Το ελληνικό στρατηγικό συμφέρον λεπτομέρεια τακτικής για τις ΗΠΑ

-
399

Γράφει ο Ζαχαρίας Μίχας*

Η πρόταση δυσπιστίας εναντίον της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου απορρίφθηκε, όπως άλλωστε αναμενόταν. Το θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ – και όχι της «Βόρειας Μακεδονίας» όπως έσπευσε ακατανόητα και προ της οριστικής έγκρισης και εφαρμογής του «πακέτου» της συμφωνίας ο ΥΠΕΞ Κοτζιάς να χρησιμοποιήσει κατά την επίσκεψή του στη Ρωσία – δεν θα έχει ως αποτέλεσμα κυβερνητική κρίση στην Ελλάδα, όπως επίσης αναμενόταν.

Τα επιχειρήματα εκατέρωθεν έχουν καταγραφεί. Παρότι έχει αυτονόητο ενδιαφέρον η συζήτηση που διεξήχθη με το γνωστό πάθος και τον διχασμό στην Ελλάδα, προϊόν της απουσίας σοβαρής συζήτησης για θέματα που αφορούν το μέλλον της χώρας, παρά μόνο την τελευταία στιγμή, το αντικείμενο του παρόντος σημειώματος δεν θα είναι αυτό.

Από τον υπογράφοντα εκτιμάται ότι υπάρχει κάτι το οποίο είτε έχει διαφύγει από την προσοχή αναλυτών και δημοσιολογούντων, είτε δεν έχει γίνει επαρκώς κατανοητό, με αποτέλεσμα να μην συνυπολογίζεται σε γενικές γραμμές στις αναλύσεις και στις απόψεις που διατυπώνονται δημόσια.

Ο έλεγχος του βαλκανικού χώρου από τις ΗΠΑ

Γενική πεποίθηση αποτελεί, ότι ο χώρος των Βαλκανίων ενδιαφέρει τις Ηνωμένες Πολιτείες, στον βαθμό που διεκδικείται από τη Ρωσική Ομοσπονδία ως χώρος επιρροής σε μια περιοχή όπου η πρόσβαση της Μόσχας βαίνει μειούμενη και αυτό ανεξαρτήτως της εξέλιξης των σχέσεων με την Ουάσιγκτον.

Η επιρροή σημαίνει έλεγχος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τα ζητήματα ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης, άλλο ένα ζήτημα που καθορίζει το επίπεδο ελέγχου μιας περιοχής. Στα επιχειρήματα που έχουν καταγραφεί ειδικά για την ΠΓΔΜ, τις ΗΠΑ ανησυχούσαν οι στενές σχέσεις του εθνικιστικού VMRO επί Νίκολα Γκρουέφσκι με τη Ρωσία.

Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας εντάσσεται και η αναγνώριση της ΠΓΔΜ με τη «συνταγματική» της ονομασία, παρότι αυτό ενοχλούσε μια χώρα φιλικά προσκείμενη – κυρίως την εποχή εκείνη – προς τη Ρωσία, όπως η Ελλάδα, η οποία επίσης έχει διαχρονικά ειδική σημασία για τη ρωσική πολιτική στην περιοχή.

Η Γερμανία της Άγκελα Μέρκελ φέρεται να ενδιαφέρεται για το φερόμενο ως κινεζικής έμπνευσης, φαραωνικού τύπου έργο εξόδου του Δούναβη στο Αιγαίο με την κατασκευή καναλιού, που θα επιτρέπει την οικονομικότερη προώθηση προϊόντων από και προς την «καρδιά» της Ευρώπης, μηδέ εξαιρουμένων των ενεργειακών.

Εάν τα ανωτέρω ευσταθούν, τότε είναι λογικό το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον να βρίσκεται σε θέση που θα της επιτρέπει να ελέγχει τη δραστηριότητα δυο εκ των κορυφαίων – κατά πολλούς των μοναδικών – γεωστρατηγικών ανταγωνιστών της, της Ρωσίας και της Κίνας στην περιοχή, αλλά και της ηγέτιδας δύναμης της ΕΕ, της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, αυτό θα πρέπει να ορίσουμε ως το στρατηγικό τους συμφέρον.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουάσιγκτον καλείται να βρει τα κατάλληλα βήματα που θα οδηγήσουν στην επίτευξη του αντικειμενικού της σκοπού, δηλαδή του ελέγχου της περιοχής. Βασικός άξονας της πολιτικής τους είναι η υπόσχεση ενσωμάτωσης στους δυτικούς θεσμούς συνεργασίας και ασφάλειας.

