310 εκατ. δολ. χωρίζουν Ελλάδα – ΗΠΑ για τα F-16

-
0

Τις δυο πλευρές χωρίζει μια διαφορά την οποία διαφορετικές πηγές την προσδιορίζουν από 290 εκατομμύρια δολάρια έως περίπου 310 εκατομμύρια, με την τελική προσφορά των ΗΠΑ να ανέρχεται στα 1,52 δισεκατομμύρια δολάρια (η αλλαγή της ισοτιμίας είναι το ρίσκο που αναλαμβάνουμε με την καθυστέρηση, όπως επίσης έχουμε ήδη αναφέρει), το οποίο επίσης δεν ικανοποιεί την ελληνική πλευρά.

Αυτή η διαφορά, θα μπορούσε να μειωθεί κατά 100-120 εκατομμύρια δολάρια, εάν αντικατασταθούν με την κατάθεση εγγυητικής επιστολής τα χρήματα της εγγύησης που συμπεριλαμβάνονται για το ενδεχόμενο μονομερούς τερματισμού της σύμβασης από την πλευρά του πελάτη (TLF: Termination Liability Funds).

Η προκαταβολή που απαιτείται από την πλευρά των Αμερικανών για να την ενεργοποίηση της τέταρτης εκδοχής / αναθεωρημένου σχεδίου Επιστολής Προσφοράς και Αποδοχής (LOA: Letter of Offer and Acceptance) ανέρχεται στα 43 εκατομμύρια δολάρια. Τα 821 εκατομμύρια δολάρια του προγράμματος πρέπει να καταβληθούν την τριετία 2018-2020, δηλαδή οι πληρωμές να ξεκινήσουν από φέτος.

Αυτό το ποσό η Ελλάδα θέλει να το διαμορφώσει σε 530 εκατομμύρια δολάρια. Αν παραμείνουν τα 821 εκατ. δολάρια, το 2018 η καταβολή που απαιτείται ανέρχεται στα 103 εκατ. δολάρια, το 2019 στα 325 εκατ. δολάρια και τέλος το 2020 η Ελλάδα θα πρέπει να καταβάλει 350 εκατομμύρια δολάρια.

Αυτό σημαίνει ότι στη συνέχεια οι πληρωμές θα είναι «ασήμαντα» ποσά (σ.σ. αν υπάρχει τέτοιος όρος στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης…), όμως το πρόβλημα είναι σήμερα χειρότερο από όσο θα είναι θεωρητικά σε τρία χρόνια! Άρα θα συνέφερε οι πληρωμές να κλιμακώνονταν πιο ομαλά.

Εκεί υπάρχει πρόβλημα και αναζητιέται η λύση, καθώς η Ελλάδα δεν διαθέτει τα χρήματα αυτά σε ετήσια βάση, εάν η σύμβαση είναι τόσο «εμπροσθοβαρής», αν και έχουμε εξηγήσει στο παρελθόν για ποιον λόγο δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά.

Θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν χρήματα

Αξίζει να επισημανθεί σε αυτό το σημείο, ότι ορισμένα κόστη συνδέονται με την επιλογή της «μεθόδου FMS», της διακρατικής σύμβασης δηλαδή που επιθυμεί η ελληνική πλευρά, κόστη τα οποία είναι από πολύ δύσκολο έως αδύνατο να παρακαμφθούν, καθόσον προβλέπονται σε σχετική αμερικανική νομοθεσία που διέπει τις διακρατικές συμβάσεις. Και αυτά όφειλε να τα γνωρίζει η ελληνική πλευρά εξ αρχής.

Το κόστος αυτό «διαχείρισης της σύμβασης» από το αμερικανικό δημόσιο, δηλαδή από την αμερικανική Αεροπορία, ανέρχεται σε περίπου 300 εκατομμύρια δολάρια. Μεγάλο μέρος του θα μπορούσε να εξοικονομηθεί εάν η Ελλάδα είχε συμβληθεί απευθείας με την κατασκευάστρια εταιρία που διαθέτει το σύνολο της τεχνογνωσίας, άρα δεν έχει και πολλά να προσφέρει η εμπλοκή της αμερικανικής Αεροπορίας (USAF).

Κι από τη στιγμή που επιδιώκεται ο με κάθε τρόπο περιορισμός του κόστους του προγράμματος, θα μπορούσε η Ελλάδα να πετύχει σημαντική εξοικονόμηση η οποία όπως είχαμε αναφέρει να ανερχόταν σε περίπου 200 εκατομμύρια ευρώ, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μη συζητάμε σήμερα για το αν «χωράει» στον προϋπολογισμό μας (1,1 δισεκατομμύρια ευρώ) αλλά να μελετάμε την αναβάθμιση 15 επιπλέον αεροσκαφών στο επίπεδο F-16V (Viper).

