ΝΑΤΟ: Η συμμαχία που αγαπάμε να μισούμε
03/04/2025
Οι συμμαχίες, όπως και οι φιλίες, είναι συνήθως επιλογή – και μάλιστα μια επιλογή για την οποία νιώθουμε περήφανοι. Ωστόσο, η σχέση της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ είναι γεμάτη αντιφάσεις. Ενώ η Συμμαχία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της δυτικής άμυνας, εξασφαλίζοντας σταθερότητα και ασφάλεια, στην ελληνική κοινή γνώμη παραμένει στόχος έντονης κριτικής, ακόμα και εχθρότητας.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η τουρκική προκλητικότητα και η συζήτηση για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία αναδεικνύουν τη σημασία του ΝΑΤΟ στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Την ίδια στιγμή, η αμερικανική πολιτική αβεβαιότητα – με αιχμή τις θέσεις Τραμπ – θέτει εν αμφιβόλω το μέλλον της Συμμαχίας. Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, η Ελλάδα απολαμβάνει την αμυντική ομπρέλα του ΝΑΤΟ, αλλά διατηρεί μια διαχρονική δυσπιστία απέναντί του.
Γιατί, λοιπόν, το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις στη χώρα μας; Είναι απλώς ιστορικές πληγές ή μήπως η πεποίθηση ότι δεν υπερασπίζεται πάντα τα ελληνικά συμφέροντα; Και, κυρίως, σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο ασταθής, μπορεί η Ελλάδα να αντέξει χωρίς το ΝΑΤΟ – ή μήπως η απομόνωση θα ήταν η μεγαλύτερη παγίδα; Από τη στιγμή που η Ελλάδα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ, ο ρόλος του στη διατήρηση της σταθερότητας απέναντι στις προκλήσεις της Τουρκίας υπήρξε κρίσιμος.
Παρότι έχουν υπάρξει περίοδοι εντάσεων, η Συμμαχία έχει λειτουργήσει ως αποτρεπτικός μηχανισμός, διατηρώντας την Ελλάδα εντός μιας αμυντικής ομπρέλας που μειώνει τις πιθανότητες ανοικτής σύγκρουσης. Ωστόσο, το ΝΑΤΟ έχει δεχθεί έντονη κριτική στην Ελλάδα για διάφορους λόγους:
- Ιστορικές πληγές: Η στάση του ΝΑΤΟ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974) και η αδράνειά του στην εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974 δημιούργησαν βαθιά δυσπιστία.
- Αντιαμερικανισμός: Το ΝΑΤΟ συχνά ταυτίζεται με τις ΗΠΑ, οι οποίες στην ελληνική πολιτική συνείδηση έχουν συνδεθεί με αρνητικές παρεμβάσεις.
- Αίσθηση ανισομερούς μεταχείρισης: Η Ελλάδα θεωρεί ότι το ΝΑΤΟ δεν λαμβάνει πάντα σαφή θέση υπέρ της στα ελληνοτουρκικά ζητήματα.
- Συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις: Ο ρόλος του ΝΑΤΟ σε συγκρούσεις όπως στη Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ έχει τροφοδοτήσει αντιπολεμικά αισθήματα.
Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, η ελληνική κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή αποφάσισε την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, διαμαρτυρόμενη για την αδυναμία της Συμμαχίας να αποτρέψει την τουρκική επιθετικότητα.
Η κίνηση αυτή είχε σοβαρές συνέπειες, καθώς άφησε τη χώρα πιο εκτεθειμένη σε περιφερειακές απειλές και μείωσε την επιρροή της εντός του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε την ελληνική αποχώρηση για να ενισχύσει τη στρατηγική της θέση στη Συμμαχία. Η Ελλάδα επέστρεψε στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1980, αναγνωρίζοντας τη σημασία της αμυντικής συνεργασίας εντός της Συμμαχίας.
Από το ΠΑΣΟΚ στον ΣΥΡΙΖΑ
Στη δεκαετία του 1980, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου υιοθέτησε μια έντονα αντιαμερικανική και αντιΝΑΤΟϊκή ρητορική, με το σύνθημα “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο” να γίνεται σύμβολο της αμφισβήτησης των δυτικών θεσμών. Όταν όμως το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την εξουσία το 1981, η πραγματική του πολιτική υπήρξε σαφώς πιο πραγματιστική.
