Τα διδάγματα από τους σημερινούς πολέμους – Τι μαθαίνουμε στην Ελλάδα;
12/09/2026
Δεν παρακολουθούν όλοι οι εθνικοί στρατοί εξίσου τους πολέμους άλλων χωρών για να αντλούν διδάγματα από αυτούς και να προσαρμόζουν όσα μαθαίνουν, στο δικό τους στρατό. Οι Αμερικανοί είχαν εγκαινιάσει ήδη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο την πρακτική της “άμεσης ιστορίας”, με ομάδες ιστορικών που ακολουθούσαν τα στρατεύματα και, αμέσως μετά τις μάχες έπαιρναν συνεντεύξεις από τους συμμετέχοντες για να παίρνουν διδάγματα και να μαθαίνουν.
Ο Αμερικανικός Στρατός ίδρυσε το 1985 το Κέντρο Διδαγμάτων του Στρατού (Center for Army Lessons Learned – CALL), ενώ τον επόμενο χρόνο ιδρύθηκε το αντίστοιχο Διακλαδικό Κέντρο Διδαγμάτων (Joint Center for Lessons Learned – JCLL). Ενδεικτικά, η ομάδα μελέτης που συγκρότησε ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού για την άμεση μελέτη των διδαγμάτων από την Επιχείρηση “Ιρακινή Ελευθερία” το 2003 περιλάμβανε 84 άτομα, τα οποία εργάστηκαν επ’ αυτού για περίπου έναν χρόνο.
Χωρίς υπερβολή, η συστηματική άντληση και αξιοποίηση διδαγμάτων (lessons learned) από τις τρέχουσες επιχειρήσεις αποτελεί μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη δραστηριότητα στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Η πρακτική αυτή μεταφέρθηκε, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, και στους υπόλοιπους δυτικούς στρατούς.
Το ίδιο το ΝΑΤΟ ίδρυσε το 2002, στη Λισαβόνα, το Διακλαδικό Κέντρο Ανάλυσης και Διδαγμάτων (Joint Analysis and Lessons Learned Centre – JALLC). Το JALLC, ως μέρος της Δομής Διοίκησης του ΝΑΤΟ, παρέχει υποστήριξη για την ανάλυση επιχειρήσεων, εκπαιδεύσεων, ασκήσεων και πειραματισμών και διατηρεί την Πύλη Διδαγμάτων του ΝΑΤΟ, ένα εργαλείο για τη διευκόλυνση της σχετικής διαδικασίας.
Στο ΝΑΤΟ, ο όρος “διδάγματα” δεν αναφέρεται απλώς σε μεμονωμένες διαπιστώσεις από μια επιχείρηση. Πρόκειται για μια θεσμοθετημένη διαδικασία που περιλαμβάνει τη δημιουργία δομών και διαδικασιών για τον εντοπισμό, τη διαχείριση, την αξιολόγηση και την εφαρμογή των διδαγμάτων που προκύπτουν από τις επιχειρήσεις. Η διαδικασία αυτή καλύπτει βασικούς τομείς της στρατιωτικής δραστηριότητας, όπως η εκπαίδευση, ο εξοπλισμός, το προσωπικό, η πληροφόρηση, οι επιχειρησιακές αντιλήψεις και το δόγμα, η οργανωτική δομή, οι υποδομές, η επιμελητεία και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός.
Στο Ισραήλ “δια βίου μάθηση”
Οι ένοπλες δυνάμεις όλων των χωρών, και όχι μόνο εκείνες του ΝΑΤΟ, καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για να αντλήσουν διδάγματα τόσο από τις δικές τους επιχειρήσεις όσο και από τους πολέμους άλλων χωρών. Το παράδειγμα του Ισραήλ είναι χαρακτηριστικό. Οι Ισραηλινοί έχουν διεξαγάγει πολλούς πολέμους και, ως εκ τούτου, έχουν ιδιαίτερη παράδοση στην άντληση διδαγμάτων από τη δική τους πολεμική εμπειρία.