Αυτό μεταφράζεται σε εγγύηση επιβίωσης για ένα κατά κοινή παραδοχή προβληματικό -έως θνησιγενές- πολυεθνικό κράτος, που θα το «απελευθερώσει» από την επιρροή τρίτων χωρών και θα το προσδέσει στο «δυτικό άρμα», ώστε τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους.

Δικό μας «στρατηγικό», δικό τους «τακτικό»…

Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα έχει ως στρατηγικό συμφέρον την αντιμετώπιση κάθε είδους αλυτρωτισμού που έχει τη βάση του στην ταραγμένη Ιστορία των Βαλκανίων, καθώς υπό συγκεκριμένες συνθήκες, σε κάποια μελλοντική χρονική συγκυρία, θα μπορούσε να αναβιώσει καταστάσεις εξόχως προβληματικές για την ασφάλεια και την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Δε διαφωνεί κανείς με το επιχείρημα ότι στρατιωτικά η ΠΓΔΜ είναι μια αμελητέα κυριολεκτικά ποσότητα. Έτσι ήταν όμως και το αντάρτικο στο Κοσσυφοπέδιο της Σερβίας, έως ότου τα γεωστρατηγικά συμφέροντα και οι επιδιώξεις της Δύσης και όχι φυσικά τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι αναφορές περί «εθνοκάθαρσης», οδήγησαν στη συντριπτική υπέρβαση αυτού του στρατιωτικού μειονεκτήματος, με τα αποτελέσματα να είναι γνωστά.

Με βάση ποιον λογικό συνειρμό μπορεί στρατηγικά να απορρίψει κανείς κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αναβίωσης εθνικιστικών οραμάτων για έξοδο στο Αιγαίο, από κάποια άλλη κυβέρνηση και έναν διαφορετικά «γαλουχημένο» λαό σε βάθος χρόνου στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας;

Μια βολική γεωστρατηγικά αν και αυταπόδεικτα ψευδέστατη ιστορικά κατασκευή, όπως ο «Μακεδονισμός», μας ταλαιπωρεί μέχρι και τις ημέρες μας. Με βάση ποια λογική διαμορφώνεται η πεποίθηση ότι το πρόβλημα επιλύθηκε, χωρίς να έχει αντιμετωπιστεί το θεμέλιό του;

Δηλαδή ο… «ολιστικός» σφετερισμός μιας γεωγραφικής περιοχής με ελληνική ιστορία αλλά πλέον πολυεθνικής πληθυσμιακής σύστασης, που είναι η απόπειρα δημιουργίας των προϋποθέσεων ανάδυσης μελλοντικά ενός βολικού γεωστρατηγικά για όποιον θα το ελέγχει κράτους, το οποίο δεν θα έχει σχέση με τα σημερινά σύνορα της ΠΓΔΜ.

Η αβάσταχτη νεοελληνική ελαφρότητα

Πόσο καλά θα «κούμπωναν» τέτοιοι αλυτρωτικοί οραματισμοί με τις τουρκικές βλέψεις στη δυτική Θράκη; Είναι χαρακτηριστική η ρητορική ισχυρών προσωπικοτήτων της τουρκικής πολιτικής σκηνής να μιλούν σταθερά για «Θράκη», όσο και ο ρόλος τουρκικών υπηρεσιών στην υποστήριξη οποιουδήποτε ομνύει στη σημαία «ανεξαρτησίας της Θράκης» που έχουν στα γραφεία τους σύλλογοι και οργανώσεις, τουρκικής συνείδησης μειονοτικών συμπολιτών μας.

Κατά συνέπεια, η ελαφρότητα με την οποία δείχνει να αντιμετωπίζει η ελληνική κυβέρνηση το θέμα της «ταυτότητας» και της γλώσσας της γειτονικής μας χώρας εκπλήσσει, αλλά και η έλλειψη ενδιαφέροντος διασφάλισης ακόμα και ορισμένων που προκύπτουν από την ίδια την τελική θέση των Σκοπίων στις διαπραγματεύσεις.