Παρά τις αρχικές διακηρύξεις για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, η κυβέρνηση Παπανδρέου διατήρησε τη συμμετοχή της Ελλάδας στη Συμμαχία, αντιλαμβανόμενη τη στρατηγική σημασία της για την εθνική ασφάλεια. Επιπλέον, αντί για άμεση απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων, υπογράφηκε το 1983 η Συμφωνία για τις Βάσεις (MDCA), που ρύθμιζε την παρουσία των αμερικανικών δυνάμεων στη χώρα, εξασφαλίζοντας παράλληλα διπλωματικά και οικονομικά ανταλλάγματα, και που ισχύει με τροποποιήσεις μέχρι σήμερα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, πριν αναλάβει την εξουσία το 2015, υιοθετούσε μια έντονα επικριτική στάση απέναντι στο ΝΑΤΟ, προβάλλοντας θέσεις υπέρ μιας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής και ενάντια στη συμμετοχή της Ελλάδας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις της Συμμαχίας. Υποστήριζε τη μείωση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ και προωθούσε μια πιο πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Ωστόσο, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κυβέρνηση, η ρητορική του άλλαξε σημαντικά.
Παρόλο που διατήρησε την κριτική του στάση απέναντι σε ορισμένες νατοϊκές πολιτικές, ενίσχυσε τη συνεργασία της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ, αναγνωρίζοντας τη σημασία της Συμμαχίας για την εθνική ασφάλεια. Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα προχώρησε σε συμφωνίες για την επέκταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη χώρα και συμμετείχε ενεργά σε νατοϊκές ασκήσεις και αποστολές. Η στροφή αυτή ερμηνεύτηκε ως μια προσαρμογή στις γεωπολιτικές πραγματικότητες και στις πιέσεις που δέχτηκε η χώρα ως μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
Το ΚΚΕ υπήρξε διαχρονικά ο πιο σφοδρός πολέμιος του ΝΑΤΟ, θεωρώντας το ως εργαλείο ιμπεριαλιστικής επιβολής. Από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, το ΚΚΕ ακολουθεί μια σταθερά αντιΝΑΤΟϊκή γραμμή, ζητώντας την αποχώρηση της Ελλάδας από τη Συμμαχία και την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων από τη χώρα. Η στάση αυτή συνδέεται με την ευρύτερη πολιτική του αντίληψη, που εναντιώνεται σε δυτικούς στρατιωτικούς και οικονομικούς θεσμούς.
Οι πρώην ανατολικές χώρες
Παράλληλα, η ρωσική προπαγάνδα έχει αξιοποιήσει τη δυσπιστία απέναντι στο ΝΑΤΟ για να ενισχύσει αντιδυτικά αισθήματα στην Ελλάδα. Μέσω μέσων ενημέρωσης, κοινωνικών δικτύων και πολιτικών επιρροών, προωθεί αφηγήματα που παρουσιάζουν το ΝΑΤΟ ως επιθετικό και αποσταθεροποιητικό παράγοντα, με στόχο να αποδυναμώσει τη δυτική συνοχή και να ενισχύσει την επιρροή της Ρωσίας.
Επιπλέον, τα κινήματα ειρήνης που αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και στη διάρκεια των πολέμων στη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αρνητικής εικόνας για το ΝΑΤΟ. Αντιπολεμικές οργανώσεις και διανοούμενοι στην Ελλάδα έχουν κατηγορήσει τη Συμμαχία για επεμβάσεις που αντίκεινται στο διεθνές δίκαιο, ενισχύοντας τη δημόσια κριτική απέναντί της.
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, πολλές πρώην ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες αναζήτησαν ασφάλεια και σταθερότητα μέσω της ένταξής τους στο ΝΑΤΟ. Η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Τσεχία ήταν οι πρώτες που εντάχθηκαν το 1999, ακολουθούμενες από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακία και τις χώρες της Βαλτικής το 2004. Για αυτές τις χώρες, η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ δεν ήταν απλώς μια στρατηγική επιλογή αλλά και μια διαβεβαίωση ότι δεν θα βρεθούν ξανά υπό ρωσική επιρροή. Η επιθετική στάση της Ρωσίας στην Ουκρανία από το 2014 και έπειτα επιβεβαίωσε τους φόβους τους, ενισχύοντας τη σημασία της Συμμαχίας.