Μετά τον Δεύτερο Πόλεμο του Λιβάνου, το 2006, καθόρισαν αξιωματικούς με αποκλειστική αποστολή την παρατήρηση, τη συλλογή και τη διάδοση διδαγμάτων σε πραγματικό χρόνο. Αρχικά, ένας ή δύο έφεδροι αξιωματικοί ανά μεραρχία αναλάμβαναν τον συγκεκριμένο ρόλο. Στον πρόσφατο πόλεμο στη Γάζα, ο Ισραηλινός Στρατός αύξησε σημαντικά τον αριθμό των αξιωματικών που ασχολούνταν αποκλειστικά με την άντληση διδαγμάτων, φθάνοντάς τους περίπου στους 150, με την επέκταση του θεσμού – με έναν αξιωματικό σε κάθε τάγμα. Το σύστημα αυτό διευκολύνεται από τη μεγάλη δεξαμενή εκπαιδευμένων εφέδρων αξιωματικών που διαθέτει το Ισραήλ, από τον βαθμό του ταγματάρχη έως τον βαθμό του συνταγματάρχη.
Το Ισραήλ, όμως, δεν περιορίζεται στη μελέτη των δικών του πολέμων. Προσπαθεί να διδαχθεί και από την εμπειρία άλλων στρατών. Την άνοιξη του 2022, το Γενικό Επιτελείο των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων συγκρότησε ειδική ομάδα για την άντληση διδαγμάτων από την παρακολούθηση του πολέμου στην Ουκρανία. Σκοπός της ήταν να μελετήσει τον πόλεμο σε βάθος, να εντοπίσει διδάγματα και να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο αυτά θα μπορούσαν να προσαρμοστούν στις ανάγκες των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων. Παράλληλα, κάθε Κλάδος συγκρότησε τη δική του ομάδα μελέτης, ώστε να επικεντρωθεί σε ζητήματα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.
Το υλικό που παρήγαγαν οι ομάδες μελέτης διανεμόταν γραπτώς μεταξύ τους, στους διοικητές και σε όλα τα επίπεδα των ενόπλων δυνάμεων. Παράλληλα, άρχισαν να οργανώνονται μονοήμερα σεμινάρια για τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς και μεμονωμένες διαλέξεις ειδικών για ανώτερους και κατώτερους αξιωματικούς σε στρατιωτικές σχολές και επιτελεία ταξιαρχίας και μεραρχίας.
Οι παγίδες των διδαγμάτων
Ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο πρώτος μεγάλης κλίμακας πόλεμος στην Ευρώπη μετά το 1945, έχει προσελκύσει, λόγω και της μεγάλης διάρκειάς του, το ενδιαφέρον δημοσιογράφων, στρατιωτικών, ακαδημαϊκών και κάθε είδους ειδικών, οι οποίοι επιχειρούν να αντλήσουν διδάγματα. Με την ευρεία διάδοση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μια απλή αναζήτηση για “διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία” στο διαδίκτυο, μπορεί να οδηγήσει σε χιλιάδες αποτελέσματα. Ωστόσο, η άντληση πραγματικών διδαγμάτων από έναν πόλεμο δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Αντίθετα, κρύβει σημαντικές παγίδες.
Πρώτον, τα διδάγματα πρέπει να προκύπτουν από ανάλυση και όχι απλώς από παρατήρηση. Η παρατήρηση ενός γεγονότος δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με τη γνώση της αιτίας του ούτε με τη δυνατότητα γενίκευσής του. Συχνά, μάλιστα, οι αρχικές παρατηρήσεις αποδεικνύονται λανθασμένες. Δεν υπάρχουν πάντοτε ξεκάθαρα διδάγματα, τα οποία όλοι μπορούν να αναγνωρίσουν και να εφαρμόσουν με τον ίδιο τρόπο.
