Η Τουρκία είναι εκτός ελέγχου – Ήρθε η ώρα των ΗΠΑ

-
667

των Eric Edelman και Jake Sullivan  – 

Μετά την εισβολή της Τουρκίας στη Συρία, η αδιανόητη προοπτική μιας άμεσης σύγκρουσης μεταξύ αμερικανικών και τουρκικών δυνάμεων έχει καταστεί ανησυχητικά πιθανή. Ο πόλεμος της Τουρκίας κατά των κουρδικών στρατευμάτων, που υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ, στο Αφρίν, λειτουργεί αποσταθεροποιητικά. Ο πραγματικός κίνδυνος θα προκύψει, όμως, εάν ο Τούρκος Πρόεδρος Ερντογάν πραγματοποιήσει τις επανειλημμένες υποσχέσεις του να βαδίσει ανατολικά προς την κουρδική πόλη Μανμπίτζ, η οποία ελέγχεται από τους Κούρδους και από αμερικανικές δυνάμεις.

Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί μια σύγκρουση είναι οι Αμερικανοί πολιτικοί ιθύνοντες να υιοθετήσουν μια σαφή και σκληρή στάση έναντι της Τουρκίας τώρα, προτού η κατάσταση επιδεινωθεί. Απειλώντας τις αμερικανικές δυνάμεις στο Μανμπίτζ, ο Ερντογάν δήλωσε ότι θα αναγκαστεί να τις «θάψει». Όπως προειδοποίησε, «παρόλο που μας λένε μην έρχεστε στο Μανμπίτζ», η Τουρκία «θα πάει στο Μανμπίτζ».

Μία τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτο πλήγμα στην αμερικανοτουρκική συμμαχία που μετράει δεκαετίες. Αυτή η συμμαχία βρίσκεται ήδη υπό πίεση από τον αυταρχισμό του Ερντογάν, το φλερτ του με τη Ρωσία και των συγκρουόμενων συμφερόντων ΗΠΑ και Τουρκίας στη Συρία.

Μια σαφής δήλωση των ΗΠΑ ότι μία τουρκική επίθεση στην πόλη Μανμπίτζ θα ήταν απαράδεκτη, υποστηριζόμενη από μια αποτελεσματική αποτρεπτική στάση, είναι απαραίτητη για να αποφευχθούν οι άμεσες εχθροπραξίες Αμερικανών και Τούρκων. Είναι απαραίτητη για να διατηρηθεί η ελπίδα για μια λειτουργική συμμαχική σχέση των δύο χωρών.

Δυστυχώς, μέχρι στιγμής η κακοφωνία και τα αντιφατικά μηνύματα από την αμερικανική πλευρά, σε συνδυασμό με μια μακρόχρονη τάση οι ΗΠΑ να αντιμετωπίζουν με προσοχή την Τουρκία, έπεισε τον Ερντογάν ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί τη σχέση της με την Άγκυρα πολύ σημαντική και δεν θα την αφήσει να καταρρεύσει. Το μόνο αποτέλεσμα που έχει αυτό είναι να αυξάνει την όρεξή του να ρισκάρει και συνεπώς αυξάνει το ενδεχόμενο σύγκρουσης. Η Άγκυρα πρέπει να κατανοήσει τις καταστρεπτικές συνέπειες της επίθεσης στο Μανμπίτζ και η Ουάσιγκτον πρέπει να είναι έτοιμη να αντιδράσει.

Αν και απερίσκεπτη, μια τουρκική επίθεση εναντίον του Μανμπίτζ θα ήταν σύμφωνη με την συνήθη αδιαφορία του Ερντογάν για τη συμμαχία που έχει δεσμεύσει τις δύο χώρες από το 1950. Η Τουρκία, υπό τον Ερντογάν, πραγματοποίησε μία από τις μεγαλύτερες καταγεγραμμένες προσπάθειες να βοηθήσει το Ιράν να παραβιάσει τις διεθνείς κυρώσεις. Τα τουρκικά ΜΜΕ δημοσίευσαν χάρτες μυστικών βάσεων των ΗΠΑ στη Συρία. Οι τουρκικές αρχές συνέλαβαν έναν Αμερικανό πάστορα, έναν υπάλληλο της NASA και δύο Τούρκους υπάλληλους του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ με ψευδείς κατηγορίες. Τους κράτησαν ως de facto ομήρους.