Το ζήτημα της Ουκρανίας αποτελεί τον πυρήνα της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία. Το Κρεμλίνο ισχυρίζεται ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά αποτελεί απειλή για τη ρωσική ασφάλεια, όμως η πραγματικότητα δείχνει ότι οι πρώην σοβιετικές χώρες προσχώρησαν στη Συμμαχία ακριβώς λόγω της ρωσικής επιθετικότητας.
Η Ουκρανία, που έχει γίνει πεδίο πολέμου λόγω της ρωσικής εισβολής, δεν ήταν μέλος του ΝΑΤΟ – γεγονός που καταρρίπτει το αφήγημα περί νατοϊκής απειλής. Αντίθετα, είναι η Ρωσία που έχει παραβιάσει τα διεθνή σύνορα και έχει ανατρέψει την ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το ΝΑΤΟ απειλεί τη Ρωσία, αλλά αν η Ρωσία είναι εκείνη που απειλεί την ασφάλεια της Ευρώπης.
Η πολιτική Τραμπ
Η νέα προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ έχει προκαλέσει αβεβαιότητα στη λειτουργία του ΝΑΤΟ – ενός οργανισμού που ιστορικά εδράζεται στη Χάρτα του Ατλαντικού μεταξύ Αμερικής και Αγγλίας. Ο ίδιος ο Τραμπ, καθώς και ο Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος πρόσφατα δήλωσε στις Βρυξέλλες ότι «δεν θα είναι το ΝΑΤΟ του παππού σας», έχουν αφήσει να εννοηθεί πως η αμερικανική δέσμευση στη Συμμαχία δεν είναι δεδομένη. Οι τοποθετήσεις τους ευθυγραμμίζονται με τις απόψεις του “The Heritage Foundation”, που αμφισβητεί τη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ, δημιουργώντας εύλογες ανησυχίες για το ενδεχόμενο μείωσης της αμερικανικής συμμετοχής ή ακόμη και αποχώρησης των ΗΠΑ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, καθώς το ΝΑΤΟ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αμερικανικές στρατιωτικές δυνατότητες. Για την Ελλάδα, η αποδυνάμωση της Συμμαχίας ή η αποχώρηση των ΗΠΑ θα αύξανε το ρίσκο απέναντι στην Τουρκία, η οποία θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί το κενό ισχύος για να ενισχύσει τις αναθεωρητικές της βλέψεις. Η αποδυνάμωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο ΝΑΤΟ θα έπληττε την αποτρεπτική του ικανότητα, αφήνοντας χώρες όπως η Ελλάδα πιο εκτεθειμένες σε περιφερειακές απειλές.
Συμπέρασμα: Το ΝΑΤΟ υπήρξε για δεκαετίες ένας οργανισμός που προσφέρει προστασία, αλλά και γεννά αντιδράσεις· που εγγυάται ασφάλεια, αλλά συχνά αμφισβητείται. Η Ελλάδα, παρά τις επιφυλάξεις, παραμένει μέλος του γιατί η Συμμαχία της παρέχει μια αμυντική ομπρέλα που δύσκολα θα μπορούσε να εξασφαλίσει μόνη της. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι η απομόνωση δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή και ότι η ισχύς αντλείται από τις συμμαχίες, όσο περίπλοκες κι αν είναι.
Το ΝΑΤΟ δεν είναι αλάνθαστο, ούτε λειτουργεί πάντα προς όφελος της Ελλάδας. Ωστόσο, της προσφέρει σταθερότητα και αποτρεπτική ισχύ απέναντι στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Με τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες να αυξάνονται και την ευρωπαϊκή άμυνα να παραμένει κατακερματισμένη, τόσο η Ελλάδα όσο και η Ευρώπη οφείλουν να επανεξετάσουν τον ρόλο της Συμμαχίας και τη δυνατότητα ενίσχυσης της αμυντικής τους αυτονομίας.
Ίσως, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να αφήσουμε πίσω ιδεοληψίες και να δούμε το ΝΑΤΟ ως αυτό που πραγματικά είναι: έναν οργανισμό που, παρά τις ατέλειές του, παραμένει ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια της Ελλάδας και της Ευρώπης στο σύνολό της.