Δεύτερον, δεν αναζητούν διδάγματα στα άτομα, αλλά κυρίως σε πρακτικές, διαδικασίες, οργανώσεις και συστήματα. Η θεσμική διαδικασία άντλησης διδαγμάτων τείνει, επομένως, να αντιμετωπίζει τους στρατιωτικούς ηγήτορες ως εναλλάξιμα μέρη ενός μεγάλου και σύνθετου συστήματος. Η στρατιωτική ιστορία, όμως, μας υπενθυμίζει ότι τα αποτελέσματα στον πόλεμο καθορίζονται συχνά από τις ικανότητες και τις αδυναμίες συγκεκριμένων διοικητών, καθώς και από τις αποφάσεις που αυτοί λαμβάνουν.
Τρίτον, σε βαθύτερο επίπεδο, η έννοια του “διδάγματος” προϋποθέτει έναν βαθμό βεβαιότητας: ότι τα γεγονότα έχουν κατανοηθεί επαρκώς, ότι οι σχετικές διαδικασίες είναι γνωστές και ότι μπορούν να καθοριστούν σαφείς ενέργειες προς εκτέλεση. Η ίδια, όμως, η λέξη “δίδαγμα” υποδηλώνει μια βεβαιότητα η οποία στην πραγματικότητα μπορεί να είναι επισφαλής ή ακόμη και υπερεκτιμημένη.
Τέταρτον, ορισμένες φορές τα βασικά διδάγματα είναι αυταπόδεικτα. Ωστόσο, η άρνηση αναγνώρισης της αλλαγής ή η εμμονή σε ένα ήδη διαμορφωμένο σύνολο πεποιθήσεων μπορεί να εμποδίσει ακόμη και έναν οργανισμό να διδαχθεί από την εμπειρία του. Όπως υποστηρίζει ο Στίβεν Ρόζεν, οι στρατοί είναι μεγάλοι γραφειοκρατικοί οργανισμοί και «σχεδόν όλα όσα γνωρίζουμε θεωρητικά για τις μεγάλες γραφειοκρατίες υποδηλώνουν όχι μόνο ότι είναι δύσκολο να αλλάξουν, αλλά και ότι έχουν σχεδιαστεί για να μην αλλάζουν».
Λάθος εφαρμογή “μαθήματος”
Να προσθέσουμε ότι δεν είναι βέβαιο πως από τον ίδιο πόλεμο ή ακόμη και από την ίδια μάχη προκύπτει ένα και μοναδικό δίδαγμα. Μερικές φορές μπορούν να εξαχθούν διαφορετικά — ακόμη και αλληλοσυγκρουόμενα— διδάγματα, τα οποία μπορεί να είναι όλα ορθά, αλλά να ισχύουν υπό διαφορετικές συνθήκες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξέλιξη της αμερικανικής αντίληψης για την απόβαση και την επίθεση σε νησιά κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Αμερικανοί Πεζοναύτες άντλησαν σημαντικά διδάγματα από τη μάχη της Ταράουα το 1943, όπου οι Ιάπωνες είχαν οργανώσει την άμυνά τους κυρίως στην ακτή. Ως αποτέλεσμα, οι Πεζοναύτες θεώρησαν ως δεδομένο ότι το δόγμα του εχθρού προέβλεπε για τα νησιά άμυνα επί των ακτών.
Στην Ίβο Τζίμα, όμως, το 1945, οι Ιάπωνες είχαν ήδη προσαρμοστεί. Αξιοποιώντας την προηγούμενη εμπειρία και τα λάθη τους, εγκατέλειψαν ουσιαστικά την ιδέα της αποφασιστικής άμυνας στην ακτογραμμή και δημιούργησαν ένα σύστημα άμυνας σε βάθος, με τις κύριες αμυντικές θέσεις αρκετά βαθιά στην ενδοχώρα. Ο εχθρός δηλαδή στον πόλεμο προσαρμόζει επίσης το δόγμα του και διδάσκεται από τα λάθη του αλλά και τις ενέργειες του αντιπάλου.
Ως αποτέλεσμα, ένα δίδαγμα που ήταν ορθό σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή μπορεί να καταστεί ανεπαρκές όταν αλλάξουν οι συνθήκες. Η μάχη της Ίβο Τζίμα διήρκεσε περισσότερο και υπήρξε πολύ πιο αιματηρή από ό,τι θα αναμενόταν.