Την περασμένη άνοιξη, η αυταρχική ανομία του Ερντογάν έφθασε στις αμερικανικές ακτές όταν οι σωματοφύλακες του επιτέθηκαν σε διαδηλωτές στην Ουάσινγκτον. Τώρα, η Τουρκία αγοράζει ένα υπερσύγχρονο αντιαεροπορικό αμυντικό σύστημα από τη Ρωσία (που θα είναι ασύμβατο με τα συστήματα του ΝΑΤΟ) και επιτίθεται σε συμμάχους των ΗΠΑ στη Συρία. Αυτές τις ενέργειες τις παρουσιάζει ως μέρος της ηρωικής αντίστασης της Τουρκίας στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό.

Αναποτελεσματική αμερικανική αντίδραση

Η αντίδραση των ΗΠΑ σε αυτές τις προκλήσεις καθορίστηκε από την ελπίδα ότι η μεταχείριση της Τουρκίας ως καλού συμμάχου τελικά θα την πείσει να συνεχίσει να συμπεριφέρεται σαν ένας σύμμαχος. Ένας Τούρκος τραπεζίτης καταδικάστηκε σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης, επειδή βοήθησε την Τεχεράνη να αποφύγει κυρώσεις, αλλά η συνενοχή του τουρκικού καθεστώτος έχει μείνει ατιμώρητη.

Η Ουάσινγκτον άρχισε να σκληραίνει με την Άγκυρα για τη σύλληψη Αμερικανών κυβερνητικών υπαλλήλων. Επέβαλλε σαρωτικούς περιορισμούς στην βίζα Τούρκων πολιτών, προκαλώντας αμέσως πτώση της τουρκικής λίρας κατά 3,1%. Έκανε, όμως, πίσω, χωρίς να εξασφαλίσει την απελευθέρωση των υπαλλήλων της.

Η αδυναμία της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης να καθιστά σαφή και να κοινωνεί τη θέσεις της καθιστά τα πράγματα χειρότερα. Πριν από την επιχείρηση στην Αφρίν, το Πεντάγωνο ανακοίνωσε τη συγκρότηση μιας νέας «Δύναμης Προστασίας των Συνόρων» στη βόρεια Συρία, αποτελούμενη κυρίως από Κούρδους μαχητές, εκπαιδευμένους από Αμερικανούς. Όταν η Τουρκία εναντιώθηκε, το Στέητ Ντηπάρτμεντ υποχώρησε.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι μετά την συνομιλία Τραμπ-Ερντογάν για την στρατιωτική επιχείρηση στην Αφρίν, ο Τούρκος ηγέτης αρνήθηκε τον ισχυρισμό του Λευκού Οίκου ότι ο Τραμπ είχε εκφράσει την ανησυχία του για τη πιθανότητα σύγκρουσης μεταξύ αμερικανικών και τουρκικών δυνάμεων. Ήταν ο πρόεδρος ασαφής, ή οι Τούρκοι είχαν επιλεκτική ακοή; Ή, όπως φαίνεται πιθανότερο, πρόκειται για συνδυασμός των δύο. Το αποτέλεσμα, πάντως, είναι αποσταθεροποιητικό. Δυστυχώς, η έλλειψη σαφούς μηνύματος της Ουάσιγκτον ενίσχυσε την πεποίθηση του Ερντογάν ότι οι ΗΠΑ δεν θα στραφούν εναντίον του.