Δηλαδή, όταν οι ίδιοι αποδέχονται τη σλαβική προέλευσή τους, δηλαδή την έλευσή τους στην περιοχή 900 χρόνια μετά τους Έλληνες Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου, με ποια λογική η Ελλάδα αποδέχεται την ονομασία της γλώσσας ως «μακεδονικής» και δεν απαιτήθηκε ως προϋπόθεση επίτευξης συμφωνίας το «σλαβομακεδονική»;

Τα ανωτέρω συνιστούν το στρατηγικό διακύβευμα για την Ελλάδα, αυτό που οφείλει εν ολίγοις να προστατεύσει με κάθε τρόπο. Μια πιο προσεκτική και αποστασιοποιημένη ματιά όμως, αποκαλύπτει ότι αυτό που για την Ελλάδα αντιπροσωπεύει το στρατηγικό επίπεδο, για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι το τακτικό…

Πιο απλά, όσα για την Ελλάδα συνιστούν καταστάσεις δυνητικού θανάσιμου κινδύνου για την ίδια της την επιβίωση, στον αμερικανικό σχεδιασμό που έχει κάποιες άλλες στρατηγικές προτεραιότητες (σ.σ. γεωστρατηγικός έλεγχος της περιοχής και αποτροπή ανάμιξης των ανταγωνιστών), αποτελούν καταστάσεις προς διευθέτηση, στον «δρόμο» για την επίτευξη του δικού τους αντικειμενικού σκοπού.

Τα θετικά ή αρνητικά «κίνητρα» σύμπλευσης

Στο σημείο αυτό ξεκινούν σοβαρά προβλήματα ασφαλείας. Οι ΗΠΑ, ή οποιαδήποτε άλλη ισχυρή χώρα στη θέση τους, προσπαθούν να δώσουν κίνητρα σε όσους εμπλέκονται και για τον οποιονδήποτε λόγο – όχι την αντιπαράθεση μαζί τους – υιοθέτησης της συμπεριφοράς που θα διευκόλυνε την πρόοδο στην προσπάθεια επίτευξης το δυνατόν συντομότερα, του αντικειμενικού τους σκοπού.

Κατά συνέπεια και στο θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ, οι ΗΠΑ κάνουν το ίδιο και με τις δυο πλευρές, ή ενδεχομένως εμπλέκονται και στη διαδικασία που θα οδηγήσει στην εξουσία δυνάμεις που θεωρείται για οποιονδήποτε λόγο θα έφερναν το αποτέλεσμα που θα εξυπηρετούσε καλύτερα αυτή την απόλυτα ορθολογική με βάση το αμερικανικό εθνικό συμφέρον στόχευση.

Τον έλεγχο του χώρου, της ΠΓΔΜ εν προκειμένω, προϋπόθεση για το οποίο είναι η επίλυση του «ονοματολογικού». Άρα, και αυτό είναι επίσης απόλυτα λογικό για την αμερικανική πλευρά, οι ενστάσεις ουσίας της ελληνικής πλευράς δεν αποτελούν προτεραιότητα, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι συμμερίζονται την ορθότητά τους, ή απλώς διάκεινται θετικά!

Τα παραδείγματα κοντόφθαλμης οπτικής στην πολιτική που έχουν ιστορικά υιοθετήσει σε διάφορα σημεία της υφηλίου, δίνοντας προτεραιότητα στην άμεση ανάγκη και υποβαθμίζοντας τις μελλοντικές επιπτώσεις είναι πολλά.

Η πολιτική του «βλέποντας και κάνοντας» δεν αποτελεί στρατηγική για το μέλλον, αλλά ενώ για τις ΗΠΑ θα δημιουργήσει απλώς μια προβληματική κατάσταση, για την Ελλάδα θα είναι μέχρι και μοιραία.

Στην επίμαχη για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα περιοχή, τα περιθώρια της χώρας να αποδεχθεί απλώς διαβεβαιώσεις, είναι σχεδόν μηδενικά, ασχέτως του πόσο ήσυχη μπορεί να αισθάνεται στη σημερινή ιστορική και γεωστρατηγική συγκυρία.

Στην προσπάθεια να ελέγξουν μέσω του ΝΑΤΟ τα «οικόπεδο» ΠΓΔΜ, πέραν των κινήτρων που μπορεί να είναι οικονομικής φύσεως, ή ακόμα και της άσκησης «προσωπικής επιρροής» σε πολιτικούς – πρωταγωνιστές στις χώρες ενδιαφέροντος, δεν έχουν λόγο να ασχοληθούν επί της ουσίας με τις αιτιάσεις οποιουδήποτε, αλλά με τη διαχείρισή τους, ώστε να διαμορφώσουν συνθήκες για την επίτευξη προόδου – υπέρβασης των εμποδίων επίτευξης του τελικού τους στόχου.