Τα ξένα πρότυπα – Η αλλαγή νοοτροπίας
Είναι σχετικά εύκολο να υιοθετήσει ένας στρατός τεχνικές λύσεις ή επιτυχημένες διαδικασίες που έχουν εφαρμοστεί από άλλους. Πολύ δυσκολότερο είναι να μεταφέρει τρόπους διοίκησης και στρατιωτικές αντιλήψεις που συνδέονται με μια διαφορετική στρατιωτική και ευρύτερα κοινωνική κουλτούρα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αποκεντρωτική διοίκηση (Auftragstaktik ή mission command), η οποία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην πρωτοβουλία των υφισταμένων και αναπτύχθηκε συστηματικά στον γερμανικό στρατό ήδη από τον 19ο αιώνα. Ο Ρώσος στρατηγός Καρλ ντε Βόιντε υπήρξε ο πρώτος ξένος παρατηρητής που ανέδειξε τη σημασία της πρωτοβουλίας των υφισταμένων για τη γερμανική στρατιωτική αποτελεσματικότητα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-1871.
Ο ντε Βόιντε έγραψε επίσης δύο βιβλία στα οποία ανέλυε τη γερμανική στρατιωτική υπεροχή, αποδίδοντας σημαντικό ρόλο στην πρωτοβουλία των ηγητόρων όλων των κλιμακίων. Μολονότι τα βιβλία του διδάσκονταν στις ρωσικές στρατιωτικές σχολές, δεν κατάφεραν να επηρεάσουν ουσιαστικά την περιχαρακωμένη σκέψη της ηγεσίας του ρωσικού στρατού. Το βιβλίο του που αφορούσε ειδικά την πρωτοβουλία μεταφράστηκε στα γαλλικά, στα γερμανικά και στα ελληνικά από τον Ιωάννη Βελισσαρίου, χωρίς όμως να οδηγήσει σε αντίστοιχη αλλαγή στον γαλλικό ή στον ελληνικό στρατό.
Είναι ενδεικτικό, επίσης, ότι κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα περισσότεροι από 120 Αμερικανοί αξιωματικοί επισκέφθηκαν την Ευρώπη, προκειμένου να ενημερωθούν για τις τελευταίες εξελίξεις στον στρατιωτικό τομέα. Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν αντιλήφθηκαν ούτε τη σημασία ούτε το εύρος της ευρωπαϊκής συζήτησης γύρω από την πρωτοβουλία των υφισταμένων. Οι Αμερικανοί “ανακάλυψαν” ουσιαστικά την αποκεντρωτική διοίκηση αρκετές δεκαετίες αργότερα, κατά τη δεκαετία του 1970, και έκτοτε προσπαθούν να την υιοθετήσουν και να την εντάξουν στο στρατό τους, μάλλον χωρίς μεγάλη επιτυχία.
Ουκρανία και διοίκηση
Επιστρέφοντας στις σύγχρονες επιχειρήσεις, αρκετοί δυτικοί, και ιδίως Αμερικανοί, αναλυτές απέδωσαν την ουκρανική επιτυχία κατά την πρώτη φάση του Ρωσοουκρανικού Πολέμου, όταν οι ρωσικές δυνάμεις επιχείρησαν να καταλάβουν το Κίεβο, στην εφαρμογή της αποκεντρωτικής διοίκησης.
Η αποκεντρωτική διοίκηση, όμως, δεν είναι απλώς μια διαδικασία έκδοσης διαταγών. Αποτελεί ευρύτερη φιλοσοφία διοίκησης, η οποία προϋποθέτει συγκεκριμένη σχέση μεταξύ ανωτέρων και υφισταμένων, εμπιστοσύνη, εκπαίδευση, επαγγελματική κουλτούρα και αποδοχή της πρωτοβουλίας. Ως εκ τούτου, δύσκολα μεταφέρεται αυτούσια από έναν στρατό σε έναν άλλο, χωρίς να ληφθεί υπόψη το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο έχει αναπτυχθεί.
Ο ουκρανικός στρατός, ως απόγονος της σοβιετικής στρατιωτικής παράδοσης, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να μετασχηματίσει μέσα σε λίγα χρόνια ή ακόμη και σε λίγους μήνες μια τόσο βαθιά ριζωμένη αντίληψη διοίκησης. Το γεγονός ότι ένας στρατός εφαρμόζει τυπικά ορισμένες διαδικασίες που συνδέονται με το mission command δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι έχει υιοθετήσει και τη νοοτροπία που απαιτείται για την αποτελεσματική εφαρμογή του.
Τι μαθαίνουμε στην Ελλάδα
Ο πόλεμος δεν απαιτεί μόνο σωματική αντοχή. Όπως μας υπενθύμισε ο Κλαούζεβιτς, θέτει διανοητικά προβλήματα αντάξια ενός Νεύτωνα ή ενός Όιλερ. Απαιτεί, επομένως, διαρκή και συστηματική μελέτη — όχι μόνο μέσω της άντλησης διδαγμάτων από τους πολέμους του παρελθόντος και του παρόντος, αλλά και μέσω της παρακολούθησης των διπλωματικών, κοινωνικών και τεχνολογικών εξελίξεων που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα του.
Στη χώρα μας, οι ένοπλες δυνάμεις στερούνται ενός εξειδικευμένου ερευνητικού κέντρου που να ασχολείται συστηματικά με τη μελέτη του πολέμου και την αξιοποίηση της σχετικής γνώσης. Η θεσμοθέτηση μιας τέτοιας δραστηριότητας θα μπορούσε να συμβάλει όχι μόνο στην καλύτερη κατανόηση των σύγχρονων συγκρούσεων, αλλά και στη συστηματική αξιοποίηση της ελληνικής και διεθνούς στρατιωτικής εμπειρίας.
Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια το μέλλον και, πολύ περισσότερο, τον χαρακτήρα ενός μελλοντικού πολέμου. Ίσως, επομένως, το σημαντικότερο δίδαγμα από τη μελέτη των προηγούμενων πολέμων να είναι η ανάγκη για ένα ευέλικτο δόγμα, το οποίο θα επιτρέπει στις ένοπλες δυνάμεις να προετοιμάζονται για περισσότερες από μία πιθανές εκδοχές του μέλλοντος.
Προσαρμογή προτού να είναι αργά
Κανένας στρατός, ούτε καν ο πλουσιότερος και τεχνολογικά πιο προηγμένος, δεν μπορεί να προετοιμαστεί πλήρως για κάθε ενδεχόμενο. Ένας στρατός, όμως, που είναι καλά εκπαιδευμένος στις βασικές αρχές της στρατιωτικής τέχνης και έχει μελετήσει σε βάθος την εμπειρία προηγούμενων πολέμων και τα έργα των στρατιωτικών θεωρητικών, μπορεί — ακόμη και όταν έχει επιλέξει μια συγκεκριμένη πρόβλεψη για να οργανώσει την προετοιμασία του — να προσαρμοστεί ταχύτερα όταν η θεωρία συναντήσει το σκληρό τείχος της πραγματικότητας.
Τη σημασία της ευελιξίας διατύπωσε με τον πιο περιεκτικό τρόπο ο σερ Μάικλ Χάουαρντ, ο διάσημος Βρετανός στρατιωτικός ιστορικός, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως αξιωματικός του πεζικού στην Ιταλία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: «Ανεξάρτητα από το πόσο καθαρά σκέφτεται κάποιος, είναι αδύνατον να προβλέψει με ακρίβεια τον χαρακτήρα της μελλοντικής σύγκρουσης. Το ζήτημα είναι να μην βρίσκεται πολύ μακριά από το σημείο από το οποίο είναι πλέον αδύνατο να προσαρμοστεί, μόλις αυτός ο χαρακτήρας αποκαλυφθεί».