Η Ουάσινγκτον πρέπει να εξηγήσει με σαφήνεια και ρητά τις συνέπειες που θα προκύψουν για την Τουρκία εάν επιτεθεί σε θέσεις όπου βρίσκονται τα αμερικανικά στρατεύματα. Αυτό θα πρέπει να λάβει τη μορφή μιας σκληρής στάσης, συγκρίσιμης με στάσεις που χαρακτήρισαν τις ρωσοτουρκικές σχέσεις τα τελευταία χρόνια. Θα μπορούσαν τουλάχιστον να είναι κυρώσεις που στοχεύουν την τουρκική αμυντική βιομηχανία, τον χρηματοπιστωτικό τομέα και ενδεχομένως αξιωματούχους που συνδέονται με τη διαφθορά, η οποία ήδη δικαιολογείται από την αγορά των ρωσικών S-400. Πρέπει, επίσης, να συμμετάσχει και το Ισραήλ σε κυρώσεις, που θα πρέπει να βρίσκονται στο τραπέζι.

Ο στόχος της Ουάσινγκτον δεν πρέπει να είναι αντιπαράθεση με την Άγκυρα για χάρη της αντιπαράθεσης, ή μόνο επειδή ο Ερντογάν είναι «τρελός». Αντίθετα, ο στόχος πρέπει να είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων και των βασικών κανόνων για εποικοδομητική δέσμευση των δύο πλευρών. Για το σκοπό αυτό, ο Λευκός Οίκος θα πρέπει να συνδυάσει μια σταθερή στάση με υψηλού επιπέδου δέσμευση, με στόχο να βρεθεί μια θετική πορεία προς τα εμπρός των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.

Όχι απλές προειδοποιήσεις

Η πρόσφατη δυναμική αντίδραση των ΗΠΑ εναντίον των δυνάμεων του Άσαντ που επιτέθηκαν σε μια βάση Κούρδων και Αμερικανών θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει στην Τουρκία την βούληση της Ουάσιγκτον να προστατεύσει τις δυνάμεις της και τις δυνάμεις των εταίρων της. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο αν προηγηθεί σαφής και άμεσος διάλογος επί του θέματος με την τουρκική ηγεσία.

Ας ελπίσουμε ότι ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Χ. Ρ. ΜακΜάστερ και ο υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλλερσον θα δώσουν αυτό το μήνυμα κατά την επίσκεψή τους στην Άγκυρα. Αλλά χρειάζονται πολύ περισσότερα από απλές προειδοποιήσεις. Ακόμη και αν τώρα μπορέσει να αποφευχθεί μια σύγκρουση για το Μανμπίτζ, οι ΗΠΑ και η Τουρκία θα παραμείνουν σε μια τροχιά σύγκρουσης, εάν δεν υπάρξει ένας διαρκής διάλογος υψηλού επιπέδου.

Για παράδειγμα να υπάρχει διάλογος ταυτόχρονα μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών και των υπουργών Άμυνας των δύο χωρών, ώστε να δουλέψουν μαζί τις στρατηγικές παραμέτρους για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις στη Συρία και πέρα από αυτή. Αυτές οι εκτιμήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις νόμιμες ανησυχίες της Τουρκίας όσον αφορά την ασφάλειά της από τους Κούρδους της Συρίας. Επίσης πρέπει οι ΗΠΑ να προσφερθούν να βοηθήσουν στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ Τουρκίας και Κούρδων.

Τελικά, εάν ο Ερντογάν αποφασίσει να καταστρέψει την αμερικανοτουρκική συμμαχία, δεν υπάρχει τίποτα για να τον σταματήσει. Όμως, η σαφής και συνεπής στάση εκ μέρους των ΗΠΑ μπορεί να βοηθήσει να διασφαλιστεί ότι ο ασταθής ηγέτης της Τουρκίας δεν θα υπερβεί το σημείο χωρίς επιστροφή, θεωρώντας ότι οι ΗΠΑ δεν θα απαντήσουν. Ας μην περιμένουμε άλλο να χρησιμοποιήσουμε τη επιρροή μας. Ας την χρησιμοποιήσουμε πριν να είναι πολύ αργά.

Πηγή: Politico