Αυτό προκύπτει εάν υπολογιστεί το κόστος αναβάθμισης ανά μονάδα γύρω στα 12 εκατομμύρια ευρώ, οπότε η Πολεμική Αεροπορία θα μπορούσε να αναβαθμίσει συνολικά 100 αεροσκάφη, ή να διαθέσει τα χρήματα για τον οπλισμό τους, ή να τα διαθέσει για την επίλυση των προβλημάτων των Mirage σε τελική ανάλυση!

Σε τέτοιες περιόδους παίρνεις ρίσκο, αρκεί να είναι «υπολογισμένο» (calculated risk). Τέτοιο «ρίσκο» θα ήταν η απευθείας σύμβαση με την κατασκευάστρια εταιρία που ξέρει το εν λόγω αεροσκάφος «να το κάνει βίδες» και να το συναρμολογήσει εκ νέου, όπως αποδείχθηκε στο πρόγραμμα της Νότιας Κορέας.

Εκεί, όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν, η κατασκευάστρια Lockheed Martin κλήθηκε να βγάλει «τα κάστανα από τη φωτιά», όταν η εταιρία που ανέλαβε διέλυσε μικρό αριθμό αεροσκαφών και στη συνέχεια, αδυνατούσε να τα παραδώσει στην κορεατική Αεροπορία συναρμολογημένα!

Όλα αυτά, αφού μεσολάβησε η εμπλοκή στο πρόγραμμα λόγω της θεαματικής αύξησης του κόστους του προγράμματος (εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια) λόγω της εμπλοκής άλλης εταιρίας από την κατασκευάστρια στην αναβάθμιση που αύξανε το τεχνολογικό ρίσκο, με αποτέλεσμα η αμερικανική Αεροπορία να το υπολογίσει – αποτιμήσει.

Γι’ αυτό κάνουμε λόγω για «υπολογισμένο / λελογισμένο ρίσκο» σε περίπτωση απευθείας σύμβασης της Ελλάδας με την LM, αφού και τη δουλειά τη γνωρίζει και θα μπορούσε η χώρα να διασφαλισθεί με τη συμπερίληψη ρητρών στη σύμβαση. Με τον τρόπο αυτό θα εξοικονομούσαμε 200 εκατομμύρια ευρώ. Δεν το θελήσαμε.

Σε αντίθεση με το τι πιστεύουμε εδώ στην Ελλάδα, οι σοβαρές χώρες έχουν μέθοδο αποτίμησης του κόστους διάθεσης του προσωπικού τους, τις εργατοώρες δηλαδή που θα δαπανήσουν ασχολούμενοι με οτιδήποτε άλλο και φυσικά φροντίσουν να μετακυλύουν το κόστος αυτό στον πελάτη.

Η διαφορά του 200 που θα εξοικονομούνταν από το 300 που αφορά το «κόστος διαχείρισης προγράμματος», οφείλετε εν μέρει στο ότι τόσο το ραντάρ ηλεκτρονικής σάρωσης (AESA) όσο και το Link 16, λόγω του διαβαθμισμένου χαρακτήρα της τεχνολογίας τους, είναι τα μοναδικά απάρτια για τα οποία η ελληνική πλευρά δεν μπορεί να τα προμηθευτεί παρά μόνον μέσω διακρατικής σύμβασης.

Κινητοποίηση στο υπουργείο Άμυνας

Όλα δείχνουν φαίνεται ότι ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Πάνος Καμμένος, κινητοποιήθηκε προς την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών σε πολιτικό επίπεδο, αυτό του ομολόγου του, Τζέιμς Μάτις.

Επίσης, φέρεται να ενημέρωσε και το Μέγαρο Μαξίμου για τη διαφορά που παρουσιάζεται ανάμεσα στις δυο πλευρές και την ανάγκη αναζήτησης πολιτικής λύσης για να καλυφθεί και να υπογραφτεί η σύμβαση, με αποτέλεσμα σε συνάντηση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με Αμερικανούς Γερουσιαστές που βρέθηκαν πριν από λίγες ημέρες στην Ελλάδα να τεθεί το θέμα και να ζητηθεί η υποστήριξη του αμερικανικού Κογκρέσου για την εξεύρεση λύσης.