Θεωρητικά, τα κίνητρα ή/και η γενικότερη άσκηση επιρροής θα μπορούσε να γίνεται με θετικό (υποσχέσεις: Νόμπελ ειρήνης, οικονομική βοήθεια, αξιοποίηση υδρογονανθράκων, ανάσχεση τουρκικού αναθεωρητισμού;), ή αρνητικό (οικονομική πίεση, εκβιασμοί, έμμεση απειλή μη ανάμιξης στην τουρκική επιθετικότητα;) τρόπο.

Συνήθης τακτική είναι οι προφορικές εγγυήσεις για το τι θα συμβεί εάν οι επιλογές μιας χώρας είναι οι επιθυμητές. Πόσο απίθανο είναι, για παράδειγμα, η ελληνική πλευρά να έχει ακούσει, ότι εάν εισέλθει η ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ οι πιέσεις στο ιδεολόγημα του «Μακεδονισμού» θα καταστούν ασφυκτικές; Προσθέτοντας παράλληλα ότι οι ΗΠΑ γνωρίζουν ότι αυτά πρόκειται για ιστορικά «παραμύθια της Χαλιμάς»;

Η θεσμική παραγωγή στρατηγικής και η… «κλίμακα χειραγωγησιμότητας»

Αυτό που μπορεί να εικάσει κανείς με σχετική ασφάλεια, είναι ότι μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, στη διαδικασία σχεδιασμού της υψηλής της στρατηγικής από τους αρμόδιους θεσμούς, βλέπει και αντιμετωπίζει τη «μεγάλη εικόνα». Στην περίπτωσή μας, ας υποθέσουμε ότι είναι ο χάρτης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, η οποία συμπεριλαμβάνει τα Βαλκάνια.

Όσον αφορά τους θεσμούς αυτούς παραγωγής στρατηγικής, η Ελλάδα δεν διαθέτει ούτε κατ’ ελάχιστο. Η πολιτική της ασκείται αναλόγως των προσώπων που βρίσκονται σε θέσεις-κλειδιά και τις στερεοτυπικές πεποιθήσεις των οποίων είναι φορείς, σε συνδυασμό με τα δυνατά και αδύνατα σημεία ενός εκάστου, είτε πνευματικά - διανοητικά, είτε – ας το ονομάσουμε «περιγραφικά» κάπως – πιο ιδιοτελή-προσωπικά.

Η Ελλάδα καλείται να λειτουργήσει σε αυτή τη μεγάλη εικόνα όπου το στρατηγικό επίπεδο, το διακύβευμα δηλαδή για τις ΗΠΑ, είναι ο γεωστρατηγικός έλεγχος της περιοχής με ό,τι αυτό συνεπάγεται, από την αποτροπή καθόδου της Ρωσίας στα θερμά νερά της Μεσογείου, τον έλεγχο του ενεργειακού «παιγνίου» στην περιοχή, την προστασία του Ισραήλ και άλλα επιμέρους.

Δηλαδή, καλείται να «διαβάσει» την κατάσταση όσο το δυνατόν πιο ψυχρά, ρεαλιστικά, αποστασιοποιημένα και ορθολογικά, χωρίς συναισθηματισμούς και να αναζητήσει τον βέλτιστο τρόπο προστασίας του δικούς της ζωτικού συμφέροντος, του δικού της στρατηγικού επιπέδου, το οποίο όμως στον σχεδιασμό των ισχυρών κινείται στο τακτικό τους επίπεδο.

Δεν νοιάζει κανέναν το «δίκαιο» και το «άδικο»… προσαρμοστείτε

Αυτή είναι μια βασική παραδοχή για την ελληνική πλευρά όταν σχεδιάζει, έστω με τον πλημμελή τρόπο που γίνεται σήμερα, τη στρατηγική της, ώστε να μην παρασυρθεί από τη λογική του τι είναι δίκαιο ή άδικο προσπαθώντας να πείσει, αφού κανείς δεν τοποθετεί το πρόβλημα σε αυτή τη βάση.

Απογοητεύει η μαζική παρουσία ειδικών του διεθνούς δικαίου σε συμβουλευτικές επιτροπές του υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο αποτελεί διαχρονική παθογένεια και μεγάλη αδυναμία. Αυτό αποκαλύπτει τη στρεβλή και… ιδιαζόντως αφελή προσέγγιση των ζητημάτων από πλευράς Ελλάδας...

Δείτε την ενδιαφέρουσα συνέχεια στο defence-point.gr

 

*Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι διευθυντής μελετών του Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ/ISDA)