική πρακτική, από τη μεταπολίτευση έως σήμερα, η πολιτική παρέμβαση στη στρατιωτική ιεραρχία μέσω διορισμών, μεταθέσεων και τακτοποιήσεων ημετέρων· άλλη μια παθογένεια που οφείλει να σπάσει. Η βιαστική ανάληψη ανώτερων καθηκόντων από Υπαξιωματικούς και Ανθυπασπιστές, χωρίς το αναγκαίο βάθος γνώσης και εμπειρίας, τους καθιστά ευάλωτους σε πολιτικές καθοδηγήσεις και υπονομεύει τη συγκρότηση θεσμικά ισχυρού Σώματος. Η απάντηση βρίσκεται σε αυστηρό σχεδιασμό επιλογής και θεσμική θωράκιση μέσω απαιτητικής εκπαίδευσης στο εξωτερικό, η οποία λειτουργεί εκ των πραγμάτων ως φίλτρο, καθώς μόνο στελέχη με τα απαραίτητα προσόντα μπορούν να ανταποκριθούν. Η αποστολή σε κορυφαίες ακαδημίες (π.χ. NCO Academies των ΗΠΑ), ιδίως για senior στελέχη, διασφαλίζει τη μεταφορά διεθνών προτύπων και τη διαρκή ευθυγράμμιση του Σώματος με τη σύγχρονη στρατιωτική ελίτ.
Η «Ατζέντα 2030» δεν θα κριθεί από τα οπλικά συστήματα που θα αποκτηθούν, αλλά από το αν θα αντιμετωπίσει τη βαθύτερη δομική αδυναμία των Ενόπλων Δυνάμεων: την απουσία ισχυρού και θεσμικά κατοχυρωμένου Σώματος Υπαξιωματικών. Πρόκειται, όταν αυτό συνειδητοποιηθεί, για μια κατ’ εξοχήν αμοιβαία επωφελή μεταρρύθμιση, η οποία ενισχύει ουσιαστικά τον ρόλο των Υπαξιωματικών και ταυτόχρονα απελευθερώνει τους Αξιωματικούς από τη μικροδιοίκηση, ώστε να ασκήσουν τα πραγματικά τους καθήκοντα.
Η ευκαιρία για τη μετατροπή των Ενόπλων Δυνάμεων σε ένα σύγχρονο, δυτικού τύπου μοντέλο είναι ιστορική και αναγκαία για την πατρίδα. Ωστόσο, ο πραγματικός εκσυγχρονισμός δεν επιτυγχάνεται με κατ’ επίφαση υιοθέτηση προτύπων που απλώς επικαλούμαστε, αλλά με ουσιαστικές θεσμικές επιλογές και συνέπεια στην εφαρμογή τους. Υπό αυτό το πρίσμα, κανείς δεν δικαιούται να ισχυριστεί άγνοια. Η επιλογή είναι πολιτική — και είναι πλέον αναπόφευκτη.