Δεν έχει διευκρινιστεί εάν η παρέμβαση Καμμένου έγινε με την αποστολή επίσημης επιστολής, μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, ή τηλεφωνικής κλήσης, όμως αυτό που έχει σημασία είναι η συνειδητοποίηση της σημασίας του θέματος από τον υπουργό και η κινητοποίηση στη σωστή – κατά την υποκειμενική μας άποψη – κατεύθυνση.

Κι επειδή έχουμε ασκήσει σκληρή – αν και ελπίζουμε δίκαιη – κριτική στον υπουργό Εθνικής Άμυνας, οφείλουμε αν καταγράψουμε αυτό που ειπώθηκε από εμπλεκόμενους στη διαδικασία, ζητώντας μας να το συνυπολογίσουμε: Το πρόγραμμα αυτό το ήθελε πάρα πολύ η Πολεμική Αεροπορία εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία.

Από τον υπουργικό θώκο στο ΥΠΕΘΑ πέρασε πολύ μεγάλος αριθμός υπουργών. Συγκεκριμένα και κατά σειρά, οι Ευάγγελος Μεϊμαράκης, Ευάγγελος Βενιζέλος, Πάνος Μπεγλίτης, Δημήτρης Αβραμόπουλος, Φραγκούλης Φράγκος (υπηρεσιακός), Πάνος Παναγιωτόπουλος, πάλι ο Δημήτρης Αβραμόπουλος και στη συνέχεια ο Νίκος Δένδιας.

Σχεδόν όλοι περνούσαν το μήνυμα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ότι η χώρα επιθυμεί σφόδρα την υλοποίηση του προγράμματος. Όμως κανένας δεν έκανε την κίνηση να στείλει Επιστολή κατάθεσης του Αιτήματος (στη σχετική ορολογία πρόκειται για την LoR: Letter of Request). Ο Πάνος Καμμένος το έκανε.

Αυτό είναι σημαντικό, παρά το εύλογο επιχείρημα που θα προβαλλόταν ότι η οικονομική κατάσταση ήταν τότε χειρότερη. Η απάντηση βέβαια θα ήταν ότι ο βασικός κορμός της σημερινής κυβέρνησης που εκ των υστέρων παραδέχθηκε «αυταπάτες» θα χαλούσε από τα έδρανα της αντιπολίτευσης τον κόσμο, υποστηρίζοντας ότι ενώ κόβονται μισθοί και συντάξεις η κυβέρνηση τάδε δίνει τόσα για τον εκσυγχρονισμό των F-16.

Κι επειδή η πολιτική αρετή είναι είδος εν ανεπαρκεία, μην περιμένετε κανέναν να παραδεχθεί πόσο λίγος αποδεικνύεται πολιτικά σήμερα, με τη βίαιη αφύπνιση που επέβαλλε η αιχμαλωσία των Ελλήνων στρατιωτικών στον Έβρο. Σε πόσο καλύτερη θέση θα βρισκόταν η Ελλάδα σήμερα σε όρους αποτροπής (deterrence), εάν το πρόγραμμα βρισκόταν σε εξέλιξη και η Ελλάδα διέθετε σήμερα μία μοίρα αναβαθμισμένων F-16V;

Ποιος ευθύνεται που δεν τα έχουμε και κάποιοι διαμόρφωσαν το – δήθεν – «δόγμα» του «μην προκαλείτε – μην κλιμακώνετε»; Πόσο λάθος μήνυμα έλαβε η πλευρά του κακού γείτονα; Το ερμήνευσε ως αδυναμία και όχι ως φιλειρηνική διάθεση, σύνεση και συγκράτηση.

Όποιος τα έλεγε σχεδόν διαπομπευόταν κάποτε από κάποιους εκ των κυβερνόντων σήμερα τη χώρα. Δεν θα πείραζα καθόλου αυτό, εάν διαπιστώναμε ότι αυτοί οι κάποιοι έβαλαν μυαλό και πρωταγωνίστησαν στη διαμόρφωση συναίνεσης ότι ανεξαρτήτως οικονομικών προβλημάτων, η χώρα δεν θα μείνει απροστάτευτη.

Θα αντιστέκονταν δηλαδή στον πειρασμό της μοιρασιάς φιλοδωρημάτων στην εκλογική πελατεία, υφιστάμενη η δυνητική και τα πλεονάσματα θα τα χρησιμοποιούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες της χώρας, οι οποίες έχουν συσσωρευτεί σε επικίνδυνο βαθμό μετά από τουλάχιστον μια δεκαετία απραξίας. Γιατί πρέπει κάθε φορά να τρέχουμε κατόπιν εορτής;

Με πληροφορίες από το Defence-point.